«Αλλά τί, τί τάχατες σε παρακινεί να λάβεις δια γυναίκα μίαν αλλογενή; Υστερείται η Ελλάς, ίσως, από κοράσια; Εφυγεν, ίσως, η Αφροδίτη από τον πρώτον της ναόν; Τί σε αποτύφλωσε τόσον, οπού σου φαίνονται ωραιότερα τα ζωγραφισμένα αναιδέστατα πρόσωπα των κακοηθέστατων αλλογενών, ω αναίσχυντε και όντως γιδοκέφαλε αποστάτα της πατρίδος; Νομίζεις ίσως, να σε επαινέσουν οι άλλοι αλλογενείς; Απατάσαι, δύστυχε, πάλιν εις την ιδίαν σου απάτην.
Αυτοί σε μισούν, σε καταφρονούν και σε περιγελούν παντοτινά. Καθείς από αυτούς λέγει: "ιδέ τον χοίρον, τον χυδαίον Ελληνα, δια να μετριάσει την ουτιδανότητά του, ηθέλησε να λάβει σύζυγον από το γένος μας. Αλλ’ αυτός είναι πάντοτε ο ίδιος. Τα βάρβαρα ήθη της πατρίδος του δεν τα άλλαξεν". Τί στοχάζεσαι, ω αληθή κακότυχε, πως σε αγαπά η γυναίκα σου; Μην απατάσαι, σου το ξαναλέγω! Αυτή σε περιγελά, σε ατιμάζει, σε κλέπτει, και πολλάκις σου ετοιμάζει τον θάνατον παράκαιρα....»
Από την «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