ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΘΩΔΙΚΑ
ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Αιχμάλωτος της τέχνης της μεγάλης του έγινε.
Το άγαλμα της κόρης που έτσι έφτιαξε ωραίο,
το είχε παθιασμένα ερωτευτεί.
Κι αλήθεια, τούτο άγαλμα δεν έμοιαζε.
Κρύο δεν ήταν κι ούτε άσπρο μαρμαρένιο,
παρά ρόδινο
με θελκτικά ζεστή μια σάρκα.
Ωραία που ήταν!
Ως και τις πτυχές ελάτρευε
του απαλοφόρετου χιτώνα της.
Και τόλμησε. Στα χείλη έσκυψε
και τα δικά του πάνω τους εταίριασε
σ’ ένα φιλί ατελείωτο αγάπης.
Και να! σιγά τα χείλη τα σκληρά μαλάκωσαν...
και του ανταποδόθη το φιλί…
Η Αφροδίτη από ψηλά
το έργο της περήφανη αποθαύμαζε.
ΘΙΣΒΗ ΚΑΙ ΠΥΡΑΜΙΣ
Να του ’δινε ας μπορούσε τη μισή ζωή της
και πια να ζήσουνε μαζί όπως το είχανε σχεδιάσει…
Τραβώντας το σπαθί από το στήθος του
ας εζωντάνευε πάλι εκείνος…
Μα τόσο κρύο το στόμα του ήταν
σαν τον εφιλησε,
που το ’νοιωσε καλά
πως τελευταία φορά τόνε φιλούσε.
Και πια
το σπαθί ευθύς από το στήθος του ετράβηξε,
ψηλά το σήκωσε στα δυο κρατώντας το τα χέρι,
το βλέμμα έστρεψε στον ουρανό
και στο δικό της στήθος το εβύθισε.
Το αίμα της
παραξενεμένο
που τόσο απλά και γρήγορα διέξοδο βρήκε
χύμηξεν έξω, μαύρα,
τα μέχρι τότε ολάσπρα βάφοντας βατόμουρα.
ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ
Επειδή όχι τα πόδια του,
μα το χέρι τον έσπρωχνε απαλά της Αριάδνης,
γι αυτό και θαρρετά τόσο
το τέρας ο Θησέας πλησίασε-
καθώς αυτός που ξέρει
πως κάποιος ενδιαφέρεται για κείνον
και τον βοηθά.
Γιατί όπλα άλλα δεν είχε
πάρεξ από τον μίτο και τα χέρια του.
Και γρήγορα έτσι στο θηρίο έφτασε,
όλος πάνω του ερίχτη
και τα χέρια του το αδράχνουν...
Και σε λίγο να!
Αλλού κοιτώντας το κεφάλι του,
κι αλλού το σώμα,
κείτεται νικημένο το θηρίο.
Τα μάτια του για λίγο άνπιξε
για πάντοτε προτού ευθύς του κλείσουν.
Με νίκη μεθυσμένος ο Θησέας
με οδηγό τον μίτο
προς του Λαβύρινθου την έξοδο τραβά.
Μα… ναι! Εκεί κάποια γυναίκα τον περίμενε.
Καλά! Γυρίζοντας
μπορεί σε κάποιο να την άφηνε νησί...
ΑΤΑΛΑΝΤΗ
Στο δάσος μέσα σ’ όλη τη ζωή της.
Τόξο και βέλη συντροφιά της.
Τα γυναικεία διόλου δεν την έθελγαν.
Κι αν συγκατάνευσε να παντρευτεί,
το ’κανε κι άντρες θύματα για να ’χει
πλην από τ’ άγρια του δάσους.
Και απ’ αυτούς πολλοί
τον θάνατο αλήθεια εβρήκαν
καθώς στο τρέξιμο όλους ενικούσε.
Όμως ως με τον Μελανίωνα αγωνίζονταν,
κάτι βαρύ ενώ έτρεχε, άκουσε,
στο χώμα δίπλα της να πέφτει.
Έστρεψε, το χρυσό το μήλο είδε
και αμέσως
μπροστά στου φύλου τη λατρεία για το χρυσάφι
τόξα και τρέξιμο και παρθενία σαν όνειρο έσβησαν.
Και
η ενυπνιαζομένη
γυναίκα εξύπνησε.
ΠΗΓΑΣΟΣ
Ωραίο ήτανε τ’ άλογο
και τέλεια υποταγμένο στα ηνία
που η Αθηνά είχε στον Βελλερεφόντη χαρισμένα.
Κι αλήθεια μια αίσθηση άλλη,
πρωτογνώριστη
το πέταγμα ήτανε απάνω από τη γη.
Και ρίχτηκε σε περιπέτειες ο ιππέας πολλές.
Μα όταν
καθώς το ’χουν ποιητές,
κι αυτός στον ουρανό ν’ ανέβει επάσκισε,
το άλογο τη βλασφημίαν ένοιωσε
και μ’ ένα τίναγμά του,
με φρίκη,
κάτω τον αναβάτη του επέταξε.
ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΑΧΕΛΩΟΣ
Μοιάζει να τέλειωσαν οι άθλοι.
Και μακρινοί πολύ φαντάζαν
Εμπρός στο θάμα του κορμιού όπου σαν όνειρο
στον Ηρακλή εμπρός γυμνό εφανερώθη:
τη Δηιάνειρα-του Αχελώου την εράστρια.
Ο άθλος του Ηρακλή λοιπόν ο τελευταίος
όφελος και στον ίδιο θα ’φερνε…
Και με τον ταύρο-ποταμό Αχελώο επάλεψε.
Κι όταν ενίκησε
η Δηιάνειρα,
ως εικός,
δίχως πολλά,
στον Ηρακλή για όλα έτοιμη εδόθη.
Μα ενώ μ’ αυτήν ο Ηρακλής μεθούσε,
ο Εύηνος ευπρεπίζονταν
τη Δηιάνειρα μες στα νερά του να δεχθεί,
και ο Νέσσος,
για ένα ετοιμάζονταν στην Αιτωλία ταξίδι…
ΠΑΝΔΩΡΑ
Κάτι μέσα της-«περιέργεια»
δεν ήξερε ακόμα να το πει-
την έσπρωχνε να νιώθει ότι ώφειλε
τι κλείνει μέσα το κουτί να ξέρει.
Και άνοιξε το κάλυμμα.
Οι ωραίοι μηροί της
δεν μπόρεσαν το θείο το σώμα να βαστάσουν
κι από το απότομο το τίναγμά της πίσω
στο χώμα έπεσε η Πανδώρα,
ενώ μορφές-
που γύρω αλλά και πάνω της ορμητικά χιμούσαν-
τα πρόσωπά τους δείχναν τ’ αποτρόπαια
φρίκη σκορπώντας.
Δύναμη έβαλε,
σηκώθηκε,
ανάμεσά τους όρμησε
κι το κουτί με βιάση έκλεισε,
ελπίζοντας,
όλα από μέσα του να μην επρόλαβαν να βγούν.
Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Κάτω η θάλασσα.
Ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του καθαρά φαινόνταν.
Έρωτες Μικροί σε δελφίνια πάνω
γαμήλιες έψαλλαν ωδές. Νύμφες
εκστατικά στα ουράνια έβλεπαν τα πλάτη.
Πάνω στα δίχτυα τ’ αλαφρά του αέρα
ο ταύρος.
Δυνατός και όμορφος κι ελκυστικός.
Στη ράχη του η Ευρώπη,
ωραία έκλπηκτη
αν κι ανήξερη: από ποιον-
τη Γη ή τον Ουρανό- βοήθεια να ζητήσει.
Στην Κρήτη φτάνοντας ο ταύρος πέζεψε,
κι έτσι αψύς
κι ασθμαίνοντας κι αγκομαχώντας
κάτω την έριξε
και την ακμή και την ορμή του όλη
ο κόλπος δέχθηκε ο παρθενικός.
Και μέσα στη γλυκιά τη ζάλη της
μιαν ήπειρο είδε η Ευρώπη να ’ρχεται
τ’ όνομά της να παίρνει
και βουτηγμένο στο αίμα της να το φορά.
ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ ΜΕΔΟΥΣΑ
Στο νησί πάνω που η Μέδουσα
σαν ερωμένη του να ήταν,
ανέμελα τόσο αναπαύονταν,
σάμπως ο αέρας να ετρέμισε από κάτι άγνωστο
που ακόμα μακριά ’ταν,
μα που εκείνη βαθιά της ένοιωσε
ότι αυτό σε κάτι,
το τέλος αναπότρεπτα έφερνε.
Κοίταξε
και μια κουκίδα πέρα
στο ήρεμο το πέλαγο είδε
να πλησιάζει όλο, ώσπου τέλος
πάνοπλος νέος μπροστά της φανερώθη.
Ευθύς η Μέδουσα ορθώθηκε,
το ξένο βλέμμα του άδικα ζητώντας.
Πετώντας από πάνω της αυτός
με τα σαντάλια του τα φτερωτά και την ασπίδα
που φοβισμένη μια γοργόνα εκαθρέφτιζε,
γρήγορα το κεφάλι της επήρε.
Κι ένιωθε μια χαρά κρυφή που το κεφάλι αυτό
Ωραία σε χαλκό επάνω σμιλεμένο,
της Αθηνάς την κραταιά θα στόλιζε
την τρομερή
τη θεία ασπίδα.