Τετάρτη 28 Αυγούστου 2024

 ΟΙ ΠΛΕΧΤΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ

Πως βρέθηκε στου Valley την κοιλάδα;
Πού πήγε η πρωτινή του η ικμάδα
Και  πούναι ο μικρός ο καφενές
Που ’πινε με τούς φίλους του το νες;

Τώρα η ζωή τον εζαπόστειλε φυγάδα
Στα «φάκτορις» του VALLEY η ρημάδα,
Κλωστές να βλέπει άσπρες και λινές
να τρέχουν σαν σε διώξιμο απηνές

Τις μέρες του θυμάται στην Ελλάδα.
Τα λούλουδα του Μάη, τη λιακάδα,
Τη βόλτα τις βραδιές τις γιορτινές-
Αγνές μικρές χαρές αλλοτινές.

Του φέρνει σαν τη σκέφτεται ζαλάδα
Η οσμή της μαργαρίτας που εμάδα
Κι εικόνες πια του είναι μακρινές
Οι νύχτες του χωριού οι εαρινές.

Ρουφώντας μιά πικρή πορτοκαλάδα
Μονάχα κοιτά του μένει αράδα
Με βλέμμα απελπισμένο κι απλανές
Τις δέκα πλεκτικές τις μηχανές.