Ο ΜΠΑΤΣΟΣ
(Ελ Έϊ)
Ο μπάτσος που μ’ έγραφε είχε ένα ύφος
Που γιά όποιον δε σκέφτεται θα τανε γρίφος .
………………………….
Μου είπε ποιά ήτανε η άνομη πράξη
Που (όπως δα κι άλλοι) είχα διαπράξει
Κι αμέσως μετά η μαύρη του φάτσα
(το "μαύρη" εδώ το λέω γιά τη ράτσα)
Και γέλασε. Κείνο δεν ήτανε γέλιο
Αλλά του Διαβόλου αν είχε- Ευαγγέλιο
Συσπάσεις σκληρές των μυών του προσώπου
Σε άτεχνη μίμηση γέλιου ανθρώπου.
Και πάλι κατόπιν σαν ένα διακόπτη
να έκλεισε κάποιος, το γέλιο διεκόπη
Και με γρανιτώδη σοβαροφάνεια
Δεν είχες και ζώνη για να ’χεις ασφάλεια
Η τρύπα μου είπε που είχε για στόμα.
Μιά τρύπα πικρή και βαθιά δίχως χρώμα
Μιά τρύπα που αρπάζει όταν ανοίγει
Μιά τρύπα γιά δάγκαμα μόνον που κλείνει.
Και πάλι το γέλιο το φαρμακωμένο.
Στο χέρι φακός. Το άλλο βαλμένο
Απάνω στου όπλου την την επιφάνεια
με μιάν ατσαλάκωτη, φτηνή περηφάνεια
Καλά λαδωμένα τ' ατσάλινα μέρη
(Το υπόλοιπο χαμένο)