Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

 Κλεισμένος μέσα για μέρες, βγήκα σήμερα, Παρασκευή απόγεμα, για μια βόλτα.
Απόγεμα ανοιξιάτικο αλλά και λίγο κρύο ακόμα. Αρκετοί έξω, να απολαμβάνουν όση ευχαρίστηση μπορούσαν να του αποσπάσουν. Στο δρόμο με τα δέντρα βλέπω σε ένα παγκάκι έναν μπαμπά με τα δύο παιδάκια του. Ένα κοριτσάκι τριών περίπου ετών καθιστό δίπλα στον μπαμπά του στο παγκάκι και ένα μεγαλύτερο αγοράκι όρθιο δίπλα του, προσπαθώντας να βγάλει κάτι φαγώσιμο από μια σακουλίτσα που κρατούσε. Ο πατέρας το συμβουλεύει: μη το βάλεις στο στόμα σου γιατί δεν έχεις πλύνει τα χέρια σου. Τότε γρήγορα γρήγορα το μικρό κοριτσάκι, σοβαρό μέσα στο κόκκινο φουστανάκι του, ολοκάθαρο, λαμπερό, χαριτωμένο, γυρίζοντας στον μπαμπά του τον ενημερώνει περήφανα και όλο σοβαρότητα, δείχνοντάς του τα χεράκια του: εγώ τα έχω πλύνει. Και ξαναγυρίζει μπροστά του.
Αυτή η αθώα φωνούλα, αυτή η όλο αξιοπρέπεια και υπευθυνότητα δήλωση, η σιγουριά ότι έχοντας πλύνει τα χεράκια του έχει εξασφαλίσει ένα μεγάλο κομμάτι της αγάπης του μπαμπά, αυτή η άδολη, αυθόρμητη γνωστοποίηση της εκτέλεσης της υποχρέωσής του, που φως φανερό το έκανε άξιο όλης της λατρείας του σύμπαντος και της προστασίας του από κάθε τι, αυτή η αθώα αναφορά, έκανε κι εμένα συμμέτοχο της αγαθότητας που εξέπεμπε και αμέσως οι συσσωρευτές της δυνατότητάς μου για ενέργεια τουλάχιστον τριών ημερών, γέμισαν. Ήμουν κι εγώ πια το ίδιο προστατευόμενος του ίδιου Σύμπαντος.
Πήρα το δρόμο για το σπίτι.
Γυρίζοντας να σου και ο Αλέξανδρος πάνω στο ποδήλατό του-το παιδί της Φλώρας. Κουβέντα και μαζί του.
Πιο πέρα να και ο υπαίθριος λουκουμαδοποιός και λουκουμαδοπώλης. Μου ανάλυσε την οκικονομικοπολιτική κατάσταση της χώρας. Τον εκτιμώ πολύ γιατί αν δεν τον εμπόδιζαν οι περιστάσεις να σπουδάσει, με το μυαλό που έχει θα γινόταν πολύ καλός σε ό,τι θα είχε καταπιαστεί.
Μίλησα και με τον Αλέξανδρο για λίγο, και άκουσα με ενδιαφέρον όσα μου είπε ο λουκουμαδοπώλης.
Μα και ο Αλέξανδρος και ο λουκουμαδοπώλης, μου ήσαν «άχρηστοι» για σήμερα.
Οι ανάγκες μου είχαν, πριν τους συναντήσω, πλήρως ικανοποιηθεί.