Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Ο ΜΠΑΝΤΑΒΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.

Που τη σούπα του την έτρωε
με πιρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».

Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες μόνο ετρυγούσε.

Κι όταν ήταν να μετρήσει
Απ’ το ένα ως το δύο
κειός ανάποδα μετρούσε-
μείον ένα μείον δύο.

Και στο γάιδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας
για κεφάλι γαϊδουρίσο.

Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.

Του ελέγαν: «στάσου ορθός»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος τράβαγε στον πάτο.

Απ’ τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το κοτσάνι απ’ το σταφύλι.

Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.

Κι όλοι τόνε κοροϊδεύαν
και μαζί του πλάκα σπάζαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.

Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.

Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.

Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ΄τα ρόδια.

Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν
σύμβουλό του να τον κάνει.

Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό το ’λεγε ίσο».

Και τον είχε σύμβουλό του
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.

Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά», τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»

(Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι,
η ειρήνη ότ’ είναι μάχη
και κοιλιά πως είναι η ράχη).

Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα.».
 

Ι ΑΒΡΑΜΟΥΟΠ’Λ’Σ ΣΙ ΦΡ’ΓΑΤ'
(μετάφραση: Ο ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΗ ΦΡΕΓΑΤΑ ΣΑΛΑΜΙΣ)

«Προυχτές ήμαν στου Ναύσταθμ’.
Συχα’ τίρια πήα να δώκου στα πιδιά
που απ’ τη Λιβύ’ ιφέρανε
πίσου τς διπλωμάτ’ς μας.
Κραστήκαν τα κακόμ’ρα.
Σαν υπργός τις που ’μι
δύου λιξούλ’ς τς έκρενα
να πάρ’ν λίγου απάνου τς.

Ουωρέ για σκέψ! Ιγώ υπργός!
Κι ογλήγορα κι ιπίτρουπς!
Απού ’σι μάναμ να μι δγείς…
Απού ’σι πατιρούλιμ…
Να ’ζηγε κι ου Κουλουκουτρών’ς
καμάρ’ απού θα τ’ ίχι
ιένας συμπατριουώτ’ς τ’-ιγώ
να φκιάν’ ουότι τούρθ’
σ’ ούληνι την Ιλλάδα!

Α ’π’ λες κι να τις έγλιεπες
χαρά τρανή απ’ είχαν
οι ναύτ’ς κι ι ναυάρχ…-
απ’ τα μπατζάκια τς χ’νόνταν …
Δεν ίνι λίγου υπργός
να τς κρένει τουόσα μπράβου!
Κι είπα κι για τς κυράδες τς
λιξούλες κατ’ λίγούλες-
γιάτ’ όχ’; μηγάρις δεν ψηφάν
στς ικλουγές κι αυτήνες;

Μανάχα που ούλη τη γιουρτή
μια μύγα μι τη χάλασ,
π’ ήρθι του διαουλόπραμα
κι κόπρισ’ του σακάκιμ’!

Κείνου σακάκιμ’ του μπλε
απού μαλλί κι απού κασμίρ φκιασμένου.
Καλ’καίρ’ αντάμα κι μαλλί
παράξινου γρικιέτι
μ’ άνε τ’ μαλλί ίνι δρουοσιρό
κι ιδ’κά ιπιξιργασμένου,
έχει θ’λαδή τρίχα λιεπτή,
τότες ταιριάει του μαλλί
κι ας ίν’ κι καλουοκαίρ.
Η ποιουότ’ς τς ίνας λουγαριάζιτι.
Κι τη μιτράν μι «σούπιρ» κι αρθιμούς:
ικατόν ίκους, ικατόν σαράντ, ικατόν ιξίντα  κλιπ.

Κι αν τουώρα κρένω σας για του σακάκ’μ,
τι άλλου να σας έκρενα;
Τσ ναύτ’ς ιπήγα-τσ’ είδα.
Ετέλεψε κι αυτήνη η υπουχρέωσ’,
αμέ τ’ ωραίου του ντύσιμου,
αυτήνο, δεν τελεύ’.

