Φώτη ο Παναγιώτης δεν είναι πια μαζί μας.
Όταν συνάντησα τη μαυροφορεμένη γυναίκα του, μετά το «συλλυπητήρια» που μπόρεσα να της πω με βουρκωμένα μάτια, της έδωσα και ένα χαρτί με στίχους που έγραψα αμέσως μετά τη φυγή του Παναγιώτη.
Η γυναίκα του με κοίταζε παραξενεμένη που της έδινα ένα χαρτί. Τόσα χρόνια μαζί τους, δίπλα τους, δεν ήξεραν ότι γράφω, δεν είχε τύχει να το μάθουν.
Σαν απάντηση λοιπόν στην απορία της αυτή, κάτι έπρεπε να πω για να εξηγήσω κάτι που, γι αυτήν, έκανα για πρώτη φορά. Και αυθόρμητα μου ήρθε και της είπα με σπασμένη φωνή απαντώντας στην απορία-αμηχανία της, σαν «δικαιολογία»: «Εγώ μιλάω γράφοντας.»
Φεύγοντας μετά από αυτή τη σκηνή, δεν είχα κάνει ούτε πέντε βήματα και ένιωσα Φώτη ότι αυτό που είπα ήταν η ιστορία της ζωής μου. Αυτό που με περιγράφει.
Ο Σαύλος έπρεπε να ακούσει το «Σαούλ Σαούλ τι με διώκεις» και ο Μέγας Κωνσταντίνος να δει το «Εν τούτω νίκα» στον ουρανό, για να νιώσουν ποιοι είναι.
«Άστραψε φως και γνώρισεν ο νιος τον εαυτό του» δεν λέει ο Σολωμός στον «Πόρφυρα»;
Ε! Έτσι κι εγώ, ο μικρός, ένιωσα ποιος είμαι την ώρα εκείνη. Είμαι αυτός που «μιλάει γράφοντας».
Οι τρεις εκείνες λέξεις που είπα εκείνη τη στιγμή, αυτές με ορίζουν.
Να μην το αναλύσω, ε;
Μόνο θα πω: πόσα δεν έγραψα μιλώντας... και πόσα δεν
είπα γράφοντας…
Φώτη, όταν ήμουν ακόμα μαθητής, έγραψα:
Όσο κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή κι είναι θολό τo βράδυ
κι όσο κι αν μαύρες καταιγίδες την χτυπούν και μαύρες μπόρες
κάποιες απρόσμενες στιγμές μιαν αστραπή θα σχίσει το σκοτάδι:
όσο κι αν είμαστε μικροί υπάρχουν και για μας μεγάλες ώρες.
Ετούτη ήταν η μεγάλη ώρα μου.