ΡΩΣΙΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ …ΤΙ;
Ρε τι τον έπιασε αυτόν τον τύπο-τον Ζελένσκι
Και πήγε και τα έβαλε κι αυτός με τη Ρωσία;
Την τύχη τάχα ζήλεψε του Αλεξάντρ Κερένσκι
Και την μεγάλη που έπαθε αυτός ψυχρολουσία;
Ποιος ξέρει… όμως μια βραδιά, προτού τέσσερα χρόνια,
Το Προεδρικό του άφησε δώμα, το φως γεμάτο,
Κι ανάμεσα στης χώρας του τα κρύα και τα χιόνια
Φωνή μεγάλη έβγαλε κι είπε: «Θα μπω στο ΝΑΤΟ!»
Ο Πούτιν ’κείνη τη στιγμή έπαιρνε το λουτρό του
Κι ως βουλωμένα ήτανε τ’ αυτιά του απ’ το σαπούνι
Δεν καλοάκουσε. Λοιπόν, ρωτάει τον Λαβρώφ του:
«Σεργκέι, άκουσες τίποτα; Μίλησαν μήπως οι Ούννοι;»
«Όχι οι Ούννοι. Οι Ουκρανοί. Ζήλεψε ο Πρόεδρός τους
Την μοίρα τη ΝΑΤΟϊκή των άλλων των χωρών
Και θέλησε ΝΑΤΟϊκός να γίνει σύμμαχός τους
Εις πείσμα όλων των χωρών των αντιΝΑΤΟϊκών.
Και νιώσανε πανευτυχείς οι ΝΑΤΟϊτες όλοι
Που αυτή η ευρωπαϊκή θα μπει στο ΝΑΤΟ χώρα
Ώστε να μη φοβούνται πως, κάποτε «οι Μογγόλοι»
Θα χαίρονταν, κατακτητές, της Ουκρανίας τα δώρα.»
Ο Πούτιν να τ’ ακούσει αυτά πολύ του βαριοεφάνει.
Τα πλέον ψηλοτάκουνα παπούτσια του φοράει,
Βάζει στην άκρη το σφυρί, αρπάζει το δρεπάνι
Και τον λαό του σε τρανόν αγώνα οδηγάει.
Κι ο Φρίντριχ Μερτς σαν τ’ άκουσε αγάλλιασε η καρδιά του
Κι είπε η βέρα μέσα του πολεμική του Φύση:
«Ωραία! Από του Στάλιν ποιο, απ’ όλα τα παιδιά του,
Να γίνει αυτό το προξενιό αναίμακτα θ’ αφήσει;
Λοιπόν Πόλεμος έρχεται. Η τροφή της Γερμανίας!
Το όσιο και το ιερό του Άρειου λαού μου!
Αν ήμουν Καγκελάριος, τότε μετά μανίας
Θα συμμετείχε εις αυτόν, σάρξ και ψυχή και νους μου!»
Οι ΕΟΚήτες αρχηγοί σκέφτηκαν τι μπελάδες
Ένας θα τους εφόρτωνε πόλεμος με τους Ρώσους-
Της Ουκρανίας μεν, αλλά, που θα φερνε ζαλάδες
Σε Αγγλογάλλους, Γερμανούς, και σ΄ αλλουνούς καμπόσους,
Γιατί όντας άοπλη σχεδόν η χώρα η Ουκρανία,
Απ’ την Ευρώπη δανεικά θα ζήταγε ορισμένως
Για τη δική της αφ’ ενός οπλοβιομηχανία,
Αλλά και για όπλα που απ’ αλλού θ’ αγόραζε εσπευσμένως.
Ως για τον Σούνακ, χάρηκε, γιατί όταν η Ρωσία
Στον πόλεμο θα έμπαινε, θα ήταν απέναντί της,
Και όχι όπως στον Δεύτερο, που, τύχη απαισία,
Την έφερε φίλη μ’ αυτήν και ακόμα σύμμαχή της…
Ο Μπάιντεν πάλι, άβουλο ένα πιόνι στη σκακιέρα,
Μόνη δουλειά του ήτανε, από τ’ Οβάλ Γραφείο
Λεφτά να δίνει στον Ζελέ- σαν όπως η ημέρα
Δίνει στον κόσμο ζεστασιά τον όλη νύχτα κρύο.
