ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Ώρες καθισμένες στον καθρέφτη τους μπροστά
σαν σίγουρες
τα χείλη με νωχελικές κινήσεις βάφουν,
στα ματόκλαδα την ελαφρότητα της ύπαρξης τους όλη αποθέτουν
και με άνθη μαραμένα, ευωδιαστά
θλίψη γεμάτα
το μέτωπο προσεκτικά στεφανώνουν.
Και στην ώρα την κατάλληλη,
όταν ό άντρας
αηδιασμένος από την τεχνητή επάρκεια
που έτσι άπρεπα φκιασιδωμένη
η γυναίκα
για καιρό σαν αρτεσιανό φρέαρ ξεχύνει,
κλείνει τη στρόφιγγα της ισχύος της
και των δακρύων ανοίγει.
Σε κλάματα τότε η γυναίκα ξεσπά
ο κόσμος από το θόρυβο ξυπνάει,
σηκώνεται,
ανακλαδίζεται και,
νυσταγμένος ακόμα,
προχωρεί.