Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

 Τι φασαρία που έχει δημιουργηθεί δίχως λόγο!
Ο Τραμπ θέλει να νικήσει τους Ιρανούς-εντάξει;
Εντάξει.
Και τι κάνει; Βαράει με βόμβες.
Αυτά παθαίνει όποιος αγνοεί την Ιστορία.
Αν ήξερε ιστορία ο Τραμπ ή ο Νετανιάχου, θα έλυναν το θέμα «Ιράν» χωρίς ούτε να ρίξουν μια σφαίρα.
Γιατί οι Έλληνες παλιά, με δέκα χιλιάδες στρατιώτες νίκησαν ένα εκατομμύριο Ιρανούς!
Τώρα βέβαια πολλοί έλληνες ιστορικοί, σημερινοί ή πρωτύτεροι, αφιερώνουν τη ζωή τους για να βρουν αν οι έλληνες ήσαν πράγματι δέκα χιλιάδες, ή εννέα χιλιάδες εννιακόσιοι ενενήντα δύο, όμως και πάλι η ιδέα δεν αλλάζει.
Στο κάτω κάτω ας στείλουν οι αμερικανοισραηλιτοευρωπαίοι για σιγουριά δέκα χιλιάδες εκατό έλληνες στρατιώτες, ώστε να ξεπαστρευτεί σίγουρα το Ιράν, που θέλει να σκοτώσει με ατομικές βόμβες την ανθρωπότητα. 
Αλήθεια, ποιος ελεύθερος άνθρωπος θα ήθελε να πεθάνει από ιρανική βόμβα; Κανείς.
Ενώ από ρωσική… ή από αμερικανική, ή από βοριοκορεάτικη, ω! τι ευτυχία! Να διαβάζει ο μελλοθάνατος πάνω στην ατομική βόμβα που θα έρχεται καταπάνω του CCCP ή USA! Ό,τι δε περίμενε ούτε στα καλλίτερα όνειρά του να του  συμβεί!...
Αλλά δεν ξέρουν ιστορία οι επιτιθέμενοι.
Και δυστυχώς, γιατί αυτό ίσως μεταφραστεί σε πολλούς θανάτους, κάτι που, γνωρίζοντας μόνον την ιστορία, θα είχε αποφευχθεί.

                        ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΕΣ 
                       ΤΟΥ ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
                        μετάφραση

Δάφνες και φίλτρα Θεστυλί! Πού είναι; Φέρε μού τα. 
Πάρε το πρόβιο το μαλλί το ραφιναρισμένο 
και το ποτήρι σκέπασε για να τον μαγιοδέσω 
αυτόν που εγώ τον αγαπώ κι εκείνος με παιδεύει. 
Που ο άθλιος μέρες δώδεκα τώρα χαμένος είναι,
Κι αν ζω ή αν επέθανα δε ρώτησε να μάθει. 
Την πόρτα μου ο αχάριστος δε χτύπησε-και βέβαια 
αλλού τον αλαφρόμυαλο τον έχουνε τραβήξει 
η Αφροδίτη κι ο Ερωτας. Αύριο στην παλαίστρα 
του Τιμαγήτου να τον δω θα πάω, να τον ψάλλω 
για όσα μούκανε. Αλλά, τώρα θα τόνε δέσω 
Με τούτα δω τ' αρώματα. Φώτα καλά Σελήνη 
γιατί θα πω ένα σιγανό τραγούδι και σε σένα 
και στην Εκάβη που στης γης τα μαύρα βάθη μένει 
και που την τρέμουν τα σκυλιά, όταν από τα μέρη 
των πεθαμένων έρχεται περνώντας μαύρο αίμα. 
Εκάτη! χαίρε τρομερή! Και ώσπου να τελειώσω, 
στα μάγια μου βοήθα με, και κάνε από της Μήδειας 
ή απ' της Κίρκης ή από της ξανθής της Περιμήδης, 
να μη γινούν χειρότερα, αλλά με κείνων ίδια. 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον. 

Πρώτα τ' αλεύρι στη φωτιά να πέσει πρέπει. Ελα, 
πασπάλιζέ το Θεστυλί… άθλια-πού τρέχει ο νους σου; 
Αραγε με τη λύπη μου μη χαίρεσαι βρωμιάρα; 
Σκόρπα το, και "τα κόκκαλα", να λες, "σκορπώ του Δέλφι" 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον. 

Ο Δελφις μ' έκαψε, κι εγώ, δάφνη στο Δέλφι καίω. 
Κι όπως φουντώνει ξαφνικά κι αυτή τριζοβολώντας 
και καίγεται αναλάμποντας και στάχτη δεν αφήνει, 
και το κορμί του να χαθεί εκείνου μες στη φλόγα. 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ιυγγα φέρε μού τον.

Κι ως με βοηθό μου τη Θεά, του’ το κερί εγώ λιώνω, 
έτσι να λιώσει από ερωτά ο Μύνδιος ο Δελφις. 
Κι ως η Αφροδίτη τον χαλκό αυτόν γυρίζει δίσκο, 
έτσι κι αυτός στην πόρτα μου απόξω να γυρνάει.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.

Τώρα θα κάψω, Αρτεμη, τα πίτουρα σε σένα, 
που και τα σίδερα μπορείς του Αδη να κουνήσεις, 
και ό,τι άλλο, όσο κι αν αυτό είναι στεριωμένο. 
…Για μας στην πόλη Θεστυλί ουρλιάζουνε οι σκύλοι. 
Θα ’ναι η θεά στα τρίστρατα… Χτύπα το δίσκο! Βιάσου!.. 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.

Να! Ησυχάζει η θάλασσα, ’συχάζουν κι οι άνεμοι. 
Μόνον ο μες στα στήθια μου πόνος δεν ησυχάζει, 
παρά για κείνον καίγομαι ολάκληρη-γιά κείνον, 
που αντίς να ’μαι γυναίκα του μ' έχει ξεπαρθενέψει, 
και πομπεμένη μ' άφησε τη δύστυχη εμένα. 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον. 

Φορές τρεις στάζω Δέσποινα, και τρεις φορές φωνάζω: 
«Είτε γυναίκα δίπλα του κοιμάται, είτε άντρας, 
Τόσο απ’ αυτόν να ξεχαστεί, όσο ο Θησέας στη Δία 
Λεν την ομορφοπλέξουδη πως ξέχασε Αριάδνη.» 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.

Υπάρχει αλογοβότανο ένα, στην Αρκαδία, 
που αν οι γρήγορες το φαν φοράδες και πουλάρια,
παίρνουνε όλα τα βουνά. Έτσι να δω τον Δέλφι
παρόμοια να πετάγεται απ' τη λαμπρή παλαίστρα,
και σαν τρελός μέσα σ' αυτό να μου ’ρχεται το σπίτι. 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον. 

Αυτή την άκρη που απ' του Δέλφι εκόπηκε τη χλαίνη, 
ξεφτώντας την, στην άγρια φωτιά τη ρίχνω τώρα. 
Αλίμονο! Γιατί Ερωτα σαν τη λιμνίσια βδέλλα 
έχεις κολλήσει επάνω μου και πίνεις μου το αίμα; 

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.

Ένα πιοτό της συφοράς αύριο θα σου φέρω,
μια σαύρα κοπανίζοντας. Τώρα ετούτα πάρε
συ Θεστυλί τα βότανα, και πήγαινε με τρόπο,
κι άλειψε το κατώφλι του όσο ειν' ακόμα νύχτα.
Και φτύνοντας «Τα κόκκαλα», να λες, «του Δέλφι αλείφω».

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.

Τώρα που μόνη έμεινα, πούθε να πρωταρχίσω
να κλαίω την αγάπη μου; Πώς το κακό που μ' ήβρε
τούτο να πω; Η Αναξώ, του Εύβουλου η κόρη,
κανιστροφόρα έφτασε στης Αρτεμης το δάσος.
Πίσω και πλάι της πολλά πηγαίνανε θηρία,
κι ανάμεσα τους μάλιστα ήταν μια λιονταρίνα. 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα Σελήνη. 

Και τότε μια Θρακιώτισσα, τροφός του Θεοχαρίδα, 
γειτόνισσά μου-δε ζει πια- μ’ εθερμοπαρακάλει 
μαζί να δούμε την πομπή. Και η δύστυχη, επήγα, 
τον βυσσινί ωραίο μου φορώντας τον χιτώνα, 
και τυλιγμένη στο μακρύ παλτό της Κλεαρίστας. 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη. 

Στου δρόμου μας θα ήμουνα τη μέση, όταν είδα 
εκεί, κοντά στου Λύκωνα, τον Δέλφι να βαδίζει, 
μαζί με τον Ευδάμιππο. Απ' της γαζίας τ' άνθη 
είχανε γένια πιο ξανθά' και λάμπαν τους τα στήθια 
πιότερο κι από σένανε, Σελήνη, έτσι ως είχαν 
μόλις αφήσει τους καλούς αγώνες της παλαίστρας. 

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Τον είδα και τρελάθηκα! Κι αμέσως η καρδιά μου 
της δόλιας, επληγώθηκε. Χάθηκε η ομορφιά μου,
Και δεν σκεφτόμουν πια πομπή. Πώς βρέθηκα στο σπίτι,
ούτε που το κατάλαβα. Και μ’ έπιασε μια θέρμη
που ήρθε και με ρήμαξε. Έπεσα στο κρεβάτι 
και δέκα μέρες έμεινα εκεί και δέκα νύχτες. 

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Εκιτρινοφυλλιάστηκα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Πετσί και κόκκαλο έμεινα. Και τι δεν είχα κάνει… 
Και ποια γριά δε ρώτησα που ξέρει να ξορκίζει… 
Τίποτα δε μ' αλάφραινε. Μόνο περνούσε ο χρόνος. 

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Ωσπου τη δούλα φώναξα και της τα είπα όλα.
«Βρες μου», της λέω, «βρε Θεστυλί κάποια γιατρειά σε τούτη,
την τρομερή αρρώστια μου. Μ' έχει σκλαβώσει ο Μύνδιος.
Στου Τιμαγήτου πήγαινε και φύλα, την παλαίστρα-
τ' αρέσει εκεί να κάθεται κι έτσι συχνοπηγαίνει". 

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

«Κι όταν τον δεις μονάχο του, τότε με τρόπο γνεψ' του 
και πες του ότι τον ζητά η Σιμαίθα-κι εδώ φέρτον». 
Όταν της το ’πα πήγε αυτή, και τον λαμπρό το Δέλφι 
τον έφερε στο σπίτι μου. Κι ως ένιωσα πως ήρθε, 
κι ακόμη πριν το πόδι του την πόρτα να περάσει… 

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

...από το χιόνι έγινα πιό κρύα, κι ο ιδρώτας
μου ’σταζε από το μέτωπο σαν νοτινή δροσούλα, 
και η μιλιά μου κόπηκε, και δε μπορούσα ούτε
φωνή να βγαλω, όπως αυτή που βγάζουν τα μωράκια,
σα μες στον ύπνο τους καλούν την π' αγαπούν μητέρα.
Και νέκρωσα, σα να ’μουνα κερένια μια κούκλα. 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.

Κι όταν με είδε ο άπονος, χαμήλωσε τα μάτια,
κι έκατσε στο κρεβάτι μου κι αυτά τα λόγια μου ’πε:
«Σιμαίθα, αλήθεια, όπως εγώ τον όμορφο Φιλίνο
Στο τρέξιμο ξεπέρασα τις άλλες, και συ εμένα,
Το ίδιο με ξεπέρασες καλώντας με κοντά σου...»

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.

"...Γιατί θα ’ρχόμουνα εγώ. Στ' ορκίζομαι- θα ’ρχόμουν,
Μα το γλυκό τον Ερωτα, στο σπίτι σου απόψε!
Κι ας είχες αγαπητικόν άλλονε. Και θα είχα
τα μήλα μες στον κόρφο μου του Διόνυσου κρυμμένα,
Και θα ’χα στο κεφάλι μου στεφάνι  απ’ το κλωνάρι
Το ιερό του Ηρακλή, κομμένο από λεύκα, 
και στολισμένο ολόγυρα με κόκκινες κορδέλες". 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη. 

Κι αν με δεχόσουνα καλά όπως μ’ εδέχτης τώρα 
(όλοι το λένε όμορφος και λυγερός πως είμαι 
στα παλληκάρια ανάμεσα), θα ησύχαζα, ακόμα
κι αν μοναχά το στόμα σου τ’ όμορφο εφιλούσα. 
Αλλά κι αν μ’ έδιωχνες κι η πόρτα ήταν μανταλωμένη, 
Τότε τσεκούρια και δαυλοί θα μ' έφερναν σε σένα… " 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σεληνη.

"…Και πρώτα-πρώτα χάρη εγώ στην Κύπριδα χρωστάω, 
κι ύστερα από την Κύπριδα σε σένανε καλή μου, 
που μ' έβγαλες απ’ τη φωτιά μισοκαμμένον έτσι 
καλώντας με στο σπίτι σου. Πολλές φορές ο Ερως 
έχει φωτιά πιο δυνατή και απ’ αυτήν ακόμα 
του Λιπαραίου του Ήφαιστου-και πιο πολύ φλογίζει…" 

Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη. 

