Σάββατο 20 Μαΐου 2023

ΓΕΝΙΚΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

 

        ΙΓΚΕΛΒΟΥΡΝΗ

Μια φορά κι έναν καιρό,στην Ελιγολάνδη,ήτανε μια πόλη που την έλεγαν Ιγγελβούρνη.
Στην Ιγγελβούρνη ζούσαν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι.
Σε μια έκταση λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, ζούσαν περίπου το ενενηνταπέντε τοις εκατό του πληθυσμού.
Ζούσαν είναι τρόπος του λέγειν.Κατοικούσαν σε τρώγλες,έτρωγαν φτωχικά ό,τι μπορούσαν να αγοράσουν με τα λιγοστά χρήματα που έπαιρναν από τις δουλειές τους και όταν αρρωστούσαν πέθαιναν αβοήθητοι στους δρόμους.
Το πέντε τοις εκατό των κατοίκων,που το αποτελούσαν οι κυβερνήτες και οι εκλεγμένοι άρχοντες της πόλης,ζούσε μακρύτερα από την πόλη,σε επαύλεις που είχαν όλες τις ανέσεις. Ζούσαν εκεί χωρίς να δουλεύουν,με τα χρήματα που έπαιρναν σαν φόρους από τους πολίτες του ενενηνταπέντε τοις εκατό.
Κάτεχαν όλες τις επιχειρήσεις,τα σπίτια και τα οικόπεδα,τις τράπεζες,τα μεγάλα καταστήματα της πόλης,ενώ οι φτωχοί πολίτες δούλευαν γι αυτούς για ένα γλίσχρο μεροκάματο.

Κάποτε,η Ιγγελβούρνη πήρε φωτιά. Στη φωτιά κάηκαν εξηνταεφτά ένθρωποι. Τα σπίτια και τα οπωροφόρα δέντρα όλης της περιοχής  κατακάηκαν,και μόνο έμεινε άκαυτη η περιοχή που κατοικούνταν από το πλούσιο πέντε τοις εκατό των κατοίκων.

Σε μιαν αστραπιαία σύσκεψη που έγινε από τους κατοίκους τού πέντε τοις εκατό,οι περισσότεροι πρότειναν να αφήσουν τους πυρόπληκτους στην τύχη τους. Οι άλλοι όμως επέβαλαν την άποψή τους,ότι δηλαδή έπρεπε να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της πόλης,ώστε οι κάτοικοι να ξαναβρούν δουλειές και να ξαναρχίσουν να δουλεύουν. Επειδή,όπως είπαν,  «αν δε δουλέψουν αυτοί ποιον θα κλέβουμε για να καλοπερνάμε εμείς;»

Άνοιξαν λοιπόν το χρηματοκιβώτιό τους που μέσα βάζανε τα κλεμμένα. Τα μέτρησαν. Ήτανε πεντακόσα δισεκατομμύρια δουκάτα.
Και άρχισε ο καυγάς για το πόσα θα πρέπει να δώσουν στους πυρόπληκτους.


Καταλήξανε να δώσουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου δουκάτων.

Πήραν λοιπόν το ένα εκατομμύριο δουκάτα,τα μοίρασαν μεταξύ τους,και καθόρισαν τη σειρά με την οποία θα πήγαινε καθένας να δίνει τα χρήματα στους παθόντες,ώστε να φανεί πως όλοι συμμετέχουν στην ανοικοδόμηση της πόλης.
Πρώτος πήγε ο δήμαρχος,μετά δυο τραπεζίτες,και ύστερα διάφοροι επιχειρηματίες.

Οι κάτοικοι τούς δέχτηκαν με ευγνωμοσύνη και δάκρυα στα μάτια για τη μεγαλοψυχία τους να ξαναχτίσουν την πόλη τους.

Στην καινουργιοχτισμένη πόλη,οι πρώην πυρόπληκτοι ύψωσαν ένα μεγάλο άγαλμα του δήμαρχου και άλλα μικρότερα για άλλους από τους ευεργέτες τους,ενώ δρόμοι άλλαξαν ονόματα για να πάρουν τα ονόματα των ευεργετών.

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα