ΓΟΥΛΦΣΟΝ
Αμερική 1987
Πονάει το δόντι μου. Ένας διαβολεμένος και ασίγαστος πόνος.
Πηγαίνω στο ιατρείο των Ντ’ Εντίτζιο και Γούλφσον. Τριανταπεντάρηδες κι οι δυο περίπου,
τα ιατρεία τους στο ίδιο όροφο, το ένα απέναντι στο άλλο, με έναν μικρό διάδρομο να τα χωρίζει και με πάντοτε ανοιχτές τις πόρτες τους. Άγνωστοί μου, πρώτη φορά πηγαίνω σε οδοντίατρο στην Αμερική.
Ιταλός ο Ντ’ Εντίτζιο, γερμανός ο Γούλφσον.
Πάω τυχαία στον ιταλό.
-Πονάει το δόντι μου.
Με βλέπει.
-Θέλει σφράγισμα.
-Πόσο;
-Τρακόσια δολάρια.
-Δεν έχω. Έπιασα όμως δουλειά, υπόβαλα τα χαρτιά μου και σε ένα μήνα θα είμαι ασφαλισμένος και τότε θα σε πληρώσω.
-Όχι. Τα λεφτά τώρα.
-Πόσο θέλεις για να το βγάλεις;
-Είκοσι δολάρια.
-Βγάλτο.
-Δε βγάζω δόντια που σώζονται με σφράγισμα. (!)
-Ευχαριστώ, γεια χαρά.
Και τραβάω στην εξώπορτα.
Πριν βγω, ακούω πίσω μου:
-Συγνώμη κύριε…
Γυρίζω. Είναι ο Γούλφσον.
-Ελάτε παρακαλώ. Θα σας σφραγίσω εγώ το δόντι.
-Ξέρετε ότι δεν έχω ασφάλεια;…
-Ξέρω γιατί το άκουσα.
Έτσι απλά.
Μου σφραγίζει το δόντι.
Σε ένα μήνα πληρώνεται ο Γούλφσον.
Σε πέντε έξη μήνες, πάω στον Γούλφσον για πόνους στα δόντια.
Με κοιτάζει.
-Θέλεις τέσσερες γέφυρες. Θα στείλω τα χαρτιά στο Γιούνιον, σε δυο μέρες θα έχω την έγκριση, έλα σε δυο μέρες να αρχίσουμε τη δουλειά.
Πηγαίνω σε δυο μέρες.
-Δεν μας τα εγκρίνανε, γιατί είναι λένε πολλές δουλειές. Κάτσε να τους πάρω εγώ τώρα.
Και τους παίρνει εκεί, μπροστά μου και τους λέει σε έντονο ύφος: «Έχω εδώ στο ιατρείο μου, στην πολυθρόνα, έναν ασφαλισμένο δικόν σας που πονάει. Θέλετε να του πω ότι το Γιούνιον-εσείς-, αδιαφορείτε και θα τον αφήσετε να πονάει;»
Η έγκριση ήρθε τηλεφωνικά την ίδια εκείνη στιγμή.
Ανθρώπινη, απρόκλητη, ασυζήτητη, έμφυτη θα έλεγα συμπεριφορά του οδοντογιατρού Γούλφσον.
Θα περίμενα διαφορετικά τις αντιδράσεις, ύστερα από όσα έχω ακούσει γα τους γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο- ο D’ Edigio να φερόταν σαν τον Γούλφσον και αντίθετα.
Και ο Γούλφσον είχε για βοηθό του την Ιλανί, μια εβραιοπούλα!
Και να ο Γούλφσον «μου»:
ΓΟΥΛΦΣΟΝ
(Στον WOULFSON-οδοντίατρό μου στο Chatsworth L. A.)
Η Αμερική πανίσχυρη τη γη εξουσιάζει.
Τα χέρια της συντρίβουνε και η ματιά της σφάζει
(κατ’ απ’ τα πόδια της , αργά, με το μικρό του στόμα
το χρονοσκούληκο μασά, κουφώνει, τρώει το χώμα).
Η Αμερική τη μοίρα μας στα χέρια της υφαίνει.