"…και την παρθένα σαν τρελή την κάνει από το σπίτι
να φεύγει, και τη νιόπαντρη να παρατάει το στρώμα
που απ’ το κορμί του άντρα της ζεστό είναι ακόμα!".
Έτσι μου είπε αυτός. Κι εγώ τον πήρα από το χέρι
κι έπεσα, η ευκολόπιστη, μαζί του στο κρεβάτι.
Και γρήγορα τα σώματα τα δυο αγκαλιαστήκαν
και μια απαλή τα τύλιξε ζέστα. Τα πρόσωπα μας
απ’ όσο ήτανε πιο πριν, είχανε τωρα ανάψει
περσότερο, και οι γλυκοί οι ψίθυροι αρχίσαν.
Και για να μην πολυλογώ Σελήνη αγαπημένη,
καήκαμε κι οι δύο μας στον πόθο το μεγάλο.
Κι ίσα με χτες δεν είχε αυτός παράπονο από μένα
ούτε κι εγώ είχα απ’ αυτόν. Μα σήμερα, στο σπίτι,
ήρθε της αυλητρίδας μου η μάνα, της Μελίστας
-που έχει και τη Μελιξώ-, την ώρα που κινώντας
από τη θάλασσα, ψηλά, στον ουρανό ανεβαίνουν
τ' άλογα, τη ροδόθρεφτη που υψώνανε αυγούλα,
και μέσα σ' άλλα μούπε πως ο Δέλφις ξελογιάστη
και πως δεν είναι σίγουρη-με άντρα ή γυναίκα,
μα ξέρει πως πολλές φορές γέμιζε το ποτήρι
κι έπινε στης αγάπης του τ' όνομα, κρασί σκέτο 
και ότι τέλος έφευγε λέγοντας πως θα πάει
στην πόρτα της αγάπης του στεφάνι να κρεμάσει.
Αυτά μου τα ’πε η ίδια αυτή, και πρέπει να ’ναι  αλήθεια. 
Γιατί και τρεις και τέσσερες φορές άλλοτε ερχόταν 
κι ακούμπαγε πολλές φορές το δωρικό σταμνί του 
στο σπίτι μου. Και τώρα τι; Δώδεκα μέρες πάνε 
που δεν τον είδα. Σίγουρα κάποια καινούργια γλύκα 
θα έχει βρει γι αυτό και με μ’ έχει αποξεχάσει.
Μα τώρα θα τον δέσουνε τα μάγια. Κι αν και πάλι 
θα με πικράνει έτσι δα, ε, τότε, μα τις Μοίρες, 
του Αδη την εξώπορτα θα πάει να χτυπήσει.
Τέτοια μες στο σακούλι μου-το λέω!-φαρμάκια κρύβω 
που ένας ξένος, Δέσποινα, μου τα ’μαθε, Ασσύριος. 

Οδήγα τ’ άτια σου εσύ χαρούμενη κυρά μου 
απάνω απ' τον Ωκεανό, και όπως μέχρι τώρα 
την πίκρα εγώ τη βάσταγα, πάλι θα τη βαστάξω. 

Χαίρε Σελήνη λαμπερή και τ’ άλλα σεις αστέρια- 
χαίρετε σύντροφοι ήσυχοι του άρματος της Νύχτας.

                                  ---------

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

 Το Ιράν να μην αποκτήσει ατομικά όπλα.
-Γιατί;
-Γιατί μπορεί να μην κάνει σωστή χρήση τους
-ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΩΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ;

 ΕΥΓΕΝΉΣ

Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα,
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός,
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"-
σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".

Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"-
σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".

Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί,

γιατί όντας η ερώτηση αήθης,
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνον φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής…

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

 Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
 
Μ’ αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει εμπρός μου
λίγο πριν μου ξερριζώσει το φιλί.
 
Μ’ αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει καθώς κλαδάκι η πυρκαγιά.
 
Μ’ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο-
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.
 
Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω,
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ’ τον καλό μου να βρεθώ.
 
Σας το είπα. Ο καλός μου μ' αγαπάει.
Μα κι εμένα-και ας είμαι εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει! 
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ!
 
                            -----

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

 ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ

(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)
Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Γι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σαν γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δεν γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα για να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το απόγεμα.
Πελάτης
Περνώντας για να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα
νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις για να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ.
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές. Και χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

 ΑΣ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΜΑΣ

(Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν στην Αμερική στη διάρκεια της εκεί εξορίας μου)  



ΠΕΘΥΜΗΣΑ..

Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου'

πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κατ' απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει βρε αδερφέ πως την πειράζω...

Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς,χιονισμένους χειμώνες.

Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.


Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους'
πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους'
πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα άγριοι πωλητές να με κοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.

Να βρεθώ επεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη'
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.

Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.


Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
τ' αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.

Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.

Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο-
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!





ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ' ένα θάμα.

Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το 'πιασε το γατί
κι αντί να 'ρθεί στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να 'ρθεί σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.

Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ' έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεγμένη.







ΑΓΝΟΙΑ

Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.

Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.

Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...

Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σα μου πούνε πως χηρεύει.

Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.

Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.

Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θα ’ναι εκείνο που δεν είδα.

Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
Λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία,

ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.

"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".

Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το 'μαθα ποτέ μου.

Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι, πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.

Έτσι έμαθα τυχαίως 
πως κατά το μάλλον και ήττον 
της Λουίνσκι τα δυο χείλη 
δεν αγγίξανε στου Κλίντον

πως ο Ομπάμα ειν' ο νέος
πρόεδρός μας μες στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...

Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει. 

Και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.

Και βεβαίως είν’ ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.

Να λοιπόν ένα από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.

Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.

Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
ότι είμαι πεθαμένος
και… δεν το 'χω μάθει ακόμη.





ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ

Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο laundry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.

Εκεί ήταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες

από τον ώμο του άντρα τους
ή απ' το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.

Στέκουν οι δυο ακίνητοι. 
Του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.

Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.

Κι όμως το θάμα έγινε:
οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν

τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ' τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να 'δω),

δίνοντας την κατάλληλη
φόρα φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση, 

με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν' ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε.



ΕΜΦΑΝΗΣ
ή
η WAITRESS

Ήταν ψηλή με πρόσωπο ωραίο. 
Λίγο αδύνατη αλλά με συμμετρία. 
Το σώμα έμοιαζε πιο νέο
για τη μεγάλη της την ηλικία.

Μια εμφανής σεμνότης την κρατούσε.
Συχνά γελούσε μα αρκετά συγκρατημένα.
Για φαγητό καθώς ρωτούσε
τα μάτια είχε κατεβασμένα.

Για ένα μεσόκοπο σαν εμένα
σωστό μου έμοιαζε να την παντρευόμουν
έτσι όπως μ' είχανε ξεχασμένα
όσοι ασίγαστα εγώ σκεφτόμουν.

Σ' ένα παιδί που ήξερα δυο χρόνια
καθώς ετρώγαμε, μίλησα με ζέση
(είχανε φύγει τα γκαρσόνια):
«αυτή εκεί η γυναίκα μου αρέσει…»

Σαν να μιλούσε στον εαυτό του
"μ' ένα “’κατόφραγκο”, μου λέει, "ξαπλώνει υπτίως''.
Και γύρισε στο φαγητό του.
Δολάρια εννοούσε ο αχρείος…




ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ
(Los Angeles, 8741 Owensmouth Ave, Canoga Park) 

Μια ωραία σαραντάρα
που στο δίπλα μένει σπίτι
από ένα παλιο-αλήτη
τι τραβάει η φουκαριάρα!

Απ’ το σπίτι το δικό μου
τη χωρίζει ένας τοίχος. 
Μα καθάρια φτάνει ο ήχος. 
Kαι δουλεύει το μυαλό μου.

Όταν μέσα μπαίνει εκείνος
κάτι αμέσως τον θυμώνει
(η εξήγηση ειν’ η μόνη)
κι όπου βρει χτυπάει το κτήνος.

Και αυτή πονάει βεβαίως
κι αντηχούνε οι φωνές της
οι πολλές κι οι δυνατές της
και ουρλιάζει-και βογκάει.

Και ο τοίχο ς λέξεις φέρνει.
Ξεχωρίζω μες στο σάλο
"φτάνει!", "μη!", και "όχι άλλο!"
μα εκείνος δέρνει... δέρνει...

Μια φωνή μεγάλη ακόμη
κι ύστερα όλα σταματάνε-
ψιθυρίζοντας μιλάνε-
θα ζητάει αυτός συγνώμη.

Μα η συγνώμη κι ειπωμένη
δεν μπορεί πληγές να κλείσει
κα σε λίγο αυτή στη βρύση
πάει τα τραύματα και πλένει.

Τι εξυπνάδα σε καλό μου!
Tι καλά πίσω απ' τους τοίχους
ερμηνεύω εγώ τους ήχους-
α! δουλεύει το μυαλό μου.





ΜΙΑ ΓΡΙΠΠΗ

Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.

Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά. Το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε. Είναι μακρύς ο δρόμος. 
Κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει…

Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα:
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.




ΕΚΕΙ

Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!

Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!

Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δεν βρίσκουν άλλον τύπο. 
Οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι, τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!

Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
και φίλο σαν εμένα να βρει αδυνατώντας,
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί!

Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση που εγώ δεν είμαι εκεί.

Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δεν θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί… 




ΑΝ ΕΙΧΑ ΛΕΦΤΑ

Αν είχα λεφτά και παχύ πορτοφόλι-
αν είχα λεφτά- θα με ήθελαν όλοι.
Κοντές και μεσαίες-μεσαίες και ψηλές
για μένα οι γυναίκες θα ήταν τρελές.

Οι φίλοι θα μ' είχαν μη στάξει μη βρέξει
και όλοι θα πρόσεχαν κάθε μου λέξη 
κι ιδέα κακή δε θα είχε κανείς
για μένα, στενός ή φαρδύς συγγενής.

Γνωστοί, άγνωστοί μου, πελάτες, γειτόνοι
μια σκέψη θα είχαν στη ζήση τους μόνη:
περσότερα πώς να μου πάρουν λεφτά
και θα 'καναν ότι μπορούσαν γι αυτά.

Γι αυτό τα λεφτά δε θα 'πρεπε λέω να 'ναι
το μέτρο που όλα μ' αυτά τα μετράνε.
Τουλάχιστο εγώ το μικρό μου πανό
υψώνω-σαφώς μ' όλα αυτά διαφωνώ.

Μ' αυτό δεν αλλάζει το πράγμα βεβαίως
και ουτ' η άποψή μου κερδίζει έτσι κλέος-
μα ίσως να πρέπει κανείς να το πει-
λίγο έτσι μπορεί να μικραίνει η ντροπή.

Ω! Αν είχα λεφτά και παχύ πορτοφόλι
Ω! Τότε αναντίρρητα θα μ' ήθελαν όλοι!
...Μα τότε (το λέω κι από φρίκη ριγώ)
μπορεί να τους ήθελα όλους κι εγώ...



ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ

Μια αμερικάνα γνώρισα μικρούλα και δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".

Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει-
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.

Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".

Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ’κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.

Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι.
Κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-τι;-το Χρηματιστήριο.

Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, κι ας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.

Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:

όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη. 
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα. Μα αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
 μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ’ ένα κουόρι".

(κουόρι στηνΑμερική ε’ιναι άνα εικοσιπεντέλεπτο κέρμα)





ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟ
ΓΥΜΝΑΣΜΑ ΣΤΟ ΘΕΜΑ
ΞΕΝΗΤΕΙΑ

Όπως πετρώνει το τσιμέντο
που φτιάχνουν οι χτίστες
(το 'δα μια μέρα στο Τολέντο
που χτίζαν τις πίστες

στων ταυρομάχων τις αρένες),
κι όπως η λάβα
φόρμες ταιριάζει πετρωμένες
με χρώματα μαύρα

(κάνοντας ίσως και πτυχώσεις
στης γης το δέρμα)
ίδιο ένα πέτρωμα θα νιώσεις
στο νου και στο αίμα

όταν στα χόρτα καθισμένος
που η Άνοιξη εγέννα
ταλαιπωρείς συλλογισμένος
μπλοκάκι και πένα.

Απαραιτήτως βέβαια πρέπει-
νομίζω δεν το είπα-
άδεια από χρήμα να 'ναι η τσέπη
και να 'σαι στις ΗΠΑ.




ΕΥΓΕΝΗΣ

Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"-
σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".

Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"-
σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".

Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί, 

κι ας ήταν η ερώτηση αήθης
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνο φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής.







ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

Όλοι έχουμε περιόδους μ΄ ενδοστρέφεια κι εξωστρέφεια
αναλόγως με τα γούστα κι αναλόγως με τα κέφια. 
Πότε λιώνουμε στο κλάμα πότε ακράτητα γελάμε
κι ή μας πιάνει μουγγαμάρα ή ασταμάτητα μιλάμε.

