Φώτη είμαι ευτυχισμένος. Χτες, αφού ψώνισα στο μαγαζί που ψωνίζω κάθε μέρα, πήγα στο τσεκ σταντ να πληρώσω. Είκοσι τρία ευρώ. Έβγαλα από την τσέπη μου τα λεφτά, ένα πενηντάρικο και εικοσιπέντε ευρώ. Άρχισα να τραβώ προς τα έξω το πενηντάρικο, λέγοντας στην τσέκερ: «Θα μου χαλάστε πενηντάρικο; ..», δείχνοντάς της και τα υπόλοιπα. "Αχ!", μου λέει βλέποντας με λαχτάρα τα «ψιλά» μου, " Σήμερα όλο πενηντάρικα μου δίνουν... έτυχε..» Χαμογέλασα με κατανόηση και της έδωσα το εικοσπεντάρικο. Δίνοντάς μου τα ρέστα, "είστε πολύ καλός!" μου είπε,. Και τα μάτια της με κοίταξαν με μια γλύκα, με μια ευγνωμοσύνη, με μια τρυφερότητα θα έλεγα.
Μήνες κάθε μέρα ψωνίζω από κει.
Και σήμερα, σήμερα το δεύτερο παρόμοιο συνβάν. Σκέφτηκα εκεί που καθόμουν: «άραγε πότε θα έρθει η λαϊκή αγορά στη γειτονιά μου;» Αυτό επειδή στο χώρο που θα είχε λαϊκή, είχα παρκάρει το κάρο μου. Ανοίγω τον κομπιούτερ μου, βλέπω, σήμερα ήτανε. Πάει, λέω, θα μου έχουν σηκώσει το κάρο... Γιατί η αγορά είχε τελειώσει πια (πριν χρόνια, μου είχαν πάρει με γερανό το αυτοκίνητο για τον ίδιο λόγο).
Ντύνομαι, πηγαίνω. Το αυτοκίνητο στη θέση του χωρίς ούτε την πινακίδα να έχουν πάρει, μόνο του παρκαρισμένο στο δρόμο όπου καθημερινά είναι φίσκα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα.. Και στο παρμπρίζ ένα τυπωτό χαρτί μόνον, με την σχετική προειδοποίηση.
Ησύχασα. Όχι για τα σαράντα ευρώ που θα πλήρωνα, αλλά για την ταλαιπωρία.
Να και ο φούρναρης, στην πόρτα μπροστά του οποίου ήταν παρκαρισμένο το κάρο μου.
Γνωστός αυτός και η γυναίκα του, γιατί ώσπου να κόψω τις τυρόπιττες, από εκεί έπαιρνα που και που καμία.
(Με τους ανθρώπους, τότε, δεν είχα καμία ιδιαίτερη επαφή παρά «μου δίνετε μία τυρόπιτα;» και το «ορίστε!»)
«Μην ανησυχείτε», μου κάνει, «ήρθαν να το πάρουν με γερανό, βγήκα και τους είπα ότι γείτονας είναι ο άνθρωπος, τον ξέρω, Θα το έπαιρναν γιατί είδαν αθηναϊκές πινακίδες, όμως τους είπα ότι θα προσπαθήσω να σας βρω και να σας πω να το πάρετε». Και να σκεφτείς ότι είχα χρόνια να μπω στο μαγαζί τους.
Φώτη κάποιος ενδιαφέρθηκε για μένα!
Συμπέρασμα
Πρώτον: υπάρχω!
Δεύτερον: Κάποιοι με θυμούνται!
Τρίτον: αυτοί οι κάποιοι είπαν καλά λόγια γα μένα, με υπεράσπισαν.
Τέταρτον: Για να με υπερασπίσουν θα πει, ότι κάτι, κατά τη γνώμη τους άξιζα την υπεράσπιση αυτή!
Δεν είμαι θαύμα όλα αυτά; Βρισκόμενος σε μια έρημο να βλέπεις ξάφνου ένα δεντράκι, δεν γιορτάζει η ψυχή σου;
Για έναν έγκλειστο δεν είναι ευτυχία να βλέπει ότι κάποιοι δεν τον μισούν;
Στον πλανήτη του μίσους όπου (όχι καν η αγάπη αλλά) η προσωρινή συμπάθεια, το προσωρινό ενδιαφέρον, η προσωρινή στοργή, είναι μια αναγκαστική στιγμιαία έκλαμψη-μια αναγκαστική στιγμιαία αναλαμπή, δύο παραδείγματα του είδους συνέβησαν.
Με αποδέκτη εμένα.
Θα με ζήσουν για πόσο;
Και όταν τελειώσουν θα έρθει κάτι άλλο παρόμοιο, ή αυτό θα είναι το τελευταίο ξερό δέντρο, που από αυτό, τα σαγόνια της δίψας μου θα πάρουν το ελάχιστο νερό από τις φλούδες του, τις οποίες καταπίνω για να μπορέσω να επιζήσω μέσα στην έρημο αυτή;
Αλίμονο στους κορακιασμένους Φώτη.