Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

 ΠΕΡΙ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΩΣ
Ακούμε πολύ συχνά τελευταία ότι εξαπατήθηκε μια γριά ή ένας γέρος από επιτήδειους, και της-του πήραν τα λεφτά τους.
Και η απορία των ανθρώπων που το ακούν αυτό, είναι μεγάλη: πως πείστηκαν οι άνθρωποι αυτοί να δώσουν τα λεφτά τους; Δεν βλέπουν και δεν ακούν στις τηλεοράσεις όσα τέτοια γίνονται κάθε μέρα;
Ας έρθω λοιπόν εγώ, ένας γέρος, να εξηγήσω το φαινόμενο, να λύσω την απορία των ανθρώπων αυτών.
Οι γέροι κύριοι, ζουν έξω από τον κόσμο των νέων.
Ο κόσμος τους συνορεύει με τον δικό σας, όμως διαφέρει από αυτόν.  Ζουν έξω από τον κόσμο της κίνησης, τον κόσμο των ζωντανών.
Τον κόσμο τον δικό σας τον βλέπουν σαν μια θεατρική παράσταση στην οποία αυτοί δεν συμμετέχουν πια, και η οποία δεν παίζεται γι αυτούς. Την βλέπουν από πολύ μακριά, όπως ένας βλέπει από το μπαλκόνι του ένα έργο στον απέναντι θερινό κινηματογράφο, για το οποίο δεν πλήρωσε εισιτήριο καν. 
Ίσως, αμυδρά, θυμούνται ότι κάποτε έβλεπαν κι αυτοί κινηματογράφο, όντας από την ζωντανή τότε μεριά.
Οι γέροι κύριοι και κυρίες, ξέρουν, το ζουν, το νιώθουν βαθιά τους, ότι εσείς τους βλέπετε σαν κάτι το ξένο προς εσάς, σαν κάτι που δύει, ενώ εσείς, νέοι όντες, ούτε καιρός σας μένει να σκεφτείτε ότι κι εσείς κάποτε θα καταλήξετε εκεί, ούτε μπαίνετε στον κόπο να το συζητήσετε καν.
Οι γέροι αισθάνονται ότι όπου να είναι θα φύγουν από τον κόσμο αυτόν, και δεν ξέρουν φεύγοντας καν πού θα πάνε!
Επακόλουθο όλων αυτών είναι να μην είναι δυνατό να αποκτήσουν κάποιου είδους σχέση με σας, τους νέους ή τους νεότερούς τους.
Δεν το διανοούνται καν. Είστε οι νέοι-ή οι νεοτεροι, και δεν ταιριάζει τίποτα το δικό τους με κάτι δικό σας.
Παλιότερα οι νέοι  λοιδωρούσαν τους γέρους. Τους παραπέταγαν , τους κορόϊδευαν, τα παιδιά τους πετροβολούσαν ή τους κυνηγούσαν παίζοντας. 
Σήμερα δεν χρειάζονται κυνηγήματα ή πετροβολισμούς οι γέροι. Το βλέμμα που θα τους ρίξουν οι νέοι σήμερα όταν διασταυρώνονται στον δρόμο-αν τους κοιτάξουν καθόλου, κάνει για δέκα πετροβολήματα και για εκατό κυνηγητά. 
Οι γέροι κύριοι, δεν έχουν κανέναν να τους προσέξει, να συνομιλήσουν μαζί του, πολύ δε περισσότερο να τους βοηθήσουν όταν έχουν κάποιαν ανάγκη. 
Αν περιμένουν κάτι-κι εκείνο λειψό και υποβόλιμο-, είναι όταν θα πληρώσουν κάποιον γι αυτό.
Και, όπως τα γέρικα βουβάλια βλέπουν τις τίγρεις και τα λιοντάρια να τα παρακολουθούν, περιμένοντας την ώρα που θα είναι τελείως αδύναμα για να τα φάνε, έτσι και  οι γέροι, βλέπουν τους γύρω τους να περιμένουν-όσοι έχουν συμφέρον- ή να υπολογίζουν οι άγνωστοι, από συνήθεια, πόσοι μήνες ή μέρες απομένουν ακόμα γι αυτούς.
Και προχωρώ. Οι γέροι (πάντοτε όταν λέω γέροι εννοώ και τις γριές) ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑΝ! 
Γιατί ξέρουν πολύ καλά τα παραπάνω. 
Εμπιστοσύνη έχουν μόνον σε όση δύναμη ακόμα τους έχει απομείνει, και, κύρια, αν έχουν κάποια λεφτά στην άκρη, στα λεφτά αυτά.
Και ας πω εδώ ότι οι γέροι υπολογίζουν σε μια βοήθεια στις ανάγκες τους, από τα λεφτά αυτά, είτε είναι λίγα, είτε πολλά.
Αν ένας γέρος έχει πενήντα εκατομμύρια, και άλλος έχει πέντε χιλιλαδες ευρώ, ίδια και οι δύο φυλάνε τα χρήματά τους  και ίδια σκέπτονται ότι: «ο,τι και να πάθω, θα πληρωσω και θα…. (Θα… τι; Κανένας τους δεν σκέπτεται τι ακριβώς θα πετύχει με τα λεφτά του, όμως είναι το μόνο Δ ΙΚΟ ΤΟΥΣ, το μόνο με το οποίο μπορούν να αγοράσουν λίγη κίνηση όταν δεν μπορούν να κινηθούν, μια ιατρική βοήθεια όταν αρρωστήσουν, μία βοηθό που θα τους περιποιείται, ότι δηλαδή θα μπορούν να πληρώσουν για να επιζήσουν όταν τα πράγματα γίνουν πολύ δύσκολα γι αυτούς.