Έθνη καρφώνει στο σταυρό και άλλα τ’ ανασταίνει
(γύρω τριγύρω της, λαοί, με σταθερό ένα χέρι
ανήσυχο ακονίζουνε, διπλόκοπο μαχαίρι).
Καλότυχοι όσοι στων καιρών τη μανιασμένη δίνη
έξω μετράνε απ’ αυτούς και πάνω από ’κείνη-
όσοι στο μάτι ανθρωπιά, φως στην ψυχή κρατάνε
και, άλλοι Σίμωνες, σταυρό σα δούν, ευθύς βοηθάνε.
Καλότυχη μαζί μ’ αυτούς κι η γη μας, που γεννάει
ανθρώπους τέτοιους-άσκοπα στα χάη δεν γυρνάει:
κάποιοι ίσως κόσμοι άφωτοι στου σύμπαντος μιαν άκρη
λίγην αγάπη καρτερούν κι ένα συμπόνιας δάκρυ.
Ως για τον D’ Edigio, ντόμπρος τύπος κι αυτός-με άλλες αρχές βέβαια. Απ’ αυτόν κράτησα το:
ΤΟ ΦΩΣ
(στον D’ Edigio, ιταλό οδοντίατρο
στο Chatsworth L. A.)
D’ Edigio κάπου φαίνεται πως σκάλωσε το πράμα,
Και δεν υπάρχει πια το φως που έμοιαζε με θάμα.
Θυμάμαι, και προσπάθησε να θυμηθείς μ’ εμένα
Με συντομία, τα μακρινά εκείνα περασμένα.
Στης μαγικής Ανατολής πρωτάναψε τα μέρη
Το φως που σ’ ύψη ουράνια τον άνθρωπο είχε φέρει.
Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Ινδοί, Ασσύριοι, Πέρσες,
Πρώτοι του νου τις απλωσιές καλλιέργησαν τις χέρσες.
Από αυτούς το πήραμε το φως εμείς εκείνο.
Εμείς το αγριοβότανο σεπτόν κάναμε κρίνο.
Εμείς εβάλαμε το φως μες σ’ αργυρό καντήλι
Κι ύμνους γλυκούς του ψάλαμε με της ψυχής τα χείλη.
Σωστά ως εδώ; Και ύστερα κάτω από το δικό σας
Το πέλμα εμείς βρεθήκαμε-είχε έρθει ο καιρός σας.
Και πήρατε από μας το φως, κι άξιοι λαμπαδηφόροι
Μαζί του προχωρήσατε στου Λόγου τ’ ανηφόρι.
Και δεν τ’ αφήσατε ούτε εσείς το θείο φως να σβήσει.
Κι έτσι ωσότου έφτασε και η δική σας Δύση.
Τότε, με ρεύμα αντίθετο και άνεμο ενάντιο
Εδώσατε για φύλαξη τη φλόγα στο Βυζάντιο.
Σε βιβλιοθήκες άφωτες μέσα οι Βυζαντίνοι
Το φώλιασαν. Και το ’δωσαν με τη σειρά κι εκείνοι
Στην που από λήθαργο βαθύ ξύπναγε τότε Ευρώπη.
Κι η αλυσίδα η σεπτή εκεί για μένα εκόπη.
Κι αυτή ειν’ η απορία μου: τι κάναν οι Ευρωπαίοι
Το φως που κάθε βρώμικο και κάθε σάπιο καίει;
Γιατί ούτε αυτοί το έχουνε ούτε άλλοι το κρατάνε:
Έθνος οι αχτίδες του-Λαό, κανέναν δε φωτάνε.
Ακούω διαδόσεις διάφορες. Λένε πως σε καράβι
Για δω να ’ρθει το βάλανε κι η θάλασσα το θάβει.
Η ότι έφτασε ως εδώ κι είπαν οι Αμερικάνοι:
«Έχουμε φως ηλεκτρικό. Αυτό τι να μας κάνει;»
Και το εσβήσανε. Άλλοι λεν, πως στην Ευρώπη όντας
Από μακριά τ’ αντίκρισε ο Αμερικάνος λιόντας,
Για θρυαλλίδα το πέρασε σε τρομοκράτη χέρια,
Και πάει το φως που έλαμπε γλυκύτερα απ’ τ’ αστέρια.
