ΒΙΒΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΣ
Καθώς εμείς επίναμε και βλέπαμε τη μέθη
στου ποτηριού μας το βυθό άφταστη να μας γνέφει,
ο Σταύρος, μία αίσθηση και μια ψυχή ακριβή,
στου ποτηριού τον πάτο του έβλεπε τη Βιβή.
Βρισκόμασταν στην όμορφη, πολύανθη Μυτιλήνη.
Υπηρετούσα κάπου εκεί την εποχή εκείνη
και σε μια φιέστα που ’χανε σκαρώσει τα παιδιά
με κάλεσαν. Εδέχτηκα μ’ όλη μου την καρδιά.
Όλα τους ήτανε παιδιά μ’ αθώο, καθάριο μάτι.
Λεβέντες, ανοιχτόκαρδοι και ανθρωπιά γεμάτοι.
Λίγο μιλούσαν, μα ήτανε οι κουβέντες τους ζεστές.
Με λόγο ένα τα παιδιά ήταν κουμουνιστές.
Α! Βρε κι επίναμε και να! Διπλιάζαν τα ποτήρια
και δε θυμότανε κανείς σκοπιές και σιωπητήρια.
Α! Βρε κι επίναμε και να! Η νύχτα η σκοτεινή
μέρα εγινόνταν και χαρά και δρόσος αυγινή.
Κι ενώ ήσαν όλα ήρεμα και κύλαγε η ρετσίνα
χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν απ' την Αθήνα.
κι είπε στο Σταύρο η Βιβή πως άλλο δεν μπορεί
μόνη εκεί να κάθεται,και άλλονε θα βρει.
Εκείνος εκιτρίνισε. Και πάντα θα θυμάμαι
που όλη νύχτα ετρέχαμε το Σταύρο να ζητάμε
γιατί αυτός νομίζοντας πως όλα έχουν χαθεί
έξω εβγήκε λέγοντας πως πάει να σκοτωθεί.