ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ
Άναψε ένα κερί. Καθόλου
στα λόγια του Έρωτα δεν πίστεψε:
ότι δεν έπρεπε να τον ιδεί
γιατί αλλιώς θα χάνονταν εκείνος.
Κι αυτή, στη φλόγα ενός κεριού
τον είδε.
Δεν ήταν τέρας όπως εφοβόνταν-ένας νέος ήταν,
όμορφος σαν ήλιος ένας νέος.
Όμως ετρέμισε από φόβον η καρδιά της
γι αυτή της την παρακοή,
και σε μια κίνησιν φυγής της
κεριού καυτή σταγόνα τον εξύπνησε.
Την είδε να τον βλέπει
κι ήρεμα, σοβαρός: «Φεύγω», της είπε
«με απιστία ο Έρωτας δεν ζει».
Και πήγε.
Κι αυτή τους κάμπους και τα όρη επήρε
και άπελπα έκτοτε κι ανεύρετα τόνε ζητά.