ΤΟ ΚΕΛΑΔΗΜΑ
Άκουγε συνεπαρμένος το κελάδημα.
Γιατί τόσο του άρεσε δεν ήξερε να πει.
Μόνο άκουγε κρατώντας την ανάσα του.
Εκστατικός.
Τα πράγματα όλα είχαν χαθεί.
Ένα κενό πράσινο είχε μείνει.
Μόνο σαν η μελωδία τελείωσε
κι ενώ τα δέντρα κι οι πεδιάδες ξαναφαίνονταν
δημιουργώντας πάλι το τοπίο,
τότε κατάλαβε τι του άρεσε σε κείνο το τραγούδι:
μέσα του είχε σκέψεις
που αυτός δεν θα μπορούσε να έχει κάνει.
-----