Του σακακιούμ του  κόψιμου ίνι ιταλικό
που ίνι πλιο κι αλαφριό, κι πλιο ίνι στιλάτου.
Ανοίγματ’ έχει δυο μαθέ-κι εχ’ κι δύου πιέτς.
Ίνι κουντύτιρου κι πλιο σφιχτό στου σώμα,
στσου ώμους ιέχει βατς,
τα πέτα ίνι πλιο ψ’λα
κι έχ’ του βε πλιο τονισμένου.

Τ’ σαπάν’ τ’ κ’μπι
(σ’ ιένα σακάκ’ σαν κι του θ’κομ)
πρεπ’ να ’νι απαν’ απού τ’ αφάλ’.
Του κάτου μέρους πρεπ’να φταν’
’σαμε τα κότσα του χιριούμ’.
Κι φταν.

Η φουόδρα στου μανίκ’
πρεπ’ ναχ’ τιλείουωμα μι του χερ’
κι η τσεπ ναχ’ ινίσχυσ’
αλλιά του σ’κάκ θα σακουλιάζ’.

Κι προσουχή, το κάτ’ του κ’μπι
ποτές δεν του κουμπών’νε.
Διν ιν’ σουστό.
Κι τ’ν ώρα απού χιριτάς
είτ’ άντρς είτε γυναικ’ς
τα κ’μπια να ’ν’ ούλα  κουμπουμέν’.


Τς κάλτσας του χρώμ’
πάει μι τ’ παντιλονιού’
κι ουόχι μι το παπούτς.
Γινικά.

Μερκοί μαθέ
τιριάζ’ν’ τς κάλτσ’ς  μι του π’κάμσ’,
μι τη γραβάτ’ ,
ή κι μι τς τιράντς.
Φουριούντι ακόμ’ κι κάλτσ’ς χτυπητές-
καρό να πούμι.

Μαντίλ’ του ίδιου σκέδιου μι γραβάτ’,
πουοτέ να μη φουρέστ’!

Κι να ξέρ’τε: του κιραμιδί παπούτσ’
πάει με πουκάμισ’ μι ριγ’.

…Ιγώ δεν ήμαν για υπργός.
Ήμαν για μετρ τσ’ μόδας …
 

   ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

Κατάληψη! Κατάληψη!

Να κλείσουν τα σχολεία
Που σάς κρατούν αγράμματους!
Πού είναι τα βιβλία
να πιείτε από το νάμα τους;

Πού είναι οι δασκάλοι
με γνώσεις στο κεφάλι;
Πού είναι οι αίθουσές σας
οι ωραίες και καθαρές σας;

Πού είναι το παιχνίδι;
Πού η ανεμελιά σας-
το θείο σας στολίδι !-
πού η ζεστή φωλιά σας;

Πού η μεγάλη αυλή σας
να τέρπει την ψυχή σας;
Πού είναι η χαρά σας;
Πού-πού τα όνειρά σας;

Χάθηκαν-πάνε όλα
τα ωραία και φεγγοβόλα!
Από εσάς τα πήραν-
στη λάσπη τα εσύραν!

Και βίλλες εγινήκαν,
σε τράπεζες εμπήκαν
και γίνανε πισίνες
κι ερώτων λάγνων κλίνες:

αντί να γίνουν τόποι
για νέο και παιδί,
μεγάλων γνεντοκόπι
εγίναν και χλιδή.

Σε  σπίτια υπουργών
απάνθρωπων κι αισχρών-
εκεί είναι τα σχολειά σας
κλαμένα και μακριά σας.

Πίσω ξανά σεις πάρτε τα!
Με πάθος διεκδικείστε
αυτό που σας στερήσανε!
Και φειδωλοί μην είστε:

σε όποια πράξη ενάντια τους
σας σπρώχνει η θεία ορμή σας,
οι αδικημένοι όπου γης
παλεύουνε μαζί σας.

Κατάληψη! Κατάληψη!
Κι εκείνη αν δε φτάσει,
τότε το χέρι σας, Καλοί,
μαχαίρι! όπλο! ας πιάσει!

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τότε ειν΄άχρηστα
‘ενας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Της Νίκης το συντρόφεμα  
φίλοι για να κερδίστε
Δε θέλει κανακέματα
και γλύψιμο όπου φτύστε.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε!

