ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΦΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ
Αν ήμουνα βασιλιάς θα έδινα το θρόνο μου για
το συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Κι αν ήμουνα θεός, θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ
Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ
Οι μεν ιππήων στρότον
οι δε πέσδων οι δε νάων
φαις’ επί γαν μέλαιναν
έμμεναι κάλλιστον
εγώ δε κην' όττω τις έρραται.
ΣΑΠΦΩ
ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ
Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.
Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.
Πρέπει να είναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
-----
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στοn μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΚΟΜΑ
Θα 'ρθει ο καιρός τα χέρια του
να 'ναι άσαρκα και κρύα.
Αυτή θα είναι τότε μια
πολύ γριά κυρία,
και με τη μνήμη οδηγό
γυρνώντας πάλι πίσω
θα λέει "πώς έτσι έγινε
να μη τον αγαπήσω;"
Θα 'ρθει ο καιρός το στόμα του
να 'ναι γεμάτο χώμα
αλλά γι αυτόν δε θα πονά
ούτε και τότε ακόμα.
ΣΕ ΛΙΓΟ
Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.
Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.
ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ
Από τον πόνο το βαθύ
κι απ' τα πολλά σου πάθη
τ' άθλιο κορμί μου θα χαθεί
για τη δική σου αγάπη.
Όμως τα λόγια σου καλά
θα πρέπει να προσέχεις
όταν να με-δεις για φορά
στερνή στον τάφο μου έρθεις.
Μετάνοιας λέξεις μην εβγούν
απ' τα γλυκά σου χείλη-
μη να γυρίσω μου ζητάν
απ' όπου μ' έχουν στείλει.
Μην τώρα πεις ότι πονάς
και θέλεις να 'ρθω πίσω
γιατί σα δω πως με ζητάς,
να ξέρεις: θ' αναστήσω!..
ΑΛΛΟΙ
Εκείνοι που βαφτίζουνε ή γάμο έχουν κανένα
φτωχούς να βρούνε τίποτε τραγουδιστές κοιτάνε
κι από 'να ξεροκόμματο πετώντας στον καθένα
ολη τη μέρα πίνουνε, χορεύουν και γλεντάνε.
Ένας φτωχός τραγουδιστής είμαι στο πανηγύρι
που στη γιορτή τους έστησαν τ' ανείπωτά σου κάλλη,
μα σ' ένα πιάτο ανάμεσα κι εν' αδειανό ποτήρι
ό,τι εγώ τραγούδησα θα το χαρούνε άλλοι.
ΣΑ ΝΑ 'ΧΑ
Πήγε και του 'πε: "πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτoια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;
Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;"
Τι να της έλεγε αυτός;
Πως κλείνει μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;
Κάτι σιγομουρμούρισε
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει, φέρθηκε
κι εγώ σα να 'χε μέρα.
ΚΑΜΕΝΟ
Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.
Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.
Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.
Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ…
Δεν είναι που δε σ' έφεραν οι κάμποι
τα πέλαγα κι η άμμος της ερήμου.
Δεν είναι που η χάρη σου για να 'μπει
εγκρέμισα τους τοίχους της ζωής μου.
Δεν είναι που προσμένοντας εσένα
δε γνώρισα χαρά καμίαν άλλη
ούτε είναι που ακλουθώντας με η πέννα
για σένα μόνο εβάλθηκε να ψάλλει.
Μα είναι που του Χρόνου το ατλάζι
καθώς θα δειλοστέκεις αποπίσω
παχύπλεχτο κι αδρό θα σε σκεπάζει
και πια, Αγάπη, δεν θα σε γνωρίσω.
ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ
Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.
Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν, θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.
Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.
ΤΑ ΔΡΥΙΝΑ
Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.
Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.
ΑΓΑΠΗ
«Τ’ ειν’ η ζωή;», ερώτησα το βιαστικό αγέρι.
«Εγώ όλο τρέχω, εγώ φυσώ, εγώ περνάω μόνο,
ρημάζω, καίω, καίγομαι, γκρεμίζω, ξεριζώνω,
και τα πετούμενα κρατώ μες στ’ απαλό μου χέρι.»
Ερώτησα τη θάλασσα τ’ ειν’ η ζωή να μάθω.
«Εγώ τα γοργοτάξιδα καράβια σου βυθίζω,
εγώ ανταριάζω και χτυπώ, θυμώνω και αφρίζω,
και το νερό ζυμώνοντας ψάρια και φύκια πλάθω.»
Στο χώμα που στη ράχη του όλα γερά κρατάει
στράφηκα και απόκριση ζητώ στο ρώτημά μου.
« Η απάντηση δε βρίσκεται στα χείλη τα δικά μου.
Μα ρώτησε τον Πλάστη μας που όλα τ’ απαντάει.»
