Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Ανεβαίνω. Τα σπίτια μικραίνουν μες στ' απόβραδο.
Καμπάνες θολές ακούγονται μέσα από την ομίχλη των πόλεων.
Ενας μουεζίνης προσεύχεται.
Η γη αρχίζει να στρογγυλεύει  
και αποχαιρετώντας με απομακρύνεται.
Πάνω της τα ποτάμια ακόμα θα κυλάνε
και τα ψηλά βουνά της θα κρύβουν τον ορίζοντα.

Μα τίποτε απ' αυτά δεν διακρίνω.
Μόνο ακούω σαν σ’ όνειρο όπλων κλαγγές.
Σε λίγο η γη μια σφαίρα μαύρη γίνεται
σε μέγεθος πορτοκαλιού που μόλις φαίνεται.

Ανεβαίνω! Πηγαίνω! Απομακρύνομαι απ' αυτό τον τόπο που είχα ζήσει μια ζωή.
Ζωή;
Έτσι την έλεγαν;
Ναι, ζωή! καλά θυμάμαι...

Ταξιδεύω.
Μακριά απ' τη γη
Τι είναι γη;
Ναι, το μέρος όπου… όπου…. Όπου;
Πού βρίσκομαι;
Και για πού πηγαίνω;
Άγνωστα και τα δυο.

Και τι είμαι;
Κάποτε είχα μια μορφή.
Για πού τώρα οδεύω θύμησες γεμάτος φθίνουσες
από κάτι περασμένο;
Ναι, ήμουν κάποτε αν... ανθω... ανθρω...
Δεν ξέρω τι ήμουν και τι είναι αυτό το *κάποτε"
Λάμνω.
Αρχίζω να νιώθω ένα κενό μέσα σ' ό,τι είμαι.
Τίποτα δεν είμαι.
Είμαι ό,τι νιώθω.
Είμαι αέρας;
Ω! Τι πολλοί αγέρηδες σε κύματα άμετρα!
Μαζί κι εγώ με κείνους!
«Πάμε!
Φύσα λοιπόν αδέρφι!»
"Καλώς τόνε" ακούω μια φωνή.
«Καλώς σας βρήκα" λέω,
μήπως και ήτανε το καλωσόρισμα για μένα.
Πού πάμε;
Ωωωωπ! Ωραία που είναι!...
Τώρα κοντεύω πάλι προς το πορτοκάλι. Μεγαλώνει...μεγαλώνει...μα όχι, δεν είναι το πορτοκάλι που ήξέρα.
'Τι κάνουμε εδώ αδέρφι;"
"Φυσάμε!"
'Τι;"
"Φυσάμε!"
"Πού; Γιατί; Ως πότε;
"Ουφ! Τι ερωτήσεις! Φυσάμε!"
Φυσώ κι εγώ.
Μα τούτο ειν' άλλο πορτοκάλι...
Κι εγώ άλλο είδος αγέρα...
Κάτι που ζέστα να μας φέρνει νιώθουμε.
Μεγαλώνω! Ζεσταίνομαι!
Μεγάλος που είμαι!
Και να μπροστά μου μια τρύπα μαύρη.
Με ρουφάει.
Απόλυτο σκότος.
Σε λίγο σε φωτεινό βγαίνω ποτάμι.
Κοιτάζομαι.
Ξαναπαίρνω μορφή παρόμοια με κείνην που είχα πριν γίνω αέρας.
Πεδιάδες από φως, όρη κρυστάλλινα.
Μερικοί κουβαλούνε ένα σακί στους ώμους τους γεμάτο λίρες.
"Ποιος ειν' αυτός;"
“Ένας βοθροκαθαριστής-τι ενδιαφέρεσαι για ένα κορμί χαμένο;"
Πάω κοντά του.
"Πώς σε λένε φίλε;"
Φτύνει καταγής θωρώντας τα κολλαριστά μου ρούχα και “Ρότσιλντ" μου λέει.
Πίσω του τσούρμο ζητιάνοι
σκύβοντας για να μαζέψουν τα νομίσματα που πέφτουν απ’ τις τρύπες του σακιού.
"Όσα περσότερα μαζέψουν τόσο αργότερα θα 'ρθει η σειρά τους να κουβαλήσουνε σακιά".
Βλέπω καλλίτερα-ανάμεσά τους. Φορντ, Αγα Χαν, Ιμπν Σαούντ, Ωνάσης, πάμπλουτοι ηθοποιοί, πολιτικοί… οι κλέφτες όλοι.
Αλαφιασμένον βλέπω τον Μόργκαν να έρχεται στα χέρια με τον βασιλιά της Αγγλίας για μια λίρα.