Θέλει στα μάτια φλόγισμα!
Θέλει στο χέρι αξιότη!
Θέλει την άκρατην ορμή
της νιότης σας την πρώτη!

Θέλει αλήθειες να ειπωθούν-
αλήθειες που ν’ αστράψουν
και κάθε σάπιο και μιαρό
αλύπητες, να κάψουν.

Ελεύτεροι να ζήσετε!-
κι αυτό το κάνει ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
η Δόξα να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Κανόνες που θεσπίσανε
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
για  πάντα θα μετράτε.

Ή μαθητής ή φοιτητής
η ώρα σου έχει έρθει-
και πια-κι ας θες-δεν κρύβεται
η ιερή σου μέθη.

Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνεις
ζήτουλας τότε κι  έζησες,
ζήτουλας θα πεθάνεις.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δε γίνεις στο πλευρό τους
τότε νερό είσαι γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.

Από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο΄
ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο με όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Και θέλει ωμή τη βία.

Εβγάτε  και αστράψετε
μον’ νιάτα όπως μπορούνε:
που ως και τ’ άστρα όταν σας δουν
κι εκείνα να ντραπούνε!

Τώρα δεν έχει μαθητές.
Τώρα δεν έχει νέους-
τώρα έχει μόνο μαχητές
Μεστούς! Τραχιούς! Ωραίους!

Για να φλογίσει, νέοι  μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-η Αχόρταστη!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.

                   ---
 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ 25 ΜΑΡΤΗ 2017
ή
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
Τι τραβάω ο δόλιος στα γεράματα…

ΤΣΙΠΡΑΣ
Αφού πιστεύουνε πως γέννησε μία παρθένα γιατί γαμώ το κέρατό τους δεν πιστεύουνε ότι έχω πρόγραμμα;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Να σκαρφαλώσω στο Τέμπλο και να φωνάζω βοήθεια...;…  

ΦΩΦΗ
Δε σκέφτηκα να μετονομάσω το ΠΑΣΟΚ σε ΛΑΖΑΡΟ μήπως και  μου το ανάσταινε.  

ΠΑΝΑΓΙΑ
Εγώ, τι φταίω να βλέπω τόσους κλέφτες εδώ μέσα;

ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Καλά θεέ μου, μου έδωσες τέτοια φάτσα. Ήταν ανάγκη να μου δώσεις και αυτό το επώνυμο;

ΘΕΟΣ
Για τον Σαούλ άρκεσε ένας κεραυνός. Αυτός μου στοίχισε φτηνά: ένα τηλεφώνημα του ανηψιού μου από τη Ραφήνα.

ΚΑΜΕΝΟΣ
Γαμώτο, μόνο παπάς δεν ξέρω ποια πρόφαση να βρω για να ντυθώ…  

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Ούτε το σταυρό ούτε το χέρι του φίλησε, έστω για τους τύπους…

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ)
Γιατί να μην ευχαριστήσω τους μετανάστες; Και ο Χριστός δεν ήτανε μετανάστης από τον ουρανό στη γη; Αυτόν γιατί τον ευχαριστούμε;

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Όχι με το δικό μου «ΠΟΤΑΜΙ», αλλά ούτε με τον Ιορδάνη δε σώζεται η Ελλάδα. Τουλάχιστον περνάω την ώρα μου.   

ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Μήπως να ’στελνα δυο ντενεκέδες λάδι στον Τραμπ;…

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ
Πανάκριβος ο μπακαλιάρος. Ευτυχώς που έχω οικονόμα γυναίκα και θα κάνει οικονομία στα κρεμμύδια και στο λάδι.

ΒΟΡΙΔΗΣ
Και ο Χριστός φραγγέλιο είχε-τι φραγγέλιο τι τσεκούρι.

ΛΕΒΕΝΤΗΣ
Εγώ ένα ξέρω να πω. Οικουμενική με Πάπα, Πατριάρχη, Ιμάμη, Αγιατολλάχ, Δαλαϊλάμα! Μόνον έτσι θα σωθεί όλος ο κόσμος.

ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εγώ μόνο το πρώτο άρθρο ψήφισα.