Μα ό,τι λεν κι ό,τι θα πουν, πίσω το φως δεν φέρνει.
Όμως μια ιδέα στο μυαλό μου εμένα παραδέρνει:
Ότι το άγιο εκείνο φως μπορεί να ξαναζήσει
Μόνο από μας που κάποτε το είχαμε γνωρίσει.
Πως ίσως κάπου μέσα μας μια σπίθα έχει μείνει
Απ’ τη φωτιά που κάποτε μας ζέσταινε εκείνη.
Αυτές λοιπόν οι σπίθες μας αν ενωθούνε όλες
Μπορούν να γίνουν η μαγιά για λάμψεις φεγγοβόλες.
Λέω λοιπόν ν' αρχίσουμε να στέλνουμε τριγύρω
Ό,τι φυλάξαμε καλό απ’ τον παλιό τον κλήρο,
Που όλοι να μάθουν τι ήτανε τότε ο σκοπός του βίου,
Κι όλοι τη λάμψη να ιδούν στ’ ανθρώπινα, του Θείου.
Και, που το ξέρεις-με καιρούς ίσως φυτρώσει πάλι
Ο σπόρος που διαφύλαξε η δική μας η σκυτάλη.
Κι ίσως-ποιός ξέρει-μια Αθηνά γεννήσει ο κόσμος νέα,
και πάλι δώσει Οβίδιους και χτίσει Κολοσσαία.
Και η Ιλανί, βοηθός του Γούλφσον!
ΙΛΑΝΙ
(Η πανέξυπνη και καλοσυνάτη εβραιοπούλα, βοηθός του Woulfson)
Ιλανί! Ιλανί! Τι ωραία
το Ισραήλ κι η Ελλάδα παρέα!
Η Ελλάδα στην πολυθρόνα
του Ισραήλ να τη λιώνει το γόνα!...
Πρώτα σεις. Μετά εμείς. Μα κι αν η ώρα
της θρησκείας του Χριστού ήρθε τώρα-
και αν έχει περάσει η σειρά μας,
την αξία δε χάνει ο αδάμας:
Των Καιρών Λαμπροφόρων Μελλόντων
η αυγή, έργο θα ’ναι των όντων
που υψώσανε Παρθενώνες-
που οι Ψαλμοί τους ηχούν στους αιώνες.
Μα για τώρα ας υπηρετούμε
τους ανθρώπους του τόπου όπου ζούμε,
συ με νιάτα, πλούτο και κάλλος
κι εγώ έπηλυς, πένης, μεγάλος.
Ιλανί, τακτ διαθέτεις κι ευγένεια,
και σωστή για τον άρρωστο έγνοια-
τυχεροί όσοι εδώ σα θα ’ρθούνε
από τις γνώσεις σου θα βοηθηθούνε.
Τυχεροί, γιατί όπου αγγίσει
τη γιατρειά παρευθύς θα χαρίσει
το χεράκι σου, και κανένα
γιατρικό δε χρειάζεται ουτ’ ένα.
Με κουβέντες σοφές και με λόγια
που ’ναι βάλσαμο, μάννα κι ευλόγια
ώρες δύσκολες γεφυρώνεις-
κι όταν πρέπει, τα λόγια διπλώνεις.
Μες στο γράμμα του Πόνου κρυμμένα
μυστικά δεν υπάρχουν για σένα.
Με ταχύτητα τα διαβάζεις
και σε φως κι απονία τ’ αλλάζεις.
Και δεν είναι καθόλου ένα ψέμα
το ενδιαφέρον που έχεις στο βλέμμα-
όπως βρίσκεσαι κι όπως κινείσαι
και καλή έτσι αυθόρμητα είσαι.
Τα παιδιά σου, τ’ αγγόνια σου τάχα,
θα ’χουν λίγη απ’ αυτήνε μονάχα
την ευγένεια που σε διακρίνει;
Ή της μέλλει να σβήσει κι εκείνη,
Ιλανί, στον καιρό μας ετούτο,
της ψυχής που όλον παίρνει τον πλούτο
και τον ρίχνει μες στη χοάνη
κι απολαύσεις και χρήμα τον κάνει;..
-----