Πότε μέτριο τονε θε 'με τον καφέ πότε γλυκύ. 
Να βρισκόμαστε ζητάμε ποτε εδώ και ποτε εκεί. 
Για τους ίδιους τους ανθρώπους όταν κάποιος μας ρωτά
πότε είμαστε υπέρ τους, πότε είμαστε κατά.

Πότε θέλουμε μονάξα πότε θέλουμε παρέα 
πότε όλα είναι σκάρτα πότε όλα ειν' ωραία 
και το ρόφημα το ίδιο ή πολύ θα μας αρέσει
ή ζητάμε απ' το γκαρσόνι να το πάρει από τη μέση.

Κι αν θα πεις για τα γραφτά μας δίχως άλλο είναι καλά. 
Μα η διάθεση την άλλη τη στιγμή πάλι χαλά
κι όχι πια-δε μας αρέσουν-τι στιχάκια του συρμού-
δε θα κόψουμε ποτέ μας κεφαλές εμείς Ερμού.

Κι η ζωή μας είναι όλη μια στο κρύο μια στη ζέστη-
ή "ζωή" θ' ακούς "εν τάφω" ή θ' ακούς "Χριστός ανέστη". 
Κι επειδή χαρά και λύπη δεν κολλούν να κάνουν κράμα
και ο Χάρος θα μας έβρει ή στο γέλιο ή στο κλάμα.



ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ..

Θάνατος είναι να λιπαίνεις
του μνήματός σου τα λουλούδια.
Θάνατος είναι αντίς ανθρώπους
να βλέπεις γύρω μαύρα ζούδια.

Είναι ανάγκη να μην έχεις
καμιάς γυναίκας την παρέα, 
κι είναι ποτέ να μη σε νοιάζουν
του ραδιοφώνου σου τα νέα.

Είναι ποτέ να μην κρυώνεις
κρύο όσο γύρω σου κι αν κάνει, 
είναι το μήκος των τριχών σου
να έχει πάψει πια ν' αυξάνει.

Θάνατος είναι να μην πρέπει
να φας να πιεις ή να διαβάσεις, 
είναι ποτέ σου να μην έχεις
να ξαναδώσεις εξετάσεις.

Θάνατος επιτέλους είναι
χώρο στο σπίτι να μην πιάνεις, 
θάνατος είναι, και κυρίως, 
να μη φοβάσαι να πεθάνεις.




ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ
ή  
ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ ΦΙΛΙ 

Εγώ δε φταίω. Ούτε αυτή. Ούτε κανένας άλλος. 
Από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.
Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά και άδολα και άσπιλα αγαπούνε.

Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα. 
Συγνώμη ευθύς θα ζήταγα από την καλή μου φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα... με τι χείλη...

και πια ευθύνη από κει και ύστερα δε φέρω
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.

Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ' άσπρα της τα μπράτσα. 

Κι αμέσως ύστερα απ' αυτό τις σφαίρες να σφυράνε
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.

Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ' το νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.

Και για να είμαι σίγουρος πως δεν έρθω πίσω
γυναίκα πάλι σταυρωτά δεν θα ξαναφιλήσω.



ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ

Αγάπησέ με-αγάπησέ με
πολύ εκράτησε η άρνησή σου
πρέπει οπωσδήποτε-άκουσέ με
να μ' αγαπήσεις-για συλλογίσου,
είδες ποτέ σου πιο μπερδεμένη
τη φύση γύρω; Πες πότε είδες
τη βεβαιότητα πιο σαστισμένη;
Πότε ασυννέφιαστες καταιγίδες;

Πότε άλλοτε είδες τον ωροδείκτη
λεφτά να δείχνει αντί για ώρες;
το στόμα πάνω από τη μύτη;
Πότε ωραίες γεροντοκόρες;

Λίγο ακόμα αυτό αν πάει
ίσα ο κάβουρας θα περπατήσει
κι ο ήλιος αύριο θα ρωτάει:
"με συγχωρείτε, πού είναι η δύση;

Άλλο σαν τούτο δεν έχει γίνει. 
Προτού το πράγμα δεν πάει άλλο
στην έρημή μου γείρε την κλίνη
και πάψε-κόπασε του’ τον σάλο. 






ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι 
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου 
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου-
πώς μπορεί μια πεταλούδα 
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό 
όπου τόσο σ'  απωθώ;
-Είσαι γκρίζος. Εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.

-Κι εγώ πάντα τραγουδώ. 
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω 
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ 
και δε στέκω ούτε λεφτό. 
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.

-Είμαι  εγώ τραγουδιστής
είσαι εσύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;

-Ω!  Αταίριαστοι πολύ 
’μεις οι δυο: εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι. 
Συ θα το 'χεις για κιβούρι. 

-Όμοια ειν'  τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα  αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ. 
Τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο… 

-Μια φορά εσύ αν καείς 
η φωτιά μου συνεχής.
Αχ!  με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι 
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομαι  εφτού-
α!  με σένα είμαι ίδια 
σα μου βγάλεις τα στολίδια.    





ΚΑΙ ΠΙΑ

Και πια θα έρθει η ώρα να πεθάνω
χωρίς όλα τα έργα να 'χω δει
χωρίς να 'χω γνωρίσει τη χλιδή
χωρίς αυτά που ήθελα να κάνω.

Χωρίς να έχω γράψει όσα μπορούσα
χωρίς να έχω πάει στον Καναδά
χωρίς να μάθω τ' είναι τα νωδά
χωρίς να έχω ζήσει όσο ζούσα.

Και πια θα έρθει η ώρα να πεθάνω
και πια θα έρθει η ώρα... και λοιπόν;
Θα λεν όλοι για μένα τότε "απών"
και δε θ' ακούω σα θα παίζουν πιάνο. 

                         -----






ΤΟ ΔΙΑΛΕΧΤΟ

Κάθε ημέρα σε ακώ
γλυκιά γειτόνισσά μου
σ' ένα παιδί που 'χεις μικρό
να λες: "Έλα κοντά μου… 

πες μου μωρό μου, μ' αγαπάς;
φάε όλο το φαγάκι…"
και λιγωμένα του ζητάς
"ω! δος μου ένα φιλάκι!"

Φαίνεται εκείνο δυστροπεί
μα πείσμα το 'χεις βάλει
και μετά σύντομη σιωπή
τα ίδια αρχίζεις πάλι.

Αχ! τρυφερέ μου εσύ καημέ
αφού αυτό δε θέλει
δε δοκιμάζεις και σ' εμέ
το διαλεχτό σου μέλι;

Είμαι υπάκουος-θα δεις
τρώω όλο το φαγάκι
το "σ' αγαπώ" θα βαρεθείς
κι αν πεις και για φιλάκι...




ΒΑΡΗΚΟΪΑ…

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένο. 
Εκείνος σκύβει προς αυτή
κι εκείνη μ' ύφος οργισμένο
του ξεφωνίζει μες στ' αυτί.

"Τ' είπες;" ρωτάει πάλι ο γέρος
κι αυτή για τέταρτη φορά
μες στου αυτιού το μέσα μέρος
τα ίδια λόγια του ιστορά.

Με περηφάνεια το σκυμμένο
κεφάλι ορθώνει τότε αυτός
και σκούζει μ' ύφος οργισμένο:
¨σιγά, δεν είμαι και κουφός.."



ΞΕΡΩ ΚΑΠΟΙΟΝ

Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.

Είναι πράος -είμαι οργίλος
είναι ξύπνιος ειμ' αργός
γίνομαι εύκολα εγώ φίλος
μ' όλους κείνος είναι εχθρός.

Το ταγκό εγώ χορεύω
του αρέσει αυτού το ροκ
ροκοκό εγώ διαλέγω
κείνος θέλει το μπαρόκ.

Για γυναίκες αν ρωτήσεις
του αρέσουν οι ξανθές'
κι οι δικές μου προτιμήσεις;
προτιμώ μελαχρινές.

Δε θα μ' ένοιαζε για κείνον
πώς περνάει και πώς ζει
στην οδό Ακανθοκρίνων
αν δε μέναμε μαζί

κι αν δεν είχαμε το ίδιο
να μοιράζουμε ποτό
κι αν δεν είχαμε μερίδιο
απ' το ίδιο φαγητό.

Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.




ΕΠΕΙΔΗ ΟΛΟΙ

Επειδή όλοι εδώ πέρα
συζητάνε για λεφτά
είπα να 'βρω μια γυναίκα
να μη νοιάζεται γι αυτά.

Και τη βρήκα. Κι είν' αλήθεια
για λεφτά παρά δε δίνει-
δυο δολάρια όταν είδε:
"τ' είν' αυτά;" μου είπε εκείνη.

Την παντρεύτηκα εν τάχει
και της είπα τι χαρά
είχα νιώσει όταν είδα
που αψηφούσε τον παρά.

Και μου είπε αυτή: "Βεβαίως'
τ' είναι σήμερα δυο μπάξις;
δεν μπορείς ούτε μια πέτρα
στο τσακμάκι σου ν' αλλάξεις..."




ΤΙ ΚΑΛΑ ΘΑ 'ΤΑΝ

Τι καλά θα 'ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
φέρονταν στο σύζυγό της
όπως φέρεται στους ξένους!

Και στους ξένους αν φερόνταν-
τέτοιο αν ήταν το μυαλό της-
όπως τώρα για αιώνες
φέρεται στο σύζυγό της...

Όταν κείνος της μιλούσε
να τον κοίταζε στα μάτια
και το βλέμμα της σε σπάνια
να τον έμπαζε παλάτια.

Σα μπροστά του εμφανιζόταν
να 'τανε σεμνά ντυμένη
σαν η μόνη-σαν η πρώτη
σαν η πάντα ερωτευμένη.

Να του μίλαγε με γλύκα
κι όταν κάτι της ζητούσε
δίχως να σκεφτεί καθόλου
"ναι" μονάχα ν' απαντούσε.

Γελαστή πάντοτε να 'ταν
και ποτέ αδιαφορία
ή οργή το πρόσωπό της
να μη σκίαζε καμία.

Η ευγένεια και η γλύκα
να 'δεναν στο φέρσιμό της-
δηλαδή με λόγια δύο
θηλυκός να 'ταν ιππότης.

Κι αν τ΄ αδύνατα ζητάω
όμως μ' όλα τα δικά της
έτσι και σε κείνον μόνο
να 'δινε τον έρωτά της.

Τι καλά θα 'ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
έδινε στο σύζυγό της
ό,τι σπαταλάει στους ξένους!






ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στο καφενείο καθισμένος
δύο ζευγάρια απέναντί μου.
Τι θα γινόταν τάχα όταν-
αν το 'χα αυτό στη μπόρεσή μου

το δαχτυλάκι μου κουνώντας
τους άντρες άλλαζα αμοιβαίως;
Δεν είναι δύσκολο να ξέρω:
όταν στη γριά πήγαινε ο νέος

θα καλοδέχονταν εκείνη
την αλλαγή και θ' απαιτούσε
χαρά γεμάτη κι ευτυχία
το πράγμα αυτό να διαρκούσε.

Η νέα τώρα με το γέρο
θα εξαρτούσε από το χρήμα
ποιο-προσεγμένα καμωμένο-
το επόμενό της θα 'ταν βήμα.




ΓΕΜΑΤΟΣ ΜΕ ΘΛΙΨΗ

Γεμάτος με θλίψη
και άλλα πολλά
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά.

Μου έχεις σηκώσει
εσύ τα μυαλά
μου έχεις σηκώσει
και άλλα πολλά.

Σε έχασα κι όλα
τα βλέπω θολά-
τα τούβλα, τα βόδια
και άλλα πολλά.

Αν ησουν κοντά μου
θα ήταν καλά'
θα κάναμε τρέλες
και άλλα πολλά.

Θα σου 'γραφα ακόμα
και άλλα πολλά
μα έχω μελέτη
και άλλα πολλά.

Και τώρα με θλίψη
και άλλα πολλά
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά.


ΑΚΟΥ!

Γιατί δεν ξέρω να σου πω
αλλά με μιαν αφέλεια
φίλες και φίλοι και τους δυο
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Κι αν πεις πως είμαστε ψηλοί
κι ότι είμαστε μελάτοι -
ή κάτι έχουμε μελί-
το δέρμα μας, το μάτι, 

δίκιο θα είχανε. Αλλά
με ασχετωσύνη τέλεια
όλοι τους σώνει και καλά
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Αν θες φιλάω και σταυρό
μα τώρα είναι τρεις χρόνοι
που όποιαν φίλη συναντώ
μου λέει αμέσως "χόνι"

Και ας ρωτώ, μόνο γελούν
κανείς δε μ' απαντάει
γιατί ολοι οι φίλοι σα με δουν
μου λένε πάντα "χάϊ".

Ξέρω μονάχα και οι δυο
πως σκάζουμε στα γέλια
όταν μας λένε όλοι εδώ
ψηλούς και-άκου!- μέλια...



ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ
Ή
ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία.

Με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «Θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν' αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου 'ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;

Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ' άλλα δέντρα να τρυγάμε,
αλλά μήλο να μη φάμε!».

«Ξέρω τι μας έχει πει,
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα:

είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί-γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι!
Ποιος σου το ’πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα 'ναι-
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
Ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει…

Και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

Τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα την λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε 'συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός.
Γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,

δεΝ θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! Φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή.
Μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.



Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

 Σχολια ειδησεων 17-2-26
«Το AfD ξέρει ακριβώς τι κάνει. Με αηδιάζει το πόσο λίγη αξιοπρέπεια και πόσο λίγο σεβασμό δείχνει το κόμμα αυτό για την ιστορία μας. Θεέ μου, για πόσο ηλίθιους μας περνάνε;».
Με αυτό τον τρόπο αντέδρασε η Σεράπ Γκιουλέρ, βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος των συντηρητικών (CDU), στην είδηση ότι η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το ακροδεξιό αντιπολιτευόμενο κόμμα, προγραμμάτισε το φετινό συνέδριό του ώστε να συμπέσει με την επέτειο των 100 ετών από σημαντική εκδήλωση του ναζιστικού κόμματος στη Βαϊμάρη το 1926.

Κυρία Σεράπ Γκιουλέρ, Τι θετρινισμός! Σας είπε κάποιος ότι οι λαοί αλλάζουν ιδέες, ιδεολογίες, χούγια, όσες χιλιετηρίδες και αν περάσουν; Ούτε αμφιβάλλω για την νοημοσύνη σας. Τότε προς τι η έκπληξή σας; Όσες εκατονταετίες και αν περάσουν οι Γερμανοί θα είστε γερμανοί κυρία μου.

***

“Η κυρία Γκίλφοϊλ δήλωσε ενθουσιασμένη από τη διοργάνωση και συνομιλώντας με εργαζόμενους της ΕΡΤ, έδωσε συγχαρητήρια για την υπέροχη βραδιά, τονίζοντας ότι η οργάνωση ήταν εξαιρετική.”

Η κυρία Γκιλφόιλ επαίνεσε την ωραία βραδιά που πέρασε στην εκδήλωση που οργανώθηκε για την εκλογή του τραγουδιού που θα μας εκπροσωπήσει στην Γιουροβόζιον.
Για το τραγούδι δεν είπε κάτι.
Και έτσι κάνοντας ανέβηκε στην εκτίμησή μου.
Γιατί εδώ ήρθε σαν πρέσβειρα της χώρας της, όχι σαν υμνήτρια των σκουπιδιών της χώρας μας.
Δείχνει έτσι ότι και κρίση υγιά έχει, αλλά και πόσο καλή διπλωμάτις είναι.
 

***

Αλλά δεν τελειώσαμε με το «τραγούδι-ο θεός να το κάνει».. Οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, και τα κάθε είδους ακριβοπληρωμένα λιβανιστήρια, θα μας λιβανίζουν με υμνωδίες, με επαίνους για την νέα διεθνή ελληνική φωνή, θα εξυμνούν τη μήτρα της Ελλάδας που ξεπετάει τέτοια παγκόσμιας εμβέλειας διαμάντια, θα επαινούν όλους όσοι συμμετείχαν στο «υπέροχο» αυτό δημιούργημα, θα μας μοστράρουν καθημερινά τους συντελεστές αυτής της πανδαισίας, θα μάθουμε τι τρώει ο «τραγουδιστής», τι έκανε η προγιαγιά και ο προπάππος του, και θα έχουμε ετοιμαστεί να δικαιολογήσουμε την παταγώδη αποτυχία του τραγουδιού σαν το αποτέλεσμα ανθελληνικών συμφερόντων, πουλημένων ψήφων, αλλά και εσκεμμένων κακοβουλιών παγκοσμίου εμβέλειας από χώρες και Ιδρύματα που δεν χωνεύουν την μία και μοναδική Ελλάδα.
Κακόμοιρη Ελλάδα!... 



*

Καισαριανή. Φωτογραφίες διακοσίων Ανθρώπων που αποδέχονται τον θάνατο, προκειμένου η Ανθρωπιά να επικρατήσει πάνω στη γη. 
Εμείς και χωρίς να τους έχουμε δει, ξέρουμε τι χάσαμε χάνοντάς τους.
Αυτοί, καλλίτερα να μην μπορούν να δουν από κει τι απόγινε η πατρίδα τους.
Να μη δουν δηλαδή ότι αυτή είναι ο τόπος όπου ο ένας κλέβει τον άλλονε, ο τόπος των σκανδάλων, της υποτέλειας, του ραγιαδισμού. Ο τόπος ο τελευταίος σε κάθε καλό και πρώτος σε κάθε βρωμιά, ο τόπος με ένα κουμουνιστικό κόμμα που κάνει συντεταγμένες πορείες τύπου μαθητών δημοτικού, ο τόπος-εχθρός κάθε παιδιού της.
Αυτή είναι η Ελλάδα. Ό,τι είναι το τραγούδι που εκλέχτηκε να την εκπροσωπήσει στην Ευρώπη- δηλαδή ένας εξευτελισμός και μία βλακώδης χυδαιότητα.
Πραγματικά αντάξια η μία του άλλου. 

***
Η τιβί έδειξε εικόνες από την Ουκρανία, όπου βιαίως συλλαμβάνονται στους δρόμους νεαροί, για να ντυθούν με το ζόρι στρατιώτες!
Ένας πόλεμος που δεν λέει να τελειώσει.
Ποιος τον άρχισε; Η Ουκρανία που θέλησε να μπει στο ΝΑΤΟ παρά τα συμφωνημένα, ή ο Πούτιν που αυτό το θεώρησε εχθρική πράξη;

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

 Κι άλλα δεκατεσσεροφλεβαριάτικα για χρήση από τους φίλους του σάιτ μου


ΑΡΡΩΣΤΗ

Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;

Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;

Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:

ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..




ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ

Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.

Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.

Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβυσμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.





ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΙΣ

Κι αν μου στύψεις το κεφάλι
την ψυχή κι αν θα μου γδάρεις
ουτ' ευχή δε θα 'βρει πάλι
από μένανε να πάρεις.

Λες και πάντα ήταν για μένα
δεκατέσσερες Φλεβάρη
σου τα εχω όλα δοσμένα
και μου τα 'χεις όλα πάρει.

Έτσι αν θέλεις του εθίμου
τη σειρά να συνεχίσεις
πρέπει του άγιου Βαλεντίνου
κάτι εσύ να μου χαρίσεις.

ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ

Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ' ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.

Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε'
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα' πάτα λαφριά σιγή μου
και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τηνε ξυπνάτε-
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.


ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί…

Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…



ΣΕ ΛΙΓΟ

Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.

Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.


ΠΕΘΑΙΝΩ

Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.

Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…


ΕΣΥ..

Μου' παν πως ήρθες τι μ' αυτό;.. για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω
με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ' εσέ δοσμένου μου του νου.

Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ
σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ
έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να 'μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.

Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ
όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν' ιαχή
σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει
με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.

Εσύ ' σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός
στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός
είσ' η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά
για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.

Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου, εσύ και τους χαλάς.

Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί'
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..

Μου' παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ' τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να 'ξεραν πως πάντοτε για μένα εισαι εδώ…


ΣΚΛΗΡΟΤΗ

Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους
μέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.

Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.

Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι
κι εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.

Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ό,τι εκείνα είχαν κρατούν κι ό,τ' είχε αυτή κρατάει
μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.


Η ΓΑΤΟΥΛΑ

Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
μ' ασπρόμαυρο κεφάλι και κορμί
και μια καφέ στο μάτι βούλα-
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.

Το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
και δίχως μιαν αιτία ή αφορμή
ναζιάρικα πολύ να νιαουρίζει-
το λάστιχο το σώμα να λυγίζει

Τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι
και όπως μόνο εκείνη το μπορεί
επάνω μου να τρίβεται όπως ξέρει-
τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι.

Τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι
και θάματα το φως τους να ιστορεί
ποτέ της να μη λέει όχι στο χάδι-
τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι.

Τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται
αργόσυρτη, υγρή, νωχελική
και σ' άσεμνη μια στάση να κοιμιέται-
τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται.

Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
κι απ' όλους να την έχω μυστική'
με μια καφέ στο μάτι βούλα
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.


ΚΑΜΙΑ

Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.


Ο ΛΟΓΟΣ

Εχ' ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ
το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.

Σιγμ' άλφα γάμμ' άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά'
πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.

Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.


ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…




ΤΟΣΑ ΧΑΔΙΑ

Το σώμα της γλιστράει στο φουστάνι;..
Το φουστανάκι της πάνω στο σώμα;..
Κι εκείνο έτσι ρόδινη την κάνει
ή αυτή το τέτοιο ροζ του δίνει χρώμα;

Κινείται κι ερωτεύεται μαζί της
ανάλαφρα το σώμα της χαϊδεύει
στήθη, κοιλίτσα της, γοφοί, μηροί της
παιδεύουν το κι εκείνο τα παιδεύει.

Και άλλοτε την καίει και τη φλογίζει
άλλοτε σαν νεράκι αργοκυλάει
και παλι η απορία με ζαλίζει
αυτή 'ναι ή εκείνο που μιλάει;

Α! ποια της το εκέντησε νεράϊδα
κι έτσι το σώμα της αιθέρια ντύνει
που μέσα του φτερώνουν τόσα χάδια
και τόσα εκεί φωλιάζουν πόθων σμήνη;

Α! Δυάδα μαγική! Φόρεμα! Σώμα!
Α! Που όταν μες στα χέρια μου σας κλείσω
όπως και τώρα δα και τότε ακόμα
τι πρώτο δε θα ξέρω να φιλήσω.


ΚΑΜΜΕΝΟ

Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.

Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.

Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.

Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.


ΕΛΑΤΕ

Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε'
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.

Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.

Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.

Και ούτε που ζητάω τη γλωσσούλα της
ν' ακούσω θέλω μόνο μια λεξούλα της'
ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν' αγγίσω.

Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ' όμηροι-
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της-
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.

Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.

Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.  



ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ

Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ' τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ' αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω'
είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.

Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ' άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.

Είναι που θα 'μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη
είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη"'
είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ' αλαφραίνει
φωνή' καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.

Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα 'ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη
είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.


Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ

Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.

Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.

Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήτανε το έργο το μαγικό της".

Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.

 
ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΦΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ




Αν ήμουνα βασιλιάς θα έδινα το θρόνο μου για
το συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Κι αν ήμουνα θεός, θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ


Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ


Οι μεν ιππήων στρότον
οι δε πέσδων οι δε νάων
φαις’ επί γαν μέλαιναν
έμμεναι κάλλιστον
εγώ δε κην' όττω τις έρραται.
ΣΑΠΦΩ







ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ

Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.

Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.

Πρέπει να είναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
                       -----



ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ

Στοn μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.

Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.

Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.



ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θα 'ρθει ο καιρός τα χέρια του
να 'ναι άσαρκα και κρύα.
Αυτή θα είναι τότε μια
πολύ γριά κυρία,

και με τη μνήμη οδηγό
γυρνώντας πάλι πίσω
θα λέει "πώς έτσι έγινε
να μη τον αγαπήσω;"

Θα 'ρθει ο καιρός το στόμα του
να 'ναι γεμάτο χώμα
αλλά γι αυτόν δε θα πονά
ούτε και τότε ακόμα.


ΣΕ ΛΙΓΟ

Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.

Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.


ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ

Από τον πόνο το βαθύ
κι απ' τα πολλά σου πάθη
τ' άθλιο κορμί μου θα χαθεί
για τη δική σου αγάπη.

Όμως τα λόγια σου καλά
θα πρέπει να προσέχεις
όταν να με-δεις για φορά
στερνή στον τάφο μου έρθεις.

Μετάνοιας λέξεις μην εβγούν
απ' τα γλυκά σου χείλη-
μη να γυρίσω μου ζητάν
απ' όπου μ' έχουν στείλει.

Μην τώρα πεις ότι πονάς
και θέλεις να 'ρθω πίσω
γιατί σα δω πως με ζητάς,
να ξέρεις: θ' αναστήσω!..

ΑΛΛΟΙ

Εκείνοι που βαφτίζουνε ή γάμο έχουν κανένα
φτωχούς να βρούνε τίποτε τραγουδιστές κοιτάνε
κι από 'να ξεροκόμματο πετώντας στον καθένα
ολη τη μέρα πίνουνε, χορεύουν και γλεντάνε.

Ένας φτωχός τραγουδιστής είμαι στο πανηγύρι
που στη γιορτή τους έστησαν τ' ανείπωτά σου κάλλη,
μα σ' ένα πιάτο ανάμεσα κι εν' αδειανό ποτήρι
ό,τι εγώ τραγούδησα θα το χαρούνε άλλοι.


ΣΑ ΝΑ 'ΧΑ

Πήγε  και του 'πε: "πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτoια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;

Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;"

Τι να της έλεγε αυτός;
Πως κλείνει μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;

Κάτι σιγομουρμούρισε
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει, φέρθηκε
κι εγώ σα να 'χε μέρα.




ΚΑΜΕΝΟ

Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.

Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.

Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.

Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ…

Δεν είναι που δε σ' έφεραν οι κάμποι
τα πέλαγα κι η άμμος της ερήμου.
Δεν είναι που η χάρη σου για να 'μπει
εγκρέμισα τους τοίχους της ζωής μου.