ΚΟΥΒΕΛΗΣ
Άλλα εφτά χρόνια. Γιατί δυο θητείες θα τις κάνει. Εγώ τότε πόσο θα είμαι;… Μπα! Δε βγαίνει. Θα πάω σε ψυχαναλυτή να μου βγάλει από το μυαλό την Προεδρία.

ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ
(φωνασκούσα αλλά μη ακουομένη)
ΕΞΩ ΟΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ- Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ
 

Ν’ ΑΓΑΠΩ 


-Μου λες θα φύγεις αλλά εγώ
Τότε τι θα ’χω ν’ αγαπώ;

-Σα φύγω εγώ συ θα ’χεις ν’ αγαπάς
Το σύννεφο-το συννεφάκι.
Άκου τι λέει το σύννεφο:

«Είμαι το πάνω απ’όλα.
Εποπτεύω σε όλα.
Βλέπω εκεί που μάτι δεν βλέπει.
Βλέπω το ερχόμενο
Που κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή
Μέσα στον κύκλο του έρχεται.
Βλέπω τα όρη και τις κοιλάδες
Και τις φωνές τους ακούω τη νύχτα
Τις  τελευταίες, τις έρημες, τις παρακλητικές-
Σαν άμοιρα παιδιά φωνάζουν μες στη νύχτα.
Όταν στο χείλος φτάσουν των κραυγών
Σπεύδω να τα σκεπάσω ελεητικά
Να τ’ αγκαλιάσω.

Είμαι   το  σύννεφο.
Φωνές που στη Γη δε φτάνουν
Πρώτο  εγώ και μόνο ακούω απ’ όλα.
Κι  ακούω ήχους
Σταλμένους από μάκρη ατέλεστα
Από ήλιους δεισιδαίμονες
Και γαλαξίες με δόντια δεινοσαύρων
Κι από Θεούς Ολύμπων μακρινών.
Είμαι το σύννεφο.
Από καρδιά μικρού κοριτσιού είμαι φτιαγμένο
Από φτερά δράκου ανθρωποφάγου
Από απήγανου ευωδιά
Κι  από  δροσιά αυγινή.

Είμαι το σύννεφο.
Περιπολώ και ανιχνεύω τα ρικνά
πατήματα της δρόσου στα σπαρτά
Και τα μικρά πνιχτά επιφωνήματα ακούω
Του έρωτα του πρώτου
Του δειλού.

Είμαι το σύννεφο που βρίσκομαι
Τόσο κοντά και τόσο μακριά σας.»

-Όμως αγάπη μου το σύννεφο
δεν έχει ποδαράκια
Άσπρα, τρυφερά
Ελκυστικά ξαπλωμένα  
Μισανοιχτά.

-Τότε σα φύγω από κοντά σου ν’ αγαπάς
Το ρυάκι -το ρυακάκι.
Άκου τι λέει το ρυάκι:

«Χάνομαι και αναφαίνομαι στο ίδιο μέρος την ίδια
στιγμή.
Φεύγω και πάντα είμ’ εδώ.

Κυνηγημένο από τον ίδιο μου τον εαυτό
Το ’να μου μέρος σπρώχνει τ’ άλλο και πηγαίνω.
Τρέχω ολοένα
Και ποτέ ανάπαψη δεν είδα ούτε θα δω.
Και μίσος το μουρμουρητό μου και κατάρα.
Γιατί δεν ήθελα να υπάρξω.
Στα κλειστά βάθη της ανυπαρξίας να βρίσκομαι
Πάντα ήθελα
Αντί αδύναμο τώρα
Να ποθώ πίσω
Εκεί
Να γυρίσω.

Και μίσος το μουρμουρητό μου και κατάρα
Για τον ίδιο μου τον εαυτό.
Και τρέχω.
Και πηγαίνω…

Είμαι το ρυάκι.
Πηγαίνω.
Τρέχω.
Κυλώ…»

-Μα φως μου εσύ
Δεν έχει στόμα του ρυακιού το κύλισμα
ευωδιαστό και τριανταφυλλένιο.
Ούτε χειμάρρους φωτεινούς μαλλιών μετάξινων
έχει το ρυακάκι.