Οι γύρω τους νέοι πάλι, παιδιά, εγγόνια, δεν δίνουν δεκάρα για το τι θέλει ο γέρος, τον προσέχουνε μόνον, αν έχει λεφτά, ίσα για να εξασφαλίσουν ότι τα λεφτά αυτά δεν θα βγουν έξω από την κρυψώνα τους για να πάνε σε άλλους-αλλά μόνον σε αυτούς.
Οι γέροι έχουν πάντοτε τον φόβο ότι οι νεότεροι-οι οικείοι ή άλλοι, άγνωστοι σ’ αυτούς κακοποιοί-, έχουν πάντοτε στο μυαλό τους να τους σκοτώσουν για να τους πάρουν τα χρήματά τους. Έτσι τα κρύβουν σε μέρη προσιτά μόνον σε αυτούς, και όχι στις Τράπεζες, όπου για να τα πάρουν θα πρέπει να βγουν έξω όταν δεν θα μπορούν να περπατήσουν.
Για τους γέρους ΟΛΟΙ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΟΥΣ.
Και δεν μπορεί να το πει αυτό σε κανέναν, γιατί κανείς δεν θα τους πιστέψει. Και γιατί αν το πει, αυτός που το έμαθε θα γίνει και αυτός πιθανός κλέφτης ή φονιάς.
Σε αυτή την κατάσταση ευρισκόμενος ο γέρος, αν τον πάρει η «Πυροσβεστική» ή η «Αστυνομία», δεν θα την πιστέψει; 
Η Αρχή, το Κράτος, η Νομιμότητα, τον καλεί όχι  για να του κλέψει τα χρήματα, αλλά για να του πουν ότι τα χρήματά του κινδυνεύουν!
Τα χρηματά τους! 
Που όλοι οι άλλοι θέλουν να τους τα πάρουν!  Υπάρχει λοιπόν το Κράτος! Υπάρχει η Πολιτεία που ενδιαφέρεται για τα χρήματά τους! Και δεν τους τα παίρνει, παρά ενδιαφέρεται να τους προστατέψει από τους κλέφτες!-αλήθεια, γιατί ένα ολόκληρο Κράτος που παίζει με εκατομμύρια και δισεκατομμύρια θα έκλεβε και τις δικές τους οικονομιούλες; 
Και ούτε αυτός ο κρατικός εκπρόσωπος μπαίνει στο σπίτι του «με το έτσι θέλω», ούτε και τον πιέζει να κάνει κάτι: αν συμφωνήσει με αυτά που του λέει, τότε και μόνον με την συγκατάθεση του γέρου θα γίνει! Και δεν του λένε «Δώσε μας τα χρήματά σου!» Του υποδεικνύουν αντίθετα τρόπο για να τα προστατέψει. 
Και αν θέλει, αν συμφωνήσει σε αυτό. 
Και, αν η Αστυνομία ή η Πυροσβεστική  ενδιαφέρεται, το κάνει για να βοηθήσει τον γέρο να διαφυλάξει τα χρήματά του και όχι για να του τα κλέψει… 
Την στιγμή εκείνη οι γέροι θα ήθελαν να έχουν έναν άνθρωπο δίπλα τους. Έναν δικό τους άνθρωπο που να εμπιστευόνταν-μα πού να βρεις άνθρωπο να εμπιστευτείς σήμερα, που όλοι οι γύρω τους είναι έτοιμοι να τους κλέψουν; 
Όταν μάλιστα έχουν πείρα τέτοιων κλοπών από πολύ δικούς τους ανθρώπους όταν ακόμα ήσαν νέοι-ας πούμε όταν ο αδερφός τους τούς έχει κλέψει ένα ολόκληρο σπίτι, η αδερφή τους τούς έχει κλέψει το αυτοκίνητό τους και τα λεφτά που  άφησε πεθαίνοντας η μητέρα τους σε αυτούς, και όταν ο γιός τους τούς έχει κλέψει είκοσι χιλιάδες ευρώ από τα λεφτά της σύνταξης τους… 
Φανταστείτε λοιπόν την στιγμή που καλεί τον γέρο η «Αστυνομία», η «ΔΕΗ», η «Πυροσβεστική». ή όποια άλλη κρατική Υπηρεσία! 
Αν δεν υπακούσει στις προτροπές-ή δεν εκτελέσει τις εντολές των καλούντων από το Κράτος τότε τι; Θα προτιμήσει να ρισκάρει να χάσει όλα τα υπάρχοντά του από κλέφτες ή να εκμεταλλευτεί την, ανυστερόβουλη βέβαια, σιγουριά του Κράτους; ((και πάλι βαθιά τους μπορεί να σκεφτούν «μήπως να αρνηθώ την βοήθειά του Κράτους γιατί μπορεί όλο αυτό να είναι ένα ψέμα;»-όμως αμέσως μετά «κι αν είναι αλήθεια;..»
Και πια λέει «ναι».