Και στράφηκα τριγύρω μου: «Όπου κι αν είσαι πες μου
Πλάστη, τι είναι η ζωή που μου όρισες να ζήσω-
δώσε μου την απάντηση που μόνος μου δε βρίσκω
και που κρατάει μέσα της τις χάρες τις κρυφές μου.»
Αμέσως, κάθε θόρυβος, κάθε φωνή, εστάθη.
Και στη σιωπή που άφησε το τέλος της μιλιάς μου,
μού αποκριθήκαν απαλά οι χτύποι της καρδιάς μου:
«Αγάπη είναι η ζωή. Αγάπη... Αγάπη... Αγάπη...»
ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ…
Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Ρίζα που τρώει τη ρίζα της!
Φωτιά που τρέφεται απ’ τις φλόγες της!
Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Η μάχη με τον εαυτό της!
Γι αυτό και νικητή δεν έχει ή νικημένο!
Αυτή και αγώνας και αντίπαλος ονειρικός!
Και πώς θα μπόρηγε να μετρηθεί με κάποιον
Αφού άλλο τίποτα απ’ αυτήνε δεν υπάρχει!
Και η αγαπημένη ακόμα
Αφού τη σπίθα έδωσε,
Εχάθηκε στα βάθη μέσα
Η ίδια αυτή που γέννησε.
Στα βάθη όπου μέσα τους εσαεί
Ρίζες και φλόγες δαπανώνται
Μη αναλισκόμενες.
Αυτό αγάπη είναι λοιπόν:
Να μην υπάρχεις!
Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
Μ' αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει μπρος μου
λίγο πριν μου ξεριζώσει το φιλί,
Μ' αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει όπως κλαδάκι η πυρκαγιά.
Μ΄ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο'
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.
Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ' τον καλό μου να βρεθώ.
Σας το είπα-ο καλός μου μ' αγαπάει'
μα κι εμένα-και ας ειμ' εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Απ' τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ' τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ' τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ' τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι…
απ' τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ' ανάσασμα αντρικό δε σ' έχει ακόμ' αγγίξει
απ' τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη…
απ' τη στιγμή που όταν κανείς τ' ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ' ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου…
απ' τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας…
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας,
απ' τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα,
αντίο τότε πες μικρή σ' όλα τα παιδικά σου
και σ' όλη την αξία σου-πια έγινες γυναίκα.
Ο ΛΟΓΟΣ
Έχω ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ.
Το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.
Σιγμ' άλφα γαμμ' , άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά.
Πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.
Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ-
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΆΧΑΡΕΣ
Α! Τίποτα δε χάρηκα μέσα σ' αυτή τη ζήση!
Α! Τίποτα δεν έζησα που να 'τανε καλό!
Και δίχως μιαν αναλαμπή ο λύχνος μου θα σβήσει
κι ως τότε άχαρες, ψυχρές, τις μέρες θα περνώ.
Έτσι ως θρηνούσε κάθοντας μονάχος στο σκοτάδι
μια θύμηση ήρθε ξαφνικά στο νου του ριγηλή
και του 'πε: «Ξέχασες λοιπόν αχάριστε, το βράδυ
που ένα Εκείνη σου 'δωσε στο μάγουλο φιλί;..»
ΠΟΝΗΡΟΥΛΑ
Είσαι καλή κι είσαι γλυκιά κι είσαι κομψή κι ωραία
έχεις χαρές αρίθμητες και ομορφάδες πλήθος.
Είσαι σεμνή κιεργατική, καλοφτιαγμένη, νέα
κι η ίδια του Έρωτα η θεά σου έπλασε το στήθος.
Όμως αν ήσουν φαγητό, όπως σ' έχω περιγράψει,
ανάλατη θα ήσουνα-θα 'φερνες αναγούλα.
Μα όχι-θεός ή διάβολος, όποιος κι αν σ' έχει πλάσει
σου έβαλε το αλάτι σου: λίγο είσαι πονηρούλα.
ΠΕΘΑΙΝΩ
Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.
Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει,
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.
Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.
Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήταν αυτό το έργο το μαγικό της".
Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι,
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.
ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί;..
Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…
ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ
Πουλιά γλυκά-πουλιά μικρά-πουλιά μου αγαπημένα
πουλιά μου γλυκολάλητα κι ακριβοθωρημένα
πουλάκια μου απαλόφτερα, συντρόφια μου πουλάκια
εσείς που ομορφαίνετε των δέντρων τα κλαδάκια
γλυκά πολια-πικρά πουλιά-πώς να σας πώ-
σταθείτε και ακούσετε μια λέξη:αγαπώ.
