Στον κήπο της ψυχής μου μπήκε κάτι
δίχως να κάνει θόρυβο κανένα
τα ρόδα μόνο μόλις το αιστανθήκαν
και ρίγησαν μες στου βραδιού τη γλύκα.
Ούτε κι εγώ ακόμα, μακριά που είμαι
από την τύρβη την καθημερνή
δεν το 'χα νοιώσει κι ήρεμος στεκόμουν,
γαλήνιος, ,πράος, μη γρικώντας πάρα
του ανέμου μόνο τη θερμή πνοή
που έπλεκε με τους χτύπους της καρδιάς μου.
Και συνταράζει με πολύ βαθιά μου
το κάτι αυτό αφόντας το ’χω νιώσει.