-Τότε αγάπα αντίς για μένα
Το πρόβατο-το προβατάκι.
Άκου τι λέει το προβατάκι:

«Το δύσμορφο εγώ...
Το αλλόκοτο…
Τι πόδια-ξεροπόδια
Και τι κεφάλι κωνικό σκυλίσιο…
Βορά εγώ στων ανθρώπων τις θρησκείες
Που ευνοούν τον αφανισμό μου.
Μα πεις πως δεν ήμουν ζώο
Αγαπητό στους Θεούς…
Ήμουν και παραήμουν!
Τα πιο αγαπημένα τέκνα του θεού
Κοπάδια τρέφαν τους προγόνους μου.
Σταυρός από το αίμα μου
έσωσε τους Εβραίους απ’ τη σφαγή
Και τον ίδιο το Χριστό
Αμνό τον είπαν.
Το δύσμορφο εγώ… το αλλόκοτο…
Χιλιάδες χρόνια τρέφω τους ανθρώπους
Κι αυτοί ακόμα πεινασμένοι μένουν και με ξανατρών».

-Μα το προβατάκι αγάπη μου
δεν έχει χείλια άνθινα γραμμένα ρόδα
ούτε μικρά, παρακαλεστικά
έκπληκτα και λάγνα επιφωνήματα.

-Τότε αγάπα αντίς για με
Την καρέκλα-την καρεκλίτσα.
Άκου τι λέει η καρεκλίτσα:

«Από το άφωτο στο άφωτο ήρθα.
Όλα εκεί ήταν μαύρη σκόνη.
Όλα εδώ είναι μαύρη σκόνη.
Από την ανυπαρξία στην ανυπαρξία ήρθα.
Από την επιθυμία έφτασα στην επιθυμία.
Λπ6 την ουτοπία την πάνω ,
την ουτοπία την κάτω ήρθα.

Τους ωκεανούς της Ανάγκης διαβαίνοντας
Η τετράκωπος εγώ
Και, η αιξ   εγώ
Τα όρη  της  υπομονής  σκαρφαλώντας
Από  την  Αρνηση  στην  Αρνηση έφτασα.

Μέχρι τη στενή  πύλη  αδύναμα σύρθηκα
Και  ράθυμα χέρια απλώνοντας
πέράσα.

Σπόροι  Χρόνου  εκκολάπτονται   στα σπλάχνα  μου.»

-Μα η καρέκλα δεν  έχει  υπήνεμα ακρογιάλια
Να με  δέχονται  ναυαγό την κάθε μέρα.
Ούτε  στήθη  ακιδοφόρα
Ημικλινή, απαλόκυρτα έχει
Και επιζητούντα.

-Τότε αγάπα αντίς για με
Την κουκουβάγια-την κουκουβαγίτσα.
Άκου τι λέει η κουκουβάγια!

«Η Σοφία σε με υπάρχει.
Και γλώσσα ως δεν έχω ανθρώπινη
Μιλάω με το αίμα της καρδιάς και λέω

Το αύριο, τα σήμερα και το χτες  δεν υπάρχουν.
Το εδώ και το εκεί δεν υπάρχουν.
Ένας  Ερως  θερμός    
Κατακαίων και  Παντοβόρος υπάρχει.

Οι μέρες είναι πιο αγνές όταν τις βλέπει ο ερωδιός.
Το ζύγιασμα του αετού πριν εφορμήσει
Αξίζει πιο πολύ απ' όλη την ανθρώπινη σκέψη.
Και ό,τι αξίζει πιο πολύ από το ζύγιασμα του αετού
Είναι ένα βασιλικό σύκο ώριμο
Κομμένο πρωί.

Αγνή είναι η φωνή μόνο του πουλιού
 Που δεν ξέρει γιατί λαλεί.

Η κακία υπάρχει μέσα στον καλό άνθρωπο
Όπως η πυρίτιδα μέσα στο όπλο.
Αν εκραγεί αλίμονο στον πλησίον.

Ο άνθρωπος που μιλάει
άλλη γλώσσα από τους γύρω του
είναι ένας χαμένος άνθρωπος.