Δεν είναι που προσμένοντας εσένα
δε γνώρισα χαρά καμίαν άλλη
ούτε είναι που ακλουθώντας με η πέννα
για σένα μόνο εβάλθηκε να ψάλλει.

Μα είναι που του Χρόνου το ατλάζι
καθώς θα δειλοστέκεις αποπίσω
παχύπλεχτο κι αδρό θα σε σκεπάζει
και πια, Αγάπη, δεν θα σε γνωρίσω.



ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ

Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.

Αν ήταν, θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.


ΤΑ ΔΡΥΙΝΑ

Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.

Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.




ΑΓΑΠΗ
 
«Τ’ ειν’ η ζωή;», ερώτησα το βιαστικό αγέρι.
«Εγώ όλο τρέχω, εγώ φυσώ, εγώ περνάω μόνο,
ρημάζω, καίω, καίγομαι, γκρεμίζω, ξεριζώνω,
και τα πετούμενα κρατώ μες στ’ απαλό μου χέρι.»
 
Ερώτησα τη θάλασσα τ’ ειν’ η ζωή να μάθω.
«Εγώ τα γοργοτάξιδα καράβια σου βυθίζω,
εγώ ανταριάζω και χτυπώ, θυμώνω και αφρίζω,
και το νερό ζυμώνοντας ψάρια και φύκια πλάθω.»
 
Στο χώμα που στη ράχη του όλα γερά κρατάει
στράφηκα και απόκριση ζητώ στο ρώτημά μου.
« Η  απάντηση δε βρίσκεται στα χείλη τα δικά μου.
Μα ρώτησε τον Πλάστη μας που όλα τ’ απαντάει.»
 
Και στράφηκα τριγύρω μου: «Όπου κι αν είσαι πες μου
Πλάστη, τι είναι η ζωή που μου όρισες να ζήσω-
δώσε μου την απάντηση που μόνος μου δε βρίσκω
και που κρατάει μέσα της τις χάρες τις κρυφές μου.»
 
Αμέσως, κάθε θόρυβος, κάθε φωνή, εστάθη.
Και στη σιωπή που άφησε το τέλος της μιλιάς μου,
μού αποκριθήκαν απαλά οι χτύποι της καρδιάς μου:
«Αγάπη είναι η ζωή. Αγάπη... Αγάπη... Αγάπη...»




ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ…

Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Ρίζα που τρώει τη ρίζα της!
Φωτιά που τρέφεται απ’ τις φλόγες της!

Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Η μάχη με τον εαυτό της!  
Γι αυτό και νικητή δεν έχει ή νικημένο!
Αυτή και αγώνας και αντίπαλος ονειρικός!

Και πώς θα μπόρηγε να μετρηθεί με κάποιον
Αφού άλλο τίποτα απ’ αυτήνε δεν υπάρχει!

Και η αγαπημένη ακόμα
Αφού τη σπίθα έδωσε,
Εχάθηκε στα βάθη μέσα
Η ίδια αυτή που γέννησε.

Στα βάθη όπου μέσα τους εσαεί
Ρίζες και φλόγες δαπανώνται
Μη αναλισκόμενες.

Αυτό αγάπη είναι λοιπόν:
Να μην υπάρχεις!


Ω! ΚΙ ΕΓΩ!

Μ' αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει μπρος μου
λίγο πριν μου ξεριζώσει το φιλί,

Μ' αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει όπως κλαδάκι η πυρκαγιά.

Μ΄ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο'
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.

Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ' τον καλό μου να βρεθώ.

Σας το είπα-ο καλός μου μ' αγαπάει'
μα κι εμένα-και ας ειμ' εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ.


ΓΥΝΑΙΚΑ

Απ' τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ' τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ' τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ' τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι…

απ' τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ' ανάσασμα αντρικό δε σ' έχει ακόμ' αγγίξει
απ' τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη…

απ' τη στιγμή που όταν κανείς τ' ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ' ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου…

απ' τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας…
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας,

απ' τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα,
αντίο τότε πες μικρή σ' όλα τα παιδικά σου
και σ' όλη την αξία σου-πια έγινες γυναίκα.


Ο ΛΟΓΟΣ

Έχω ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ.
Το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.

Σιγμ' άλφα γαμμ' , άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά.
Πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.

Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ-
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.


ΆΧΑΡΕΣ

Α! Τίποτα δε χάρηκα μέσα σ' αυτή τη ζήση!
Α! Τίποτα δεν έζησα που να 'τανε καλό!
Και δίχως μιαν αναλαμπή ο λύχνος μου θα σβήσει
κι ως τότε άχαρες, ψυχρές, τις μέρες θα περνώ.

Έτσι ως θρηνούσε κάθοντας μονάχος στο σκοτάδι
μια θύμηση ήρθε ξαφνικά στο νου του ριγηλή
και του 'πε: «Ξέχασες λοιπόν αχάριστε, το βράδυ
που ένα Εκείνη σου 'δωσε στο μάγουλο φιλί;..»


ΠΟΝΗΡΟΥΛΑ

Είσαι καλή κι είσαι γλυκιά κι είσαι κομψή κι ωραία
έχεις χαρές αρίθμητες και ομορφάδες πλήθος.
Είσαι σεμνή κιεργατική, καλοφτιαγμένη, νέα
κι η ίδια του Έρωτα η θεά σου έπλασε το στήθος.

Όμως αν ήσουν φαγητό, όπως σ' έχω περιγράψει,
ανάλατη θα ήσουνα-θα 'φερνες αναγούλα.
Μα όχι-θεός ή διάβολος, όποιος κι αν σ' έχει πλάσει
σου έβαλε το αλάτι σου: λίγο είσαι πονηρούλα.


ΠΕΘΑΙΝΩ

Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.

Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει,
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…


Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ

Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.

Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.

Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήταν αυτό το έργο το μαγικό της".

Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι,
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.


ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί;..

Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…


ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Πουλιά γλυκά-πουλιά μικρά-πουλιά μου αγαπημένα
πουλιά μου γλυκολάλητα κι ακριβοθωρημένα
πουλάκια μου απαλόφτερα, συντρόφια μου πουλάκια
εσείς που ομορφαίνετε των δέντρων τα κλαδάκια
γλυκά πολια-πικρά πουλιά-πώς να σας πώ-
σταθείτε και ακούσετε μια λέξη:αγαπώ.




ΚΑΜΙΑ

Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.



ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…



ΦΕΓΓΑΡΙ…

Φεγγάρι μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
Να βάλω μέσα τις γροθιές μου
Να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.



ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ

Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
της πρωινής της τής δουλειάς  τ' ανυποψίαστο γέρας,
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.

Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε!
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα! Πάτα λαφριά σιγή μου!
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τήνε ξυπνάτε:
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.





ΩΣ ΤΟΝ ΑΔΗ

Οι τόσοι, πόνοι που με πότισες…
Οι που μου δίνεις τόσες λύπες…
Οι τόσοι πούχεις βάλει γύπες
Να τρων το σκότι μου που άρρωστησες…

Το εισιτήριό μου θάναι το άσφαλτο
Μες στον Παράδεισο για νάμπω
Ενώ στης Κόλασης τον κάμπο
Συ σε καυτή θα ψήνεσαι άσφαλτο.

Μα η Αγάπη μου αγάπη μου
θα μ’ ακλουθήσει ως τον Αδη.
Και-μη φοβάσαι-κάθε βράδυ
Θα σε δροσίζω με το χάδι μου.



TO ΦΙΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Ένα φιλί κι ένα μαχαίρι
κρατεί στα χέρια η Ζωή.
Στριφογυρνώντας κάθε χέρι
μέσα στα πλήθη προχωρεί.

Ζωή, μαχαίρι εμένα δος μου
-αχ- δος μου δυο αν σε βολεί
αλλά, Βασίλισσα του Κόσμου
δώσε σ’ Εκείνηνε φιλί.


ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΣΕΙΣ

Γιατί το σώμα της Θεέ να κάνεις έτσι τέλειο
Που όταν μπροστά μου το θωρώ να χάνομαι-να σβήνω..
Δε σ’ έφτανε το άγιο, σοφό σου Ευαγγέλιο
Επρεπε την τελειότητα να δώσεις και σε κείνο;

Και, Θε, γιατί της έβαλες μέσα στο μυαλουδάκι
Την τάση την ολέθρια να ντύνεται με γούστο
Και μ' ένα ψεύτικο μπλουζί, μ' ένα παντελονάκι
Εδέμ να κάνει τους γλουτούς και Κόλαση το μπούστο;

Κι ωραία΄ την έπλασες΄ γιατί οι δρόμοι μας να σμίξουν;
Γιατί η βουλή Σου ήτανε να μου τηνε γνωρίσεις;
Τα χείλη σου γι απόκριση το ξέρω δε θ' ανοίξουν. ΄
Θα σου το πω λοιπόν εγώ! για να με βασανίσεις!




ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Όταν σε έπλασε ο Θεός
Στάθηκε λίγο σκεφτικός
«Η ομορφιά που έχω δέσει
Σε ποιάν ασχήμια θα χωρέσει;

Να τήνε στείλω στους διαβόλους
Θα τους κολάσει πάλι όλους
Να τήνε στείλω στους αγγέλους
Θαν ’ η αρχή αυτή του τέλους".

Κι αφού παιδεύτηκε πολύ
 Μιά κάποια λύση για να βρει
 Κι αφού απέρριψε πλανήτες
Και Γαλαξίες και Μαύρες Τρύπες,

Κι αφού κατάλληλη καμία  
Για σε δε βρήκε κατοικία  
Σ’ όλης της Πλάσης Του τους τόπους,
Είπε "Ας πάει στους ανθρώπους".

Και από τότε τυραννούν
Όποιον τα μάτια σου κοιτούν
Και διπλοκαίν και τσιγαρίζουν
Όποιον τα χέρια σου αγγίζουν.

Όποιον τα χείλια σου φιλούνε
Φαρμάκια χίλια τον κερνούνε,
Κι όποιος κοιτάξει το κορμί σου
"Αντίο" λέει του Παραδείσου.
 

ΒΓΕΣ

Βγες να σε δει ο Αυγερινός
μικρή μου περιστέρα.
Βγες νάβγει ο ήλιος ο λαμπρός
Και ν’ αρχινίσει η μέρα.

Βγες και προσμένει το πουλί
Πάλι να κελαδήσει.
Βγες πάλι η Γη μ’ ένα φιλί
Γλυκό σου να γυρίσει.


ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ

Να τραγουδήσω τ’ άνθος και τη θάλασσα
Θα μου θυμώσει ο ήλιος.
Να τραγουδήσω το φως και τα πουλιά
Θα μου θυμώσει η Άνοιξη.
Κι αν τραγουδήσω τα χείλια και τα χέρια σου
Όλο παράπονο τα μάτια σου θα κλαίνε.



ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ

Σου απαγορεύω νάρχεσαι σαν Ανοιξη
Και να σκορπίζεις γύρω μου λουλούδια
Και να μοιράζεις ευωδιές και χρώματα
Και τιτιβίσματα πουλιών.

Σου απαγορεύω της ζωής μου τα σκοτάδια
Με των ματιών σου τις ανταύγειες να φωτίζεις
Σου απαγορεύω αυστηρά κάθε μου λύπη
Να τήνε κάνεις ονειρόπλαστη χαρά.

Σου απαγορεύω ακουμπώντας μου το χέρι
Σαν φύλλο να με κάνεις να ριγώ
Σου απαγορεύω σα Θεό να σε λατρεύω-
Σου απαγορεύω νά σ’ αγαπώ.


ΜΙΚΡΑ ΜΙΚΡΑ

Αγαπώ κάθε τι που ειν’ δικό μου:
Το παλτό, το σκυλί, το στυλό μου.
Μα εσένα… και πώς να το πω…..
Να… Εσένα γιατί σ’ αγαπώ;..

*

Την όποια του αξία καθορίζουν
Σ’ έναν ηθμό οι τρύπες.
Με καίνε, με πονούν, με βασανίζουν
Τα λόγια που δεν είπες.

*

Σήμερα που όλα ισορροπούν και που έτσι λες ταιριάζουν-
η αγάπη μου, οι κουβέντες σου, οι θύμησες που σφάζουν-  σκέφτηκα πως θα έχανα μοναδική ευκαιρία
αν δεν κατέγραφα εδώ αυτή τηΝ συγκυρία.

*

Όταν κοντά σου ήμουνα έλιωνα από τον πόνο
Που δεν δυνόμουνα παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μακριά σου έφυγα, αλλά, πάλι δεν ησυχάζω-
Τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.

*

Τόσο κοντά σου να ’μαι και να μην μπορώ
Λίγο ν’ αγγίσω μια σου τρίχα, ένα ρούχο…
Τόσο κοντά σου να μια και να μην μπορώ
Λίγον να δείξω από τον έρωτα που σου ’χω…

*

Έτσι που κάθε μέρα με σκοτώνεις
με το φιλί σου απαγορευμένο,
του θάνατου ένα βάσανο γλιτώνεις:
όταν θα ρθεί, θα μ’ έβρει πεθαμένον.


