Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

 Η ΜΟΥΡΙΑ
(Τρίπολη, Σοφοκλέους 3, 2002)
Στη γειτονιά μου είναι μια μουριά.

 Γριά μουριά, με κλάρες σαν βεντάλια
που φκιάνουνε ανοιώντας μια αγκαλιά,
που φύλλα κάθε Άνοιξη γεμίζει
τη δόξα της θυμώντας την παλιά.

Και κάθε Άνοιξη εκεί ανεβαίνουν
και άλλου είδους φλυαρούν πουλιά-
παιδιά μικρά που παίζουνε κει πάνω:
αθώα, ανέμελα, μικρά παιδιά.

Κι ακώ φωνίτσες δίπλα σαν περνάω,
νόημα χωρίς να βγάζω-μια βοή
χαρούμενη κι ανύποπτη και πράα
ανάσα δάσους το πρωί.

Πρώτη κραυγή-πρώτη ζωή-και πρώτη
φανέρωση του ανθρώπου απα' στη γη.
Πρώτο έγνοιασμα-πρώτο άπλωμα-και πρώτο
νερό καθάριο από ιερή πηγή.

Και να γιατί αγαπώ τη γειτονιά μου,
και να γιατί ακόμα είμαι εδώ-
με νου και φαντασιά κι άγια λαχτάρα
μαζί πα' στη μουριά είμαι κι εγώ.

Και κει επάνω ούτε μίσους φτάνουν
ούτε κακίας ή πεθυμιάς θεριά-
και είναι μια κλάρα της η γη μας
και σύμπαν μας ολόκληρη η μουριά.

Και όλα είναι καινούργια και δροσάτα
κάτω απ' των φύλλων μας τη θαλπωρή
κι είναι ο θεός που μας μιλάει σα βρέχει
και ρίγη θεία των φύλλων οι χοροί.

Γριά μία μουριά που στέκεται ολόρθη
στης γειτονιάς μου μέσα την ερμιά'
Γριά μία μουριά που είναι για μένα
κονάκι, καταφύγιο, απανεμιά.

Στη γειτονιά μου είναι μια μουριά.