Όποιος δείξει τον ήλιο και πει
"Αυτό είναι ένα δέντρο", έχει σωθεί.
Γιατί η πίστη είναι το τρίτο σκαλοπάτι του χαμού,
Η γλώσσα είναι το δεύτερο σκαλοπάτι του χαμού,
Και η κίνηση είναι το πρώτο σκαλοπάτι του χαμού»

-Όμως η κουκουβάγια αγάπη μου
Δεν έχει χέρια βελούδινα και ονειρικά
Ούτε μελένιες υποσχέσεις κρύβει στα φτερά της.

-Τότε αγάπα αντί για μένα τη νύχτα-τη νυχτούλα.
Άκου τι λέει η νύχτα:

«Μισώ τους τυφλούς γιατί δική τους μ’ έχουν
Σαν πιστή ερωμένη.
Γιατί απαρακάλεστα μ’ έχουν για πάντα.
Γιατί να τους φύγω δεν μπορώ.

Είμαι  η  αδελφή  των κρυφών  σκέψεων  
και των άλλων εαυτών
Όταν αυτοί προδομένοι από της μέρας το ξεδίπλωμα
Όλη τους την ύπαρξη επάνω μου αποθέτουν.
Είμαι η αδελφή της άλλης όψεως των δεινών.
Είμαι η μήτρα του Έρωτα που μέσα μου κατοικεί
Και πάνω στα κρεβάτια του Θανάτου χορεύει.

Προϋπάρχω του Φωτός και της Θλίψης του.
Στο διάβα μου όλες τις πόρτες ανοίγω
Και όλα τα σύνορα.
Εγώ η άρχουσα είμαι-
Η Πανταχού Παρούσα είμαι εγώ»

-Ναι αγαπούλα μου καλή,
Σα φύγεις συ από κοντά μου
Εγώ θα έχω ν’ αγαπώ τη νύχτα
Εγώ θα έχω ν' αγαπώ τη νύχτα
Τη νύχτα- τη νυχτούλα
Που σου μοιάζει.
 


ΒΑΦΤΙΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Τα μάτια της γεμίσαν την εκκλησιά'
τα δάκρυα της θα φέρναν κατακλυσμό
και οι πιστοί απορήσαν που ξαφνικά
ενιώσαν τέτοιον μέγα συνωστισμό.

Ντυμένη το φουστάνι το γιορτινό
τα βλέμματα τραβούσε όλων εκεί'
όμορφη αυγούλα εγίνει το δειλινό
κι η σκοτεινή φωτίστηκε Αμερική.

Σε λίγη ώρα μόνο ήταν νουνά'
ο μπούστος ο σφιχτός της είχε βραχεί'
και έρρεε ακράτητο στα βουνά
το σπέρμα του πανάγαθου σαν βροχή.
 

Πάντοτε είχα την απορία πώς, από ποιον, γράφτηκαν τα ανεπανάληπτα δημοτικά τραγούδια μας, αλλά και τα ίσης σπουδαιότητας ανάλογα τραγούδια όλων των λαών.
Ώσπου…  
Ώσπου… ‘
Ώσπου, μερικούς μήνες πριν, μια μέρα, μια γνωστή μου κοπέλα από τη Γεωργία, μου διηγιόταν κλαίγοντας πόσο άσχημα περνούσε στο σπίτι που εργαζόταν σαν οικιακή βοηθός. Και μου έλεγε  ότι χειρότερα είναι τα πράγματα κάθε Δευτέρα για διάφορους λόγους, που δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορήσω εδώ απαριθμώντας τους.
Και ακούστε! Κατέληξε λέγοντάς μου μέσα στα αναφιλητά της: «Να είχα ένα ψαλίδι να χωρίσω τη Δευτέρα από την εβδομάδα…»
Έμαθα λοιπόν αυτό που ως τότε δεν ήξερα.
Η κοπέλα αυτή δεν είχε τελειώσει ούτε το Δημοτικό και ούτε ξέρει τι θα πει ποίηση.  
Υποκλίνομαι στους μεγάλους ποιητές, από τότε όμως συγκαταλέγω ανάμεσά τους και την κοπέλα αυτή. Γιατί δεν μετράω ανθρώπους από το τι είναι, αλλά από το τι θα είχαν καταφέρει αν είχαν τις ευκαιρίες ή τις επιλογές τους.