*

Ωραία. Με βαρέθηκες. Είναι δικαίωμά σου
Και σ’ άλλους την πολύδοτη να δώσεις την καρδιά σου.
Όμως να φύγεις ξέρε το, ποτέ δεν θα σ’ αφήσω  
αν τα φιλιά που σου ’δωσα δεν μου τα δώσεις πίσω.

*

Πες μου πού βρήκες το κορμί, το πρόσωπο, τα μέλη,
που τόση γλύκα γύρω τους σκορπάνε κι ευωδιά.  
Πες μου να πάω κι εγώ εκεί για να φορτώσω μέλι,
και θα σου πω σ’ αντάλλαγμα πού θα ’βρεις και καρδιά.  

*

Πήγα στον ύπνο μου να σε φιλήσω
Κι εσύ το στόμα σου το ’κανες πίσω!
Μεγαλοπιάστρα και πεισματούσα
Όνειρο ήτανε κι ας σε φιλούσα…

*

Κάθε επαφή μαζί σου κι ένας χαμός.
Ικέτης σου έρχομαι και φεύγω πίσω
Πιο ρημαγμένος, πιο φτωχός.
Τίποτα πάλι δε θα σου ζητήσω.

*

Μια θάλασσα ακύμαντη. Ένας γλάρος.
Μια ασάλευτη βαρκούλα. Ένα κοχύλι.
Κι εγώ ν’ αργοζυγιάζομαι σαν γλάρος
Επάνω απ’ τα μελένια σου τα χείλη.


*

Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.

*

Αγάπη αγάπη αγάπη μου-
αγάπη αγάπη φως μου
μαζί σου να 'μαι κι ας βρεθώ
στα πέρατα του κόσμου.

Και ας μην ήμουνα παρά
μόριο ένα μόνο σκόνης
πάνω στο παπουτσάκι σου
σε βήμα όταν τ' απλώνεις.

*

Με το λίγο κρασί σ’ αγαπάω
Με πολύ σε ξεχνώ.
Μα όταν πιω γιατί πίνω ξεχνάω  
Και… ξανά σ’ αγαπώ!..

*

Παρέλαση φιλιών.
To δικό σου πρώτο-σημαιοφόρος.

*

Αδιάσπαστη ενότητα συνθέτουν
η άρνησή σου και η υποταγή μου.
Κανένα από τα δύο δεν γίνεται να ήταν αλλιώς.
Τη σωστή μόνο δόση να συντηρήσουμε.    

*

Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή
προτού ο ήλιος να έχει βγει.
Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο και φλογερό.

*

Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω,
μα πέρσι ανταλλάξαμε ιούς…


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

 ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ  

Χρόνος: Εκατομμύρια χρόνια πριν.
Τόπος: Κάπου στον Γαλαξία μας.

Πρόσωπα:
ΖΩΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
ΧΑΡΩΝΑΣ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ (ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ
ΑΝΑΓΚΗ (ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ)


Ένα γραφείο. Όπως βλέπουν οι θεατές, δεξιά ένα έπιπλο-γραφείο, ογκώδες, με σκαλιστή καρέκλα. Όποιος κάθεται σ’ αυτήν έχει αριστερά του τους θεατές. Αριστερά
και στο βάθος ένα μικρότερο γραφείο με
καρέκλα. Δίπλα στο γραφείο η πόρτα. Κάποιο παράθυρο. Ακόμα στο δωμάτιο τραπεζάκι με δύο καρέκλες, βιβλιοθήκη. Στους τοίχους φωτογραφίες ζώων και φυτών και ανατομικοί πίνακες. Πάνω στο μεγάλο
γραφείο υδρόγειος σφαίρα με διαφοροποιημένα όρια ξηράς και θάλασσας. Το μεγάλο γραφείο
είναι της Ζωής. Το μικρό του Χάρωνα. Όταν
ανοίγει η αυλαία στη σκηνή βρίσκεται η
Ζωή. Νέα, αδύνατη, συμπαθητική. Φοράει
ζωηρόχρωμα ρούχα. Περπατάει νευρικά.
Πηγαίνει στο παράθυρο. Σηκώνει την
κουρτίνα. Βλέπει έξω. Περπατάει. Κοιτάζει το
ρολόϊ της. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η
Γραμματέας κρατώντας χαρτιά στα χέρια της.


ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(με σεβασμό)
Τα εισερχόμενα.

ΖΩΗ
(πλησιάζει στο γραφείο της)
Τι έχουμε σήμερα;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνει το πρώτο χαρτί επάνω στο γραφείο)
Απειλητική αύξηση των μυρμηγκιών.
(περιμένει σχόλιο για να προχωρήσει στο επόμενο
χαρτί)

ΖΩΗ
Προχώρα.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνοντας ένα ένα τα χαρτιά)
Αίτηση από το Τμήμα Θαλάσσης για την ενίσχυση των μέσων άμυνας των χταποδιών... η Μηνιαία Στατιστική του Πεδινού Τμήματος... πρόταση της Γραμματείας Φυτών για τη σμίκρυνση των πεύκων... η μελέτη του Γραφείου Ερήμων για την επίδραση της πτώσεως της θερμοκρασίας στην ομοιόσταση των αρθροπόδων... δύο αιτήσεις αδείας.

ΖΩΗ
Καλά. Άφησέ τα. Θα τα δω αργότερα. Φάνηκε ο Παρατηρητής;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι ακόμα.

ΖΩΗ
Όταν έρθει να τον δω αμέσως.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
(πηγαίνει προς την πόρτα)

ΖΩΗ
Έτοιμη για την επιθεώρηση;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όλα εντάξει.
(βγαίνει)

ΖΩΗ
(Κοιτάζει το ρολόϊ της. Βηματίζει. Πηγαίνει στο
παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Την ίδια στιγμή χτύποι στην πόρτα. Αφήνει την κουρτίνα να πέσει.)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Παρατηρητής)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κουρασμένος)
Ουφ!..

ΖΩΗ
Λέγε!

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(πειραγμένος από το απότομο της Ζωής)
Να κάτσω πρώτα;

ΖΩΗ
Κάτσε αλλά λέγε.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κάθεται).
Οι πληροφορίες είναι όλες σωστές. Στο Τμήμα Σχεδιασμών είναι κοινό μυστικό. Κανείς δε μιλάει γι αυτό, όμως όλοι το ξέρουν. Ο μηχανικός έχει σχεδιάσει κάτι και πιστεύει πως τα σχέδιά του θα πετύχουν.

ΖΩΗ
Τι ακριβώς σχεδιάζει; Έμαθες; Τι ακριβώς επιδιώκει;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Μίλησα με δυο τρεις φίλους από το Τμήμα του. Αλλά ξέρεις, αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Δεν πας και ρωτάς: "κρύβει κα ’να μυστικό το αφεντικό σου;"  Πας, κάθεσαι, μιλάς για τον καιρό, για την οικονομική κατάσταση, για τα προσωπικά σου, κάνεις τον άλλο να σιγουρευτεί ότι πήγες εκεί μόνο και μόνο για να τον δεις ή επειδή ήθελες να συζητήσεις απλά μαζί του. Και όταν αυτό γίνει αρχίζεις με τρόπο να μπαίνεις στο θέμα που σε ενδιαφέρει. Ρωτάς τάχα αδιάφορα για κάτι που έγινε…

ΖΩΗ
(Τον διακόπτει)
Δε θέλω να μάθω πώς δουλεύεις. Θέλω να μου πεις τι έμαθες.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πρώτα επιβεβαίωσα όλες τις πληροφορίες που είχες μέχρι
τώρα. Έμαθα ότι κάτι μεγάλο σκαρώνεται, ότι αυτό το κάτι είναι έτοιμο στα χαρτιά, ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σε πράξη και ότι αφορά αποκλειστικά στους πιθήκους. Μέσα σε μιαν ώρα πολλά είναι κι αυτά που έμαθα. Αν μου δώσεις χρόνο θα σου φέρω ως και τα σχέδια που έχει στο συρτάρι του.

ΖΩΗ
(Με αδημονία)
Χρόνο… Χρόνο…
(καταβάλλει προσπάθεια να ηρεμήσει)
Έχεις δίκιο. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά. Όμως το πράγμα επείγει. Μην ξεχνάς πως σήμερα έχουμε επιθεώρηση. Πρέπει το θέμα να ξεκαθαρίσει σήμερα. Είναι ευκαιρία. Με την αλληλογραφία η διευθέτησή του θα καθυστερήσει με φοβερές συνέπειες. Έστειλες κάτω για αποδείξεις;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Έστειλα τον ικανότερο βοηθό μου. Είναι εκεί από πρωί
πρωί. Όπου να ’ναι έρχεται. Θα σε ενημερώσω αμέσως όταν φτάσει.
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Χάρωνας)

ZΩΗ
(στον Παρατηρητή)
Να έρθει ο ίδιος σε μένα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Ναι.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(απρόθυμα)
Καλημέρα.
(σηκώνεται)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Με ύφος ειρωνικό)
Μήπως διακόπτω καμία ενδιαφέρουσα συζήτηση;

ΖΩΗ
Τελειώσαμε Χάρωνα. Ο Παρατηρητής έφευγε.
(στον Παρατηρητή)
Να ’ρθει αμέσως ο ίδιος εδώ-ναι;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Εντάξει.
(απαξιωτικό βλέμμα στο Χάρωνα. Στη Ζωή)
Αντίο
(βγαίνει)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Κάθεται)
Απορώ πώς αντέχεις αυτόν τον σπιούνο.

ΖΩΗ
(Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της)
Αν "αυτόν το σπιούνο" τον είχα χρησιμοποιήσει νωρίτερα, θα είχα μάθει πρωτύτερα τι συμβαίνει και δε θα είχα βρεθεί προ απροόπτου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ποιο είναι το απρόοπτο; Συμβαίνει τίποτα;

ΖΩΗ
Δεν είναι κάτι που αφορά εσένα άμεσα. Ίσως και να μη σε αφορά ούτε έμμεσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ξέρω, είμαι μικρός και δεν έχω δικαίωμα να μάθω… Όμως είμαι υφιστάμενός σου μόνο γιατί ακόμα δεν δημιουργήθηκε η Διεύθυνση Αποσύρσεως. Το ξέρεις πως έχω κάνει αίτηση με πλήρη δικαιολόγηση του αιτήματος και ότι είναι ζήτημα χρόνου η δημιουργία της νέας Διεύθυνσης. Τότε θα ’χω δικό μου γραφείο όπως εσύ και σε βεβαιώνω (ρίχνει μια ματιά γύρω του) πως θα είναι καλλίτερο από αυτό.

ΖΩΗ
Δε θ' ασχοληθούν καθόλου με το αίτημά σου. Ως εκεί έχουν μυαλό. Όλοι ξέρουν πως η δουλειά σου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες ικανότητες κι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερο γραφείο. Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Μιμείται τη φωνή της)
"Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες"... Πόσες φορές το ’χω ακούσει αυτό... Έτσι νομίζετε όλοι, πως είναι απλή δουλειά. Ξέρεις τι συντονισμός οχημάτων χρειάζεται για να μεταφερθούν τόσα πτώματα κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Ξέρεις τι προεργασία απαιτείται για να μη γίνει λάθος και μπερδευτούν νεκροί με ζωντανούς; Και για πήγαινε συ να κουβαλήσεις έναν ελέφαντα! Η φόρτωση παίρνει περισσότερο χρόνο από τη μεταφορά. Τις περισσότερες φορές πρέπει να τον διαλύσω για να τον μεταφέρω. Εσύ που βλέπεις πόσο κοπιάζω για να γίνουν αυτά στην εντέλεια, δεν έπρεπε να πεις αυτά που είπες.

ΖΩΗ
(ειρωνικά)
Ναι, πολύ κοπιάζεις.
(αποφασιστικά)
Ότι και να λες, η Διεύθυνσή σου και αν ποτέ γίνει, θα έχει
είκοσι φορές λιγότερη δουλειά από τη δική μου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μπράβο υπολογισμός! Πώς το μέτρησες; Εκείνο που θα ’πρεπε να πεις είναι ότι άλλη η δουλειά η δική σου και άλλη η δική μου. Τότε θα μιλούσες σωστά. Δεν μπορούν να συγκριθούν δυο ανόμοια πράγματα.