Ώσπου ήρθε ο Τραμπ. Αυτός λοιπόν, με τη δική του γνώση
Τον κόσμο ξαναμοίρασε. Κι ως για την Ουκρανία,
Αφού της πήρε ο Μπάιντεν όσα της είχε δώσει,
Στους Ευρωπαίους την πέταξε, σαν στου λουτρού τα κρύα…
Κι ο πόλεμος ο άδικος τον δρόμο του τραβάει,
Κι η αιματοχυσία των δυο ακόμα συνεχίζεται,
Ήτοι, όπως λέει ο λαός όταν σοφά μιλάει:
Ο κόσμος όλος χάνεται κι η… υφήλιος χτενίζεται!...
ΚΙ Η ΕΥΡΩΠΗ;…
Κι η Ευρώπη η πολυτάλαντη και η πολιτισμένη;
Η Ευρώπη το υπόδειγμα του ελευθέρου κόσμου;
Η Ευρώπη η πολύφερνη νύφη της Οικουμένης;
Η Ευρώπη η υψηλότεχνη και η εκλεπτυσμένη;
Η Ευρώπη που έβλεπε λοξά τα φτωχικά τα κράτη;
Η Ευρώπη-των ασύγκριτων των μουσουργών γεννήτρα;
Η Ευρώπη του πολιτισμού η τόσο πρωτοπόρα;
Η Ευρώπη του Σοπέν; Του Μπαχ; Των μέγιστων ποιητών της;
Η Ευρώπη που παρήγαγε τόση φιλοσοφία;
Η Ευρώπη που εγέννησε τον Λίστ και τον Μπετόβεν;
Η Ευρώπη που πρωτοπορεί σε κάθε τι ωραίο;
Η Ευρώπη που του Πνεύματος κατέχει το βραβείο;
Η Ευρώπη ο ιδανικός πάνω στη γη ο τόπος;
(Τι κρίμα! Τρέχει για να βρει όπλα που θα την σώσουν.
Τρέχει του Πλανητάρχη της τα πόδια να φιλήσει.
Τρέχει ώστε την γύμνια της όλοι να μη τη δούνε.
Τρέχει οιστροκυνήγητη απ’ τους «βαρβάρους» Ρώσους.
Τα πόδια κάθε άσχετου τώρα καταφιλάει,
Κι απ΄ όπλα ξέμεινε η φτωχή- Ελεήστε τήνε κάποιος!
Νόμιζε θα την σώζανε τα χαρτοβασίλειά της.
Θαρρούσε η Αμερική τον πόνο της πως είχε.
Αγνοούσε ότι μόνος σου πρέπει να συντηρείσαι.)
Η Ευρώπη που δυνάστευε τα εδικά της κράτη;
Η Ευρώπη που περπάταγε πάντα καλοντυμένη;
Η Ευρώπη με τα ωραία της τα γυφτοπανηγύρια,
Που θέλησε με το ευρώ το ντόλαρ να νικήσει;
Η Ευρώπη που έστειλε στα χάη δικόν της δορυφόρο;
Η Ευρώπη που πολιτισμού σκορπάει δώρα γύρω;
Η Ευρώπη όπου στα καλά όλα είναι πρωτοπόρα;
Η Ευρώπη! Ο πολιτισμός! Η αφρόκρεμα του Ωραίου!
Κρίμα-τελείως ξέμεινε από όπλα η καημένη…
Και τώρα ένα δίλημμα η δόλια έχει μπροστά της-
Δίλημμα που αφότου η γη πάνω της έχει ανθρώπους,
Δεν έπαψε να υφίσταται και να προβληματίζει:
Κι ιδού το ολοζώντανο: ΒΟΥΤΥΡΟ Ή ΚΑΝΟΝΙΑ;
-----