Κι άλλα δεκατεσσεροφλεβαριάτικα για χρήση από τους φίλους του σάιτ μου
ΑΡΡΩΣΤΗ
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;
Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβυσμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΙΣ
Κι αν μου στύψεις το κεφάλι
την ψυχή κι αν θα μου γδάρεις
ουτ' ευχή δε θα 'βρει πάλι
από μένανε να πάρεις.
Λες και πάντα ήταν για μένα
δεκατέσσερες Φλεβάρη
σου τα εχω όλα δοσμένα
και μου τα 'χεις όλα πάρει.
Έτσι αν θέλεις του εθίμου
τη σειρά να συνεχίσεις
πρέπει του άγιου Βαλεντίνου
κάτι εσύ να μου χαρίσεις.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ' ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε'
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα' πάτα λαφριά σιγή μου
και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τηνε ξυπνάτε-
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.
ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί…
Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…
ΣΕ ΛΙΓΟ
Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.
Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.
ΠΕΘΑΙΝΩ
Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.
Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
ΕΣΥ..
Μου' παν πως ήρθες τι μ' αυτό;.. για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω
με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ' εσέ δοσμένου μου του νου.
Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ
σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ
έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να 'μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.
Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ
όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν' ιαχή
σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει
με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.
Εσύ ' σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός
στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός
είσ' η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά
για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.
Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου, εσύ και τους χαλάς.
Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί'
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..
Μου' παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ' τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να 'ξεραν πως πάντοτε για μένα εισαι εδώ…
ΣΚΛΗΡΟΤΗ
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους
μέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.
Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.
Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι
κι εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.
Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ό,τι εκείνα είχαν κρατούν κι ό,τ' είχε αυτή κρατάει
μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.
Η ΓΑΤΟΥΛΑ
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
μ' ασπρόμαυρο κεφάλι και κορμί
και μια καφέ στο μάτι βούλα-
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
Το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
και δίχως μιαν αιτία ή αφορμή
ναζιάρικα πολύ να νιαουρίζει-
το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
Τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι
και όπως μόνο εκείνη το μπορεί
επάνω μου να τρίβεται όπως ξέρει-
τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι.
Τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι
και θάματα το φως τους να ιστορεί
ποτέ της να μη λέει όχι στο χάδι-
τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι.
Τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται
αργόσυρτη, υγρή, νωχελική
και σ' άσεμνη μια στάση να κοιμιέται-
τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται.
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
κι απ' όλους να την έχω μυστική'
με μια καφέ στο μάτι βούλα
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
ΚΑΜΙΑ
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
Ο ΛΟΓΟΣ
Εχ' ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ
το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.
Σιγμ' άλφα γάμμ' άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά'
πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.
Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
ΤΟΣΑ ΧΑΔΙΑ
Το σώμα της γλιστράει στο φουστάνι;..
Το φουστανάκι της πάνω στο σώμα;..
Κι εκείνο έτσι ρόδινη την κάνει
ή αυτή το τέτοιο ροζ του δίνει χρώμα;
Κινείται κι ερωτεύεται μαζί της
ανάλαφρα το σώμα της χαϊδεύει
στήθη, κοιλίτσα της, γοφοί, μηροί της
παιδεύουν το κι εκείνο τα παιδεύει.
Και άλλοτε την καίει και τη φλογίζει
άλλοτε σαν νεράκι αργοκυλάει
και παλι η απορία με ζαλίζει
αυτή 'ναι ή εκείνο που μιλάει;
Α! ποια της το εκέντησε νεράϊδα
κι έτσι το σώμα της αιθέρια ντύνει
που μέσα του φτερώνουν τόσα χάδια
και τόσα εκεί φωλιάζουν πόθων σμήνη;
Α! Δυάδα μαγική! Φόρεμα! Σώμα!
Α! Που όταν μες στα χέρια μου σας κλείσω
όπως και τώρα δα και τότε ακόμα
τι πρώτο δε θα ξέρω να φιλήσω.
ΚΑΜΜΕΝΟ
Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.
Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.
Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.
Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.
ΕΛΑΤΕ
Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε'
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.
Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.
Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.
Και ούτε που ζητάω τη γλωσσούλα της
ν' ακούσω θέλω μόνο μια λεξούλα της'
ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν' αγγίσω.
Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ' όμηροι-
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της-
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.
Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.
Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.
ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ
Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ' τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ' αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω'
είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.
Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ' άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.
Είναι που θα 'μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη
είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη"'
είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ' αλαφραίνει
φωνή' καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.
Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα 'ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη
είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.
Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.
Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.
Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήτανε το έργο το μαγικό της".
Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.