ΖΩΗ
Νομίζω ότι μπορούν στην περίπτωσή μας: εγώ δημιουργώ κι εσύ είσαι ένας μεταφορέας.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Με συγχωρείς. Αλλά εγώ κουβαλάω πίσω στο εργοστάσιο
όσα δημιουργήματά σου καταστρέφονται κι εγώ δεν ξέρω από ποιαν αιτία. Σίγουρο είναι ότι δεν καταστρέφονται όλα από την πολυκαιρία, αλλά και σε πολύ μικρότερο χρόνο και από διάφορες αιτίες. Και αυτή η πρόωρη καταστροφή έχει βέβαια να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στη Διεύθυνσή σου…

ΖΩΗ
(Εκνευρισμένη αλλά και με διάθεση να δώσει τέλος στη
συζήτηση)
Δεν είσαι εσύ ικανός ούτε και αρμόδιος να κρίνεις τη
Διεύθυνσή μου. Αλλά, Χάρωνα, ας μη συνεχίσουμε τον καυγά. Με περιμένει μια δύσκολη μέρα. Και ας μην ξεχνάμε την επιθεώρηση. Συγνώμη αν σου μίλησα άσχημα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Α! Ναι! Η επιθεώρηση! Μα εμένα όλη σχεδόν η δουλειά γίνεται έξω από το εργοστάσιο.
(Ταχτοποιεί τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο του)
Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα. Εσύ έχεις ετοιμαστεί;

ΖΩΗ
Και ναι και όχι. Έχω ετοιμαστεί σε ό,τι θα μπορούσα να
ετοιμαστώ. Αλλά αυτή η επιθεώρηση δε μ' ενδιαφέρει όπως οι άλλες. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Τι εννοείς;

ΖΩΗ
Χάρωνα έχω μπλεξίματα. Ο Λογοθέτης κάνει του κεφαλιού του.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Εμένα μου το λες; Δεν το ξέρω; Προχτές έστειλε δικούς του και μάζεψαν όλες τις αντιλόπες πριν πάμε εμείς. Ο επικεφαλής του συνεργείου μου μού είπε πως δεν υπάρχουν αντιλόπες. Ενώ ξέραμε πως ήταν εκατόν τριανταπέντε. Όλη τη μέρα σκεφτόμασταν τι μπορεί να ’γινε. Και την επομένη τυχαία ανακάλυψα ότι τις είχε μαζέψει ο Λογοθέτης, γιατί τις χρειαζόταν, λέει, για τα πειράματά του. Καλά, του λέω, γιατί δε μου το ’λεγες ότι θα τις μαζέψεις;
Νομίζεις ότι μου απάντησε; Γελούσε σαν χαζός.
(Χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(Μπαίνουν ο Βοηθός Παρατηρητή και ο Παρατηρητής)

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Καλημέρα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Στο βοηθό του)
Πες στην κυρία προϊσταμένη τι είδες.

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Είδα κάτι που ούτε έχω ακούσει ούτε έχω ξαναδεί. Είδα
πράματα που με τρόμαξαν. Είδα πιθήκους να περπατάνε σχεδόν όρθιοι. Άλλους να ’ναι μαζεμένοι γύρω από φωτιά και να ζεσταίνονται. Όταν πλησίασα μου πέταξαν πέτρες. Τις κρατούσαν μέσα στα χέρια τους όπως εμείς... Να, έτσι!.
(Δείχνει τη γροθιά του)

ΖΩΗ
(Κάνει μια κίνηση απογνώσεως. Αμέσως μετά με συγκρατημένα ήρεμο ύφος)
Εντάξει. Αρκετά. Πες στη γραμματέα μου πού θα βρίσκεσαι γιατί ίσως σε χρειαστώ αργότερα.
(Στον Παρατηρητή)
Ευχαριστώ. Μπορείτε να πηγαίνετε.
(Βγαίνουν ο Παρατηρητής και ο βοηθός του. Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στη συσκευή τηλεφώνου που βρίσκεται πάνω στο γραφείο της)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Να έρθει αμέσως ο Λογοθέτης. Είναι επείγον.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(απέξω)
Μάλιστα!

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μα τι συμβαίνει;

ΖΩΗ
Συμβαίνει ότι ο Λογοθέτης ενεργεί χωρίς την έγκρισή μου. Προχτές το βράδυ είχα στο σπίτι μου τον Επόπτη Εργασίας. Μου είπε πως κάτι ψιθυρίζεται στο Τμήμα Μηχανικού  Σχεδιασμού για μια καινούργια ιδέα του μηχανικού, που άρχισε κιόλας να την εφαρμόζει στους πιθήκους. Δεν ήξερε κάτι συγκεκριμένο. Αμέσως ειδοποίησα τον Παρατηρητή να μάθει και να με ενημερώσει το συντομότερο. Ταυτόχρονα του είπα να στείλει κάτω κάποιον να δει τι γίνεται. Τα νέα τα άκουσες μόνος σου. Όμως θέλω ν’ ακούσω από τον ίδιο τι προσπαθεί να κάνει και πού έχει φτάσει το πράγμα. Μα προ παντός θέλω να τον σταματήσω. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι φοβερό. Θα ’θελα να μην ήταν έτσι, όμως όσα άκουσα εκεί οδηγούν.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Έχω τα ίδια αισθήματα με σένα για το Λογοθέτη. Μα τώρα δεν βλέπω τι φοβερό μπορεί να συμβαίνει. Μη χαρακτηρίζεις από πριν άσχημο ότι κάνει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι αθώο.

ΖΩΗ
Αν ήταν αθώο δε θα κρατιόταν μυστικό. Ούτε ήταν αθώα όσα ακούστηκαν πριν λίγο εδώ μέσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Εγώ απ' ότι άκουσα συμπέρανα πως ο Λογοθέτης προσπαθεί να βελτιώσει τη δουλειά του. Και επειδή εδώ μέσα πρόκειται να δοθεί μάχη όταν αυτός έρθει, εγώ θα φύγω. Ύστερα έχω να ελέγξω τις σημερινές αφίξεις. Αφού έχουμε επιθεώρηση πρέπει να είναι όλα εντάξει. Τι ώρα αλήθεια αρχίζει η επιθεώρηση;

ΖΩΗ
(Παίρνει και συμβουλεύεται ένα χαρτί από το γραφείο της)
Το πρόγραμμα λέει στις δέκα. Όμως πότε ακολουθήθηκε το πρόγραμμα; Γι αυτό ας είμαστε έτοιμοι νωρίτερα.

ΧΑΡΩΝΑΣ

Αν με ζητήσουν θα είμαι στο Τμήμα Παραλαβών.
(Τεντώνεται στην καρέκλα του)
Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά. Θα κρύωσα το βράδυ.
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Χάρωνας σηκώνεται)
Αυτός θα ’ναι. Εγώ φεύγω.

ΖΩΗ
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Λογοθέτης)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Στο Χάρωνα)
Γεια σου Χάρωνα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Στο Λογοθέτη)
Γεια σου. Εγώ έφευγα. Πέρνα.
(Στη Ζωή)
Γεια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κλείνει την πόρτα. Είναι γελαστός μα και ανήσυχος)
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα. Κάτσε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κάθεται)
Η γραμματέας σου μου είπε πως είναι επείγον.

ΖΩΗ
Ναι Λογοθέτη, πρόκειται για κάτι επείγον και σοβαρό. Τι
συμβαίνει με τους πιθήκους;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(σοβαρεύεται)
Ώστε αυτό ήταν... Αυτό ήθελε ο Παρατηρητής πρωί πρωί στο Τμήμα μου...

ΖΩΗ
Λογοθέτη, είμαι η προϊσταμένη της Διεθύνσεως Παραγωγής και είναι μέσα στα καθήκοντά μου να γνωρίζω τι γίνεται μέσα στη Διεύθυνσή μου. Έμαθα λοιπόν πως κάνεις κάτι κρυφά από μένα. Πώς το έμαθα δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει πως εσύ δε με ενημέρωσες σχετικά. Απαιτώ να μάθω από σένα τι ακριβώς συμβαίνει. Ακούω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τα λόγια σου και το ύφος σου δείχνουν πως με αντιμετωπίζεις σαν να έκανα κανένα έγκλημα. Το πράγμα είναι απλό και δεν βλέπω γιατί το αντιμετωπίζεις έτσι. Σαν επιστήμονας που είμαι, προσπαθώ να βελτιώσω τη δουλειά μου. Μελετώ, πειραματίζομαι, παρατηρώ…

ΖΩΗ
Αυτό είναι υποχρέωσή σου. Για να πειραματιστείς όμως στις κούκλες μας πρέπει να έχεις την έγκρισή μου. Εκτός από επιστήμονας είσαι και υπάλληλος. Και έχεις προϊστάμενο που συμβαίνει να είμαι εγώ.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Οτιδήποτε κρίνω ότι χρειάζεται να τεθεί υπόψη σου, θα σου το αναφέρω αμέσως. Και αν χρειαστεί να κάνω κάποια σοβαρή αλλαγή θα ζητήσω οπωσδήποτε την έγκρισή σου.

ΖΩΗ
Μιας κι είσαι λοιπόν εδώ ενημέρωσέ με για ότι σκοπεύεις να κάνεις, αλλά κύρια για ότι έκανες ως τώρα. Και εννοώ ό,τι καινούργιο εφάρμοσες στις κούκλες μας. Γιατί σαν προϊσταμένη της Διευθύνσεως μόνο αυτό με ενδιαφέρει: τι έκανες στις κούκλες μας. Στις κούκλες του εργοστασίου μας.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν ξέρω τι σου είπαν. Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαι από καιρό πειραματικά με την οικογένεια των πιθήκων. Παρατήρησα ότι πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις των εγκεφαλικών κυττάρων μεταξύ τους, είχα αποτελέσματα ικανοποιητικότερα παρά αν τα εφάρμοζα στις άλλες κούκλες. Οι πίθηκοι ανταποκρίνονται γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά στις μεταβολές αυτές. Η πρόσληψη των παραστάσεων δεν είναι προσωρινή, αλλά κατά κάποιον τρόπο εντυπώνεται και παραμένει μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις επανέρχεται σαν ένα είδος ανάμνησης όταν οι εξωτερικές συνθήκες και τα ερεθίσματα που δέχεται ο πίθηκος είναι παρόμοια με εκείνα που του δημιούργησαν την πρώτη εντύπωση. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και προσπαθώ να το αξιοποιήσω όσο γίνεται.

ΖΩΗ
Συνέχισε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αυτό είναι όλο το θέμα. Πήρα την πρωτοβουλία και στις δύο τελευταίες αποστολές πιθήκων εφάρμοσα αυτές τις αλλαγές.

ΖΩΗ
Αυτό είναι το όλο θέμα λοιπόν! Και το θεωρείς μικρό!
Πίθηκοι ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται. Πίθηκοι χρησιμοποιούν πέτρες για όπλο. Πίθηκοι περπατούν όρθιοι. Βλέπεις ότι ξέρω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δε θα σου ’κρυβα τίποτα. Πράγματι συμβαίνουν όλα αυτά, όχι σε μεγάλη κλίμακα όμως ακόμα. Όσον αφορά στις πέτρες που πιάνουν, η βελτίωση αυτή είναι συνέπεια της πρώτης που σου ανέφερα.
Παρατήρησαν ότι ο εχθρός έτσι φοβάται και φεύγει. Μια μικρή μετατόπιση του αντίχειρα έτσι ώστε να είναι τοποθετημένος αντίθετα στ’ άλλα δάχτυλα, διευκόλυνε το κράτημα της πέτρας. Όσο για την σχεδόν όρθια στάση, απλά έδωσα μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους μεταξύ των σπονδύλων. Νομίζω πως όλα αυτά είναι μια πρόοδος-και όποια πρόοδος βγαίνει από τη Διεύθυνσή μας, τιμά όλο το Τμήμα.

ΖΩΗ
Λογοθέτη, έχεις αθώο ύφος χωρίς να είσαι αθώος. Η δουλειά σου σ’ αυτό το εργοστάσιο είναι η παραγωγή αντιτύπων από πρότυπα που σου έχουν δοθεί, και η σωστή κατανομή των ενστίκτων σ' αυτά. Είναι μια σοβαρή δουλειά. Κι αν περιοριζόσουν σ' αυτήν, τώρα δε θα βρισκόσουν σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Οτιδήποτε πέρα απ’ αυτά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που δεν θα το αποφασίσεις εσύ αλλά εγώ. Σου δίνω την προφορική εντολή που σήμερα κιόλας θα την πάρεις και γραπτή, να πάψεις να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στις κούκλες μας. Και να επαναφέρεις στην προηγούμενη κατάσταση τους πιθήκους. Αν είναι δύσκολο να επαναφέρεις τους ήδη
αλλαγμένους, να επαναφέρεις τα παλιά χαρακτηριστικά στις επόμενες αποστολές. Αυτό θα βοηθήσει να κριθείς επιεικώς για την απειθαρχία σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Σωστά είπα πως είμαι κατηγορούμενος λοιπόν. Βέβαια, έπρεπε να σε ενημερώσω. Δεν το ’κανα έγκαιρα. Το ’μαθες από αλλού. Όμως πρόκειται για κάτι καλό. Για μια πρόοδο…

ΖΩΗ
(έντονα)
Καλό; Πρόοδο; Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Άκουσα καλά; Πρόοδο;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Ναι, καλά άκουσες. Πιστεύω ότι καθήκον κάθε εργαζόμενου και ιδιαίτερα κάθε επιστήμονα είναι η κατά τον καλλίτερο τρόπο αξιοποίηση των ικανοτήτων του ώστε να προσθέσει ένα λιθαράκι κι αυτός στο οικοδόμημα της επιστήμης του. Αυτό έκανα κι εγώ. Δε σε ενημέρωσα εγκαίρως. Σε ενημερώνω τώρα. Νομίζω δεν είναι αργά.

ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ελπίζω κι εγώ να μην είναι αργά.
(στον μηχανικό)
Λογοθέτη, να επαναφέρεις τα πράγματα στην κανονική τους σειρά. Πράγματι αυτό είναι το καθήκον κάθε εργαζόμενου, όμως στην περίπτωσή μας κάθε πρόοδος της επιστήμης πρέπει να αξιοποιείται στα πλαίσια των απαιτήσεων του εργοστασίου και εν πάσει περιπτώσει όχι χωρίς την έγκριση των υπευθύνων. Και στη δική μας περίπτωση όχι χωρίς τη δική μου έγκριση. Να επαναφέρεις τους πιθήκους στην προηγούμενη κατάστασή τους.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μα Ζωή… για σκέψου... Είμαστε ένα εργοστάσιο πρωτοπόρο στον τομέα μας. Από το μηδέν φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια στρατιά όντων. Από ένα μικρό κύτταρο φτάσαμε στους δεινόσαυρους και στα τεράστια φυτά. Από τον πρωτογονισμό της αμοιβάδας φτάσαμε στο νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών. Από τα πρώτα ψευδοπόδια προχωρήσαμε στη δημιουργία ποικίλου τύπου μετακινήσεων. Οι κούκλες μας σήμερα βαδίζουν, πετούν, κολυμπάνε. Κι όλα αυτά τα κάναμε μαζί εμείς όλοι, μέσα σ' αυτό το εργοστάσιο. Με μόχθο και έχοντας να πολεμήσουμε με αντίξοες κάθε φορά συνθήκες. Και σ’ όλα βγήκαμε νικητές γιατί παλέψαμε αδερφωμένοι χέρι χέρι. Και επειδή τολμούσαμε να εφαρμόζουμε κάθε φορά καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις. Και είσαι συ που πρωτοστατούσες στην όποια καινοτομία για τη βελτίωση της δουλειάς μας-πρέπει να το παραδεχτώ αυτό. Και φτάσαμε τώρα στο εντελώς αντίθετο σημείο, εμείς οι ίδιοι, εσύ προϊσταμένη, να βάζεις φραγμό στην εξέλιξη που μέχρι τώρα μόνον οφέλη στις κούκλες μας έφερνε και φήμη στο εργοστάσιό μας. Βέβαια πολλές φορές είχαμε διαφωνίες, πολλές φορές είχαμε διαφορές απόψεων-θυμήσου μόνο την υπόθεση των δελφινιών-όμως εκείνος που υπερίσχυε πάντοτε δεν ήμουν εγώ ή εσύ αλλά η επιστήμη και η πρόοδος.
Πιστεύω ότι και τώρα το ίδιο θα γίνει. Σε παρακαλώ ν' αφήσεις κατά μέρος τις τυπικότητες και να δεις την ουσία. Παρατύπησα. Δεν στο είπα. Μα η ουσία παραμένει. Και είναι αυτή ένα βήμα ακόμα εμπρός. Και τώρα συ μου λες αντί εμπρός να πάω πίσω. Ε, λοιπόν όχι. Αρνούμαι να υπακούσω όποιες κι αν θα είναι οι συνέπειες.

ΖΩΗ
(θλιμμένα)
Είναι λυπηρό να φτάνει η συζήτηση μεταξύ μας σε τέτοιο
σημείο. Είναι λυπηρό να σου δίνω μια εντολή και συ ν' αρνείσαι να την εκτελέσεις. Χειρότερο όμως είναι που αποκαλείς πρόοδο αυτά σου τα επιτεύγματα. Έχεις δίκιο, πολλά περάσαμε, πολλά καταφέραμε.
(αποφασιστικά)
Αυτό όμως όχι! Αυτό δεν είναι πρόοδος. Αυτό πρέπει να
ξαναγυρίσει εκεί που ήταν. Και να ξεχάσεις τις ανακαλύψεις σου πάνω στο θέμα. Να κάψεις τις σημειώσεις σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Σηκώνεται. Οπισθοχωρεί)
Να κάψω τις σημειώσεις μου; Να ξεχάσω ό,τι έκανα ως τώρα πάνω σ’ αυτό;
(στέκει για λίγο σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι άκουσε)
Τουλάχιστον ας είχα μια πειστική αιτία για να το κάνω.
(βλέπει προς τη Ζωή ερωτηματικά)

ΖΩΗ
(Σκύβοντας προς το μέρος του και κοιτάζοντάς τον στα
μάτια. Σιγά) Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν; (με φωνή που τρέμει)
Έτσι αρχίσαμε κι εμείς.
(ο μηχανικός στέκει για λίγο μετέωρος, σαν χαμένος. Η Ζωή συνεχίζει περπατώντας αργά)
Το χέρι που κράτησε την πέτρα... η φωτιά... η όρθια στάση... η νόηση... ύστερα η ομαδική ζωή, οι θρησκείες, οι πρώτες κοινωνίες, το χρήμα...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του)
Δε θα σπρώξω εγώ σ’ όλα αυτά τις κούκλες μας. Εγώ θα τις εφοδιάσω με λογική. Εκείνες θ’ αποφασίζουν για ό,τι τις αφορά.

ΖΩΗ
(συνεχίζει σαν να μην άκουσε τον μηχανικό, ή σαν να μην είναι αυτός στο γραφείο)
...η φτώχεια, η αθλιότητα, η εκμετάλλευση, ο φόβος...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα 'χουνε λογική. Θ' αποφασίζουν. Θα πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, Θα ζήσουν όπως οι ίδιες διαλέξουν.

ΖΩΗ
(όπως πριν)
Η μοναξιά... η θλίψη... ο πόνος... και οι νύχτες! οι νύχτες
τους... γεμάτες ερημιά, φαντάσματα, γεμάτες ατέλειωτη οδύνη… γεμάτες αναίτια ενοχή που το δάκρυ δεν θα ξεπλένει  (λέγοντας αυτά έχει φτάσει στο γραφείο της. Ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Κοιτάζει τον μηχανικό. Κάθεται άτονα στην καρέκλα)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Όλα αυτά τα βρίσκω υπερβολικά. Δεν βρίσκω τίποτα κακό να ζεσταίνονται οι πίθηκοι. Ούτε είναι άσχημο να διώχνουν με πέτρες εκείνον που θα ήθελε να τους κάνει κακό. Έχω κάνει πολλή δουλειά. Γι αυτό υπάρχω εδώ. Γι αυτό πληρώνομαι. Για να κάνω το καλλίτερο που μπορώ. Θέλω να δημιουργήσω κάτι. Να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τουλάχιστον προσπαθώ. Στο κάτω κάτω στη χειρότερη περίπτωση, οι πίθηκοι θα έχουν πολιτισμό, ανέσεις, διασκεδάσεις, θα καταπολεμούν τις αρρώστιες…

ΖΩΗ
(Λυπημένη και απογοητευμένη που δεν μπορεί να τον πείσει)
Όλα αυτά δε θα ’ναι παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόνο. Ώσπου να δουν πως τίποτε δεν μπορεί να τους απαλλάξει απ’ αυτόν. Και τότε τον πόνο τους θα τον συντροφεύει και η αυτοπεριφρόνησή τους για ό,τι μηχανεύτηκαν μέσα στην απελπισία τους.
(μικρή παύση)
Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένος να σπρώξεις στη δυστυχία το γένος των πιθήκων. Παραβλέπεις το γεγονός πως καμιά κούκλα μας δεν πόνεσε ποτέ μέχρι σήμερα τον πόνο που θα πονάνε οι πίθηκοι μετά τις παράνομες επεμβάσεις σου.
Το ένστικτο! Το ένστικτο! Σ’ αυτό μόνο έπρεπε να
περιοριστείς. Αυτό και μόνο έπρεπε να ’ναι η φροντίδα σου.
(Σηκώνεται. Ζωηρά)
Αλλά η υπεύθυνη της Διεύθυνσης είμαι εγώ. Δεν εγκρίνω αυτές τις ενέργειές σου κύριε Λογοθέτη και θα τις σταματήσω θέλεις δε θέλεις. Για το καλό του εργοστασίου μας, για το καλό των πιθήκων, για το καλό όλων μας, έστω κι αν εσύ δεν συμφωνείς ή δεν μπορείς να καταλάβεις.
Είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου λέξη;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

ΖΩΗ
Τότε θα ζητήσω την επέμβαση της κυρίας Διευθύντριας... Και θα το κάνω πριν έρθει η κυρία ιδιοκτήτρια για επιθεώρηση, έτσι ώστε αν η κυρία Διευθύντρια δεν δώσει τη σωστή λύση, να θέσω το θέμα στην κυρία ιδιοκτήτρια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα υπερασπίσω τη θέση μου όπου χρειαστεί. Όσο για την
κυρία Διευθύντρια βέβαια και δε θα χρειαστεί, αυτό είναι βέβαιο…
(Μπαίνει η Διευθύντρια. Έχει ακούσει τα τελευταία λόγια του μηχανικού. Γριά απροσδιορίστου ηλικίας. Αναμαλλιασμένη, ντυμένη παρδαλά. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μηχανικό σκυλάκι που γαυγίζει όποτε το οριζοντιώνει. Χαδεύει συνεχώς το σκυλάκι)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Άκουσα να λέτε για μένα. Θα σας μαλώσω πάλι. Σας είπα να με λέτε με τ’ όνομά μου: Αθανασία. Όχι "κυρία". Δε μου ταιριάζει
(γελάει)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Τι λες σκυλάκι μου; Μου ταιριάζει;
(γέρνει το σκυλάκι και ακούγεται ένα "γαβ-γαβ")
 Όχι, το λέει και το σκυλάκι μου. Όχι  «Διευθύντρια». Αθανασία. Σκέτο Αθανασία.
(στη Ζωή)
Χρυσή μου τα μαλλάκια σου είναι θαύμα. Πώς σε λένε;

ΖΩΗ
Ζωή κυρία Διευθύντρια

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Αθανασία! Πες μου πάλι: "Ζωή Αθανασία"!

ΖΩΗ
Ζωή Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ναι! Ζωή. Θυμάμαι. Σε τοποθέτησα εδώ για να φας ένα κομμάτι ψωμί.
(γελάει)
Περνάς καλά;

ΖΩΗ
Καλά κυρία Διευθύντρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Πες μου: "Καλά Αθανασία!'

ΖΩΗ
...Καλά Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Έτσι μπράβο. Και αυτό είναι το Τμήμα σου; Ποιο Τμήμα έχεις;

ΖΩΗ
Τη Διεύθυνση Παραγωγής Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο. Πολύ καλά. Όμως εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Δεν ξέρω Αθανασία

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Βέβαια. Πώς να ξέρεις; Έξω από την πόρτα βρίσκεται μια
κοπέλα. Φώναξέ την. Αυτή ξέρει.
(στο σκυλάκι της)
Τι λες και συ σκυλάκι μου; Ξέρει;
(γέρνει το σκυλάκι της και ακούγεται "γαβ-γαβ". Θριαμβευτικά)
Ξέρει λέει το σκυλάκι μου.
(Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Έλα σε παρακαλώ. (ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η γραμματέας. Στέκει στο άνοιγμα της πόρτας)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Στη γραμματέα)
Γιατί ήρθα εδώ παιδί μου; Πες στην κυρία.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Αθανασία είναι εδώ για να σας πει ότι η επιθεώρηση από την κυρία ιδιοκτήτρια άρχισε κιόλας και ότι το πρώτο Τμήμα που θα επιθεωρήσει θα είναι το δικό σας.
(χειρονομία πίσω από την πλάτη της Διευθύντριας. Βγαίνει)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο! Γι αυτό ήρθα!
(γυρίζει στο σκυλάκι της)
Γι αυτό δεν ήρθα σκυλάκι μου;
(γαύγισμα του σκυλιού όπως πριν. Στη Ζωή)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Γι αυτό ήρθα.
(Γελάει. Στον Λογοθέτη που όλη αυτή την ώρα
καθόταν στην καρέκλα του Χάρωνα)
Εσύ ποιος είσαι;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(χωρίς να σηκωθεί)
Ο Λογοθέτης Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ο Λογοθέτης! Που παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.

ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι;
(γελάει)

ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση ψεύτικης προσποιητής σοβαρότητας)
Ω!

ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Είμαι η Αθανασία.

ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του εργοστασίου.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.

ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει κακό. Να μην παίζει.

ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;

ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;

ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)

ΖΩΗ
(Στον Λογοθέτη)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;

ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(στην Ζωή)
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και ικανή να αποφασίσει.

ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;

ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.

(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δεν μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).

ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.

ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.


ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;

ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…

ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι άκουσε τι της είπε η Ζωή, στον μηχανικό)
Όλα καλά;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;

ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους κυρία Ιδιοκτήτρια. Ο μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…


ΑΝΑΓΚΗ
(διακόπτοντας τη Ζωή)
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.

ΖΩΗ
… Κυρία Ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ιδιοκτήτρια, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ιδιοκτήτρια έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα. Όταν η Ιδιοκτήτρια φτάνει στο γραφείο, σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω του σκορπίζεται στο πάτωμα.)
ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ιδιοκτήτρια κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
                                           
ΑΥΛΑΙΑ