Τρίτη 1 Ιουλίου 2025
προεκλογικο…
«την κυριακη ο λαος θα γραψει ιστορια»
τσιπρας
για να γραψεις φυσικα θελεις μολυβι.
και χαρτι. και καπου βεβαια ν’ ακουμπησεις.
μ’ αν για λιγο το κεφαλι σα γυρισεις
το μολυβι καποιος παιζοντας σου κρυβει,
η, χειροτερο απ’ αυτο, αν στο πεταξει,
πως τη ρηση σου ο λαος θα κανει πραξη;
και καλα, εστω μολυβι πως υπαρχει,
μ’ αν σου λειψει το χαρτι τοτε που γραφεις;
κι αν δεν εχεις ν’ ακουμπησεις ουτε ραχη;-
τοιχους παλι με συνθηματα θα βαφεις;
κι αντε, πες, εστω ο λαος ολα τα βρηκε
και στην ταξη του γραψιματος εμπηκε.
μα λιγακι η νου δυο να τον σκουντηξει
στο χαρτι μονο γραμμες δε θα τραβηξει;
ή ο κουτσουμπας εαν ολο το μελανι
(και το ξερεις, το κουκουε τετοια τα κανει)
σ’ ο,τι γραψει ο λαος πανω το χυσει,
η σελιδα ολη πια δε θα μαυρισει;
ή, αν διπλα ο βενιζελος τραγουδαει,
το μυαλο του ο λαος θα ’χει στην κολλα-
η βροντωντας τα κι εκεινος κατου ολα
στο σκοπο του τραγουδιου μηπως πηδαει;
κι αν οι ανελ την κουντουρα διπλα του ριξουν
και τα ματια του απ’ τις κογχες τους πηδηξουν,
των γραμματων θα τα νοιαζει πια το πληθος,
η της έλενας τα χειλια και το στηθος;
κι αντε, ολα τα στραβα που ’χω αραδιασει,
ας ειπουμε ο λαος τα ’χει μεριασει-
κι οτι τα ’χουν σφραγισμενοι κλεισει ταφοι.
όμως, τσιπρα: Ο ΛΑΟΣ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ;!;
**********
CERN-ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ
ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ
10-9-08
Τι άσκοπα τα λεφτά τους που χαλάνε
αυτοί οι ανεκδιήγητοι Ευρωπαίοι!
Το Σύμπαν θέλουνε να δούνε λέει
πώς άρχισε! Και χρόνια κουβαλάνε
και χτίζουν ένα τούνελ στη Γενεύη
που στην αρχή του κόσμου θα τους πάει-
πριν απ’ του χάους τα πηχτά ερέβη
κι ο Χρόνος πριν αρχίσει να μετράει…
Επιστημονικές, χαζές σπατάλες…
δε ρώταγαν και κατά δω κανέναν
να μάθουν τις αλήθειες τις μεγάλες
που τώρα θα τους πει αυτή η πέννα:
Γιατί, το Σύμπαν μας, ω! προφεσόροι
από έλληνα έναν είχε ξεκινήσει,
το πάμμικρο όταν Σύμπαν είχε-a priori-
με το ποδάρι του αυτός κλοτσήσει.
Όλα απ’ τους έλληνες δεν ξεκινήσαν;
Κάτι αντίθετο έχετε να πείτε;
Πού πρώτοι οι έλληνες-πέστε!- δεν ήσαν;
Βλέπετε; Δεν μιλάτε: συμφωνείτε!
Κι έσπασε αυτό κι απλώθηκε και τρέχει
κι από κοντά ο έλληνας το έχει
γιατί εκτός που ξέρει να κλοτσάει
πολύ καλά κατέχει κι από χάη…
Και μη φοβόσαστε πως μαύρη τρύπα
το CERN που ίσως γεννούσε, θα σας χάσει-
το ξέρω και ως τώρα ας μην το είπα:
όλες ο έλληνας τις έχει μάσει
και τις κουβάλησε μες στην Ελλάδα
και από τότε εκείνες καταπίνουν
κάθε που είχε ο λαός ικμάδα
τόσο, που αρχίσανε πλέον να κλείνουν…
Λοιπόν την τέτοιαν αναζήτησή σας
αφήστε την και άλλο κάτι πιάστε.
Και πια τον άχρηστο επιταχυντή σας
σε μας παρακαλώ να τον περάστε:
έχει πολλά εδώ να επιταχύνει-
όπως μ’ αυτό το ποίημα κάνει τώρα
που στο τετράστιχο ετούτο κλείνει
αλλιώς πολλά θα έλεγε ακόμα.
*********
ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ
ΑΜΕΡΙΚΗ-ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ
ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ
Υπάρχω άραγε ή δεν υπάρχω;
Απάντηση δεν βρίσκω όσο κι αν ψάχνω.
Όταν δουλειά ζητάω
Σκουπίδια να πετάω
Να πλένω πιατικά
Η ρούχα ή τζαμικά,
«Για εργασία», μου λένε, «αδίκως κύριε ψάχνετε.