ΚΑΜΙΑ
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
ΦΕΓΓΑΡΙ…
Φεγγάρι μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
Να βάλω μέσα τις γροθιές μου
Να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
της πρωινής της τής δουλειάς τ' ανυποψίαστο γέρας,
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε!
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα! Πάτα λαφριά σιγή μου!
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τήνε ξυπνάτε:
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.
ΩΣ ΤΟΝ ΑΔΗ
Οι τόσοι, πόνοι που με πότισες…
Οι που μου δίνεις τόσες λύπες…
Οι τόσοι πούχεις βάλει γύπες
Να τρων το σκότι μου που άρρωστησες…
Το εισιτήριό μου θάναι το άσφαλτο
Μες στον Παράδεισο για νάμπω
Ενώ στης Κόλασης τον κάμπο
Συ σε καυτή θα ψήνεσαι άσφαλτο.
Μα η Αγάπη μου αγάπη μου
θα μ’ ακλουθήσει ως τον Αδη.
Και-μη φοβάσαι-κάθε βράδυ
Θα σε δροσίζω με το χάδι μου.
TO ΦΙΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
Ένα φιλί κι ένα μαχαίρι
κρατεί στα χέρια η Ζωή.
Στριφογυρνώντας κάθε χέρι
μέσα στα πλήθη προχωρεί.
Ζωή, μαχαίρι εμένα δος μου
-αχ- δος μου δυο αν σε βολεί
αλλά, Βασίλισσα του Κόσμου
δώσε σ’ Εκείνηνε φιλί.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΣΕΙΣ
Γιατί το σώμα της Θεέ να κάνεις έτσι τέλειο
Που όταν μπροστά μου το θωρώ να χάνομαι-να σβήνω..
Δε σ’ έφτανε το άγιο, σοφό σου Ευαγγέλιο
Επρεπε την τελειότητα να δώσεις και σε κείνο;
Και, Θε, γιατί της έβαλες μέσα στο μυαλουδάκι
Την τάση την ολέθρια να ντύνεται με γούστο
Και μ' ένα ψεύτικο μπλουζί, μ' ένα παντελονάκι
Εδέμ να κάνει τους γλουτούς και Κόλαση το μπούστο;
Κι ωραία΄ την έπλασες΄ γιατί οι δρόμοι μας να σμίξουν;
Γιατί η βουλή Σου ήτανε να μου τηνε γνωρίσεις;
Τα χείλη σου γι απόκριση το ξέρω δε θ' ανοίξουν. ΄
Θα σου το πω λοιπόν εγώ! για να με βασανίσεις!
ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
Όταν σε έπλασε ο Θεός
Στάθηκε λίγο σκεφτικός
«Η ομορφιά που έχω δέσει
Σε ποιάν ασχήμια θα χωρέσει;
Να τήνε στείλω στους διαβόλους
Θα τους κολάσει πάλι όλους
Να τήνε στείλω στους αγγέλους
Θαν ’ η αρχή αυτή του τέλους".
Κι αφού παιδεύτηκε πολύ
Μιά κάποια λύση για να βρει
Κι αφού απέρριψε πλανήτες
Και Γαλαξίες και Μαύρες Τρύπες,
Κι αφού κατάλληλη καμία
Για σε δε βρήκε κατοικία
Σ’ όλης της Πλάσης Του τους τόπους,
Είπε "Ας πάει στους ανθρώπους".
Και από τότε τυραννούν
Όποιον τα μάτια σου κοιτούν
Και διπλοκαίν και τσιγαρίζουν
Όποιον τα χέρια σου αγγίζουν.
Όποιον τα χείλια σου φιλούνε
Φαρμάκια χίλια τον κερνούνε,
Κι όποιος κοιτάξει το κορμί σου
"Αντίο" λέει του Παραδείσου.
ΒΓΕΣ
Βγες να σε δει ο Αυγερινός
μικρή μου περιστέρα.
Βγες νάβγει ο ήλιος ο λαμπρός
Και ν’ αρχινίσει η μέρα.
Βγες και προσμένει το πουλί
Πάλι να κελαδήσει.
Βγες πάλι η Γη μ’ ένα φιλί
Γλυκό σου να γυρίσει.
ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ
Να τραγουδήσω τ’ άνθος και τη θάλασσα
Θα μου θυμώσει ο ήλιος.
Να τραγουδήσω το φως και τα πουλιά
Θα μου θυμώσει η Άνοιξη.
Κι αν τραγουδήσω τα χείλια και τα χέρια σου
Όλο παράπονο τα μάτια σου θα κλαίνε.
ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ
Σου απαγορεύω νάρχεσαι σαν Ανοιξη
Και να σκορπίζεις γύρω μου λουλούδια
Και να μοιράζεις ευωδιές και χρώματα
Και τιτιβίσματα πουλιών.