"Οδός Γης" βλέπω στον τοίχο.
Ώστε είναι η γη μου.
Βλέπω ζευγάρι ένα.
Ένα πεντάχρονο κορίτσι κι ένα τετράχρονο αγοράκι.
Σπρώχνουν μαζί ένα καροτσάκι παιδικό, μ' ένα γέρο μέσα.
Στα σίδερα του καροτσιού ένας ορός που στου παππού τη φλέβα καταλήγει.
Πλησιάζω: "Ο παππούς σας;"
Γελάνε παραξενεμένα κι αλληλοκοιτάζονται: «Το μωράκι μας!"
"Αυτός ο γέρος… μωράκι σας!;"
Σοβαρεύονται.
"Γέρος; Επισκεφτείτε κύριε κάποιον οφθαλμίατρο!"

Ταμπέλλα φωτεινή: ΙΝΣΤΙΤΟΎΤΏΝ ΑΣΧΗΜΙΑΣ.
Κάνω το σταυρό μου.
Τώρα εξηγώ που με καμάρι
οι άσχημες γυναίκες δίπλα μου περνούν-
η ασχήμια εκεί, εδώ είν’ ομορφιά.
Τα γερατειά νιάτα.
Βαδίζω το δρόμο για να δω πού βγάζει. Ατελείωτος.
Μπαίνω σε μία πάροδο.
Βγαίνω σε άλλο δρόμο.
"Οδός Αρη Βελουχιώτη" διαβάζω.

Με σκουντούν αόρατα σώματα.
Απλώνω τα χέρια να προστατευτώ απομακρύνοντας τους αόρατους.
Μια φωνή από ένα μεγάφωνο:
"Ξαναγυρίστε στη γη σας. Είστε σε λάθος πλανήτη!"
Για μένα είναι η φωνή;
Κοιτάζω γύρω μου.
Προτού προλάβω να δω, μια αρπάγη με ανυψώνει και με αποθέτει απαλά στην οδό Πλούτωνα.
Γυρίζω από σπίτι σε σπίτι ζητώντας δουλειά και κάτι για να φάω.
Καθένας από κείνους στους οποίους μιλώ, μου βάζει ένα χαρτί στο χέρι. Διαβάζω πάνω του: «ανώριμος».
Στο δέκατο τέτοιο χαρτί με ξαναπιάνει η αρπάγη και το μεγάφωνο λέει, για μένα προφανώς:
"Μα ποιος σας έστειλε τόσο νωρίς εδώ;"
Και στο στερέωμα με εξακοντίζει.
Το φως όλο και σβήνει.
Μια τρύπα μαύρη άλλη με ρουφά
και πάλι βρίσκομαι στον ουρανό ανάμεσα σε
σύννεφα.
Σιγά σιγά υλοποιούμαι πάλι, ενώ το πορτοκάλι πάλι εμφανίζεται.
Και τούτη τη φορά είναι η γη.
Η γη μου.
Κατεβαίνω.
Προσγειώνομαι μέσα στην Ελλάδα, σ’ ένα μπαρ της Τρίπολης.
Ένας κτηνώδης τύπος μου δίνει μια γροθιά. "Γιατί;" του λέω.
Μου δίνει άλλη μία.
"Γι αυτό!",μου λέει.
Γη.
Ελλάδα.
Τρίπολη.