Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

 ΑΠΟ ΤΑ «MIKPA»

Δίχως τον ήλιο το ρολόγι μας θα ήτανε
μια παράξενη συσκευή
άγνωστο σε τι χρησιμεύουσα
πέραν της επίδειξης της ικανότητας του κατασκευαστή
να τοξεύει.

*

Χρωματιστά γονίδια αναπτερώνουν το ηθικό. 
Προσβλέπουμε σ' αυτά
και ευελπιστούμε
για χρωματιστές θύελλες το ολιγότερο. 

*

Κρούμιο κρανίο το κύπελλο πάνω στο τραπέζι.
To χαρτί κιτρίνισε άγραφο.

*

Ένα λεπταίσθητο είμαστε και φρούδο εργαλείο 
που η ανυπόμονη άγνοια επάνω του ξεσπά 
παιδιού, που παίζοντας, κολλά τα μέρη μας τα δύο
για λίγο έτσι μας κρατεί-κι απέ μας ξανασπά.

*

Τα όνειρά μας ψάχνουμε που χάθηκαν να βρούμε.
Βαδίζοντας ακούγονται κάτω απ' τα πέλματά μας
Ήχοι που κάνουν σπάζοντας εκεί τα όνειρά μας.
Κι εμείς συνέχεια ψάχνουμε.-.συνέχεια προχωρούμε…

*

Μετά την αγάπη
πρέπει να διαφυλάξουμε τις μάσκες
για την επόμενη φορά.

*

Και τώρα ας γυρίσω το χαρτί
στην άγραφη πλευρά του.
Και τώρα ας γυρίσω τη ζωή
στην όψη του θανάτου.

*

Κι αν ακόμα Προμηθέας Δεσμώτης ήμουν 
τα σπλάχνα μου δεν θα επαρκούσαν
για τόσες μεταπτώσεις.

*

To σούρουπο έρπον καταφθάνει.
Ανύποπτα
αμετάτρεπτα
κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου.

*

Βάλτε με μέσα σ' ένα βαθύ
πουκάμισο κίτρινο
και δώστε μου μια ζώνη χορταρένια:
αμέσως βαφτίζομαι Πρόδρομος Ιωάννης
και γυρίζω τον κόσμο δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.

*

Κάθε Κυριακή πρωί οι άντρες ανεβάζουν τα παντελόνια τους,
οι γυναίκες αφήνουνε τη φούστα τους να πέσει στη θέση της
και παν στην εκκλησιά όπου μ' ευλάβεια 
ευχαριστούνε και δοξάζουνε τον Κύριο.

*

Μετά από τόσα ηδύποτα
τους έδειξε ξετσίπωτα
τα κάλλη της τ' ανείπωτα.
Εγώ δεν είδα τίποτα.

*

Καμιά φορά δεν ειν' νερό οι χοντρές σταγόνες
που μανιασμένα μαστιγώνουνε τη γη
αλλά τα δάκρυα των φτωχών που για αιώνες
συνάζονται και πέφτουνε απάνου μας με οργή.

*

Οι σκέψεις που στριμώχνονται εντός μου
σαν ρόγες σταφυλιών ωριμάζουν.
Και σκούρκοι απάνου τους διψασμένοι βόσκουν.

*

Σα δεις να λιγοστεύει το σκοτάδι 
Που ζώνει το άπελπό σου το κοπάδι 
Πως δεν κατάλαβες Άδη καμώσου: 
Μπήκε ένας δάσκαλος στο βασίλειό σου.

*

Η γάτα μου πρωί πρωί ψόφησαν τα γατιά της 
Και, νύχτα, την μαστόρευε γάτος αλαφροπάτης. 

*

Ο χάρτης είναι συνοπτικός. 
Στην πόλη δεν δείχνει τη συνοικία μου.
Στη συνοικία δεν δείχνει το σπίτι μου. 
Στο σπίτι δεν δείχνει εμένα. 
Σε μένα δεν δείχνει τα χέρια μου.
Στα χέρια μου δεν δείχνει αυτόν το χάρτη. 

*

Αμφιβολία δεν στέκει μια-τέκνα είμαστε δικά σου.
Κοίτα! Δεν βλέπεις μέσα μας, Αδάμ, τη μοναξιά σου;

*

Δηλαδή αν δεν υπήρχε η βαρύτης
ο ελέφας θα πετούσε σαν σπουργίτης. 
Και φτερά δε θα φυτρώναν-για φαντάσου-
στους αλόγινους τους ώμους του Πηγάσου…

*

Με ψέγεις ότι μοναξιά και πόνο 
Απ’ της ζωής τον χώρο κλέβω τον μεγάλο 
Και πως με κείνα ποιήματα σκαρώνω-
Μα σκέψου λίγο, υπάρχει τίποτ’ άλλο; 

*

Πέστε μου πως η νύχτα δεν είναι αιώνια. 
Πέστε μου πως τα φτερά του πουλιού δεν πληγώνουν. 
Πέστε μου πως υπάρχει αγάπη. 
Πέστε μου τα γλυκά ψέματα που δίχως τους να ζήσω δεν μπορώ. 

*

Α!.  Μύρα που της ζήσης μας το ρόδο θα σκορπούσε 
Αν κάτι μες στον κόσμο αυτό λίγο μας αγαπούσε!.. 

*

Θέλετε να δείτε έναν πεθαμένο να περπατεί; 
Ελάτε στις οχτώ το βράδυ στο Lanark Park. 
Εκεί καθημερινά κάνω τον περίπατό μου. 

*

Νεκρολούλουδο είσαι; 
Πώς την φαντασία μου κοσμείς; 

*

«Λυπούμαι κύριε, δεν γίνεται να σας δεχθώ. 
Τοιαύτην ώραν καθεύδω». 


*

Βρέφος βυζαίνει ο άνθρωπος τον τροφαντό μαστό. 
Άντρας βυζαίνει του έρωτα τη γλύκα ούθε προκάμει.
Και γέροντας, το τσάι του-ντροπή πως σε βαστώ-
το πίνει αργοβυζαίνοντας ένα κυρτό καλάμι.

*

Εν’ άδειο μπουκάλι κρασί. Δυο ποτήρια.  
Ακίνητα τέσσερα πόδια γυμνά. 
Η ήρεμη άμπωτη που οκνά τριγυρνά 
στο χώμα τα’ ογρό μετά την παλίρροια. 

*

Α! Και να πέταγε το ελάφι! 
Α! Και φτερά να είχε το ελάφι! 
Α! Κι η ζωή λίγη χαρά να είχε!

*

Don’t give up! 
Τι εννοείς; 
Don’t give up! 
Μα πώς;..