Σου απαγορεύω της ζωής μου τα σκοτάδια
Με των ματιών σου τις ανταύγειες να φωτίζεις
Σου απαγορεύω αυστηρά κάθε μου λύπη
Να τήνε κάνεις ονειρόπλαστη χαρά.
Σου απαγορεύω ακουμπώντας μου το χέρι
Σαν φύλλο να με κάνεις να ριγώ
Σου απαγορεύω σα Θεό να σε λατρεύω-
Σου απαγορεύω νά σ’ αγαπώ.
ΜΙΚΡΑ ΜΙΚΡΑ
Αγαπώ κάθε τι που ειν’ δικό μου:
Το παλτό, το σκυλί, το στυλό μου.
Μα εσένα… και πώς να το πω…..
Να… Εσένα γιατί σ’ αγαπώ;..
*
Την όποια του αξία καθορίζουν
Σ’ έναν ηθμό οι τρύπες.
Με καίνε, με πονούν, με βασανίζουν
Τα λόγια που δεν είπες.
*
Σήμερα που όλα ισορροπούν και που έτσι λες ταιριάζουν-
η αγάπη μου, οι κουβέντες σου, οι θύμησες που σφάζουν- σκέφτηκα πως θα έχανα μοναδική ευκαιρία
αν δεν κατέγραφα εδώ αυτή τηΝ συγκυρία.
*
Όταν κοντά σου ήμουνα έλιωνα από τον πόνο
Που δεν δυνόμουνα παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μακριά σου έφυγα, αλλά, πάλι δεν ησυχάζω-
Τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
*
Τόσο κοντά σου να ’μαι και να μην μπορώ
Λίγο ν’ αγγίσω μια σου τρίχα, ένα ρούχο…
Τόσο κοντά σου να μια και να μην μπορώ
Λίγον να δείξω από τον έρωτα που σου ’χω…
*
Έτσι που κάθε μέρα με σκοτώνεις
με το φιλί σου απαγορευμένο,
του θάνατου ένα βάσανο γλιτώνεις:
όταν θα ρθεί, θα μ’ έβρει πεθαμένον.
*
Ωραία. Με βαρέθηκες. Είναι δικαίωμά σου
Και σ’ άλλους την πολύδοτη να δώσεις την καρδιά σου.
Όμως να φύγεις ξέρε το, ποτέ δεν θα σ’ αφήσω
αν τα φιλιά που σου ’δωσα δεν μου τα δώσεις πίσω.
*
Πες μου πού βρήκες το κορμί, το πρόσωπο, τα μέλη,
που τόση γλύκα γύρω τους σκορπάνε κι ευωδιά.
Πες μου να πάω κι εγώ εκεί για να φορτώσω μέλι,
και θα σου πω σ’ αντάλλαγμα πού θα ’βρεις και καρδιά.
*
Πήγα στον ύπνο μου να σε φιλήσω
Κι εσύ το στόμα σου το ’κανες πίσω!
Μεγαλοπιάστρα και πεισματούσα
Όνειρο ήτανε κι ας σε φιλούσα…
*
Κάθε επαφή μαζί σου κι ένας χαμός.
Ικέτης σου έρχομαι και φεύγω πίσω
Πιο ρημαγμένος, πιο φτωχός.
Τίποτα πάλι δε θα σου ζητήσω.
*
Μια θάλασσα ακύμαντη. Ένας γλάρος.
Μια ασάλευτη βαρκούλα. Ένα κοχύλι.
Κι εγώ ν’ αργοζυγιάζομαι σαν γλάρος
Επάνω απ’ τα μελένια σου τα χείλη.
*
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
*
Αγάπη αγάπη αγάπη μου-
αγάπη αγάπη φως μου
μαζί σου να 'μαι κι ας βρεθώ
στα πέρατα του κόσμου.
Και ας μην ήμουνα παρά
μόριο ένα μόνο σκόνης
πάνω στο παπουτσάκι σου
σε βήμα όταν τ' απλώνεις.
*
Με το λίγο κρασί σ’ αγαπάω
Με πολύ σε ξεχνώ.
Μα όταν πιω γιατί πίνω ξεχνάω
Και… ξανά σ’ αγαπώ!..
*
Παρέλαση φιλιών.
To δικό σου πρώτο-σημαιοφόρος.
*
Αδιάσπαστη ενότητα συνθέτουν
η άρνησή σου και η υποταγή μου.
Κανένα από τα δύο δεν γίνεται να ήταν αλλιώς.
Τη σωστή μόνο δόση να συντηρήσουμε.
*
Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή
προτού ο ήλιος να έχει βγει.
Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο και φλογερό.
*
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω,
μα πέρσι ανταλλάξαμε ιούς…