Λυπούμεθα εκδήλως, μα όμως δεν υπάρχετε.»
«Και τόσο σίγουρος γι αυτό πώς είστε;»
«Μα σοσ' σεκιούριτυ νάμπερ στερείστε».
Μα όταν κύριοί μου
Κοιτώ στο κάτοπτρό μου
Το πρόσωπο το οικτρό μου
θα δω απέναντί μου.
Και τετρακόσα τα ’χω:
Πώς λέτε δεν υπάρχω;!..
Μα πάω για ψώνια στο μπακάλη ωστόσο
Κι αφού-μέσα μου λέω-δεν υπάρχω
Δεν πρέπει βέβαια και να πληρώσω.
Και για λεφτά στην τσέπη μου δεν ψάχνω.
Όμως ο μάνατζερ με σταματάει
Κι αγριωπός δολάρια μου ζητάει.
"Υπάρχω;" τον ρωτάω "κύριέ μου;"
"Βεβαίως υπάρχετε αγαπητέ μου
Και δώσατέ μου μιαν επιταγή σας
Αν θέλετε γερή την ύπαρξή σας".
Και πάω τον καημό μου βράχο βράχο
Κι αναρωτιέμαι-υπάρχω… δεν υπάρχω;..
Και όταν οι αρρώστιες μ’ επισκέπτονται
(Αυτές τουλάχιστο ευτυχώς με σκέπτονται)
Τραβάω μια και δύο
Για το νοσοκομείο:
"Κύριοι την ύπαρξη μου την άθλια διατηρήστε.
Το φλέγον μου το σώμα ταχέως θερμομετρήστε
Και δώστε μου ενέσεις και άλλα γιατρικά
Που κι όλα κι ένα ένα τον θάνατο νικά".
Εκείνοι τα σοφά τους βιβλία συμβουλεύονται
Κι ενώ τα δυό μου χείλη από τη θέρμη καίγονται
"Κύριέ μου, σας λυπούμαι, αλλά πρέπει να μάθετε
Στις άλλες σας τις γνώσεις και ότι δεν υπάρχετε".
"Και πώς και δεν υπάρχω αφού έχω τέτοια χάλια;"
"Γιατί, αγαπητέ μου, δεν έχετε ασφάλεια".
Τρέμοντας και τρεκλίζοντας
Στο φαρμακείο πάω
Και ταΐλενόλ ζητάω
Και λέω τουρτουρίζοντας:
"Να βάλω κυρ-σπετσέρη
Στην τσέπη μου το χέρι;
Πέστε μου ετούτο μόνο:
Υπάρχω ή δεν πληρώνω;"
"Υπάρχετε.Υπάρχετε.
Διόλου μην αμφιβάλλετε".
Το δισθενές μου παίρνω
Κι εγώ πυρέσσον σώμα
Και άπρακτος το γέρνω
Επάνω εις το στρώμα.
Μετά κινώ και πάω στο Δημαρχείο
Όπου κρατούν των ζώντων το αρχείο.
Και την ανάσα μου κρατώ
Και τον αρμόδιο ερωτώ:
"Πέστε-ω! πέστε φίλε μου σ’ ένα της ζωής ξωμάχο,
Των άλλων οι κουβέντες κολοκύθια.
Σε σας θα μάθω μόνο την αλήθεια:
Πέστε μου φίλε-πέστε μου-ΥΠΑΡΧΩ Η ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ;"
Κι εκείνος "τάχα ποιός μιλά;
Δε βλέπω εγώ κανένανε».
Τα μάτια γύρισα ψηλά-
Όσο ψηλά πηγαίνανε
Και"θε μου" λέω στον πλάστη μας
και στον Συμπάντων Κύριο
"Μ' έπλασες ή όχι τάχατες και με τον αλιτήριο;
Όλες της γης σου οι γωνιές αγνοούν την ύπαρξη μου.
Τουλάχιστο πες μου Θεέ-Εσύ είσαι μαζί μου;"
Μ’ αντίς γι απάντηση, θωρώ τη θεϊκή παλάμη
Των ανοιχτών δαχτύλων Της το σήμα να μου κάνει.
Φαίνεται αμάρτησα πολύ στην ταπεινή μου ζήση
Γι αυτό και θύρα καθεμιά έχει για μένα κλείσει.
Η τελευταία μου ελπίς είναι ένας δικηγόρος.
"Της δικιοσύνης πες μου συ ο φύλαξ δορυφόρος.
Υπάρχω ή όχι;" Και μου λέει: "Να πάρεις όταν είναι
Είσαι ένα ον ανύπαρκτο. Μα σαν είναι να δώσεις
Υπάρχεις ασυζητητί. Και απροπό ω! ξείνε,
Τη συμβουλή που σου ’δωσα αδρά θα την πληρώσεις".
***