ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ
Υπάρχουνε πανέμορφοι κάτι ανθολειμώνες
που ριζωμένοι σε ψηλά κι απέραντα οροπέδια
ανθούνε ασταμάτητα κι άνοιξες και χειμώνες
χωρίς, καθώς τα δράματα, να ’χουνε ιντερμέδια.
Σε τέτοιον ένα θα ’θελε λειμώνα αυτός να ζήσει
τόσο όσο κάνει μια πνοή αγέρα να φυσήσει
και τις χαρές του θα ’θελε για τόσο να τρυγήσει
όσο ένα γέρικο κορμί κάνει να ξεψυχήσει.
ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΜΟΥ Η ΕΛΕΝΗ
Η ΕΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Μετά σαράντα χρόνια που είχε να με δει
να μου τηλεφωνήσει ή να μου γράψει
ήρθε και μ’ είδε για να παραπονεθεί
πως την εξέχασα.
Από μικρή
χαζούλα ήταν η καημένη.
Της δήλωσα ορθά κοφτά κι εγώ
δεκάρα πως για συγγενείς δεν δίνω.
Μετά απ’ αυτό ελπίζω να εννοήσει
και πια να μη και πάλι μ’ ενοχλήσει.
Η ΕΠΙΤΥΧΊΑ ΤΟΥ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΎ ΜΟΥ «ΛΌΓΙΑ»
(Κάτι καταπληκτικό
για το περιοδικό)
Φίλοι και συνδρομηταί
του περιοδικού ετούτου
δεν περίμενα ποτέ
πως του τέτοιου του τού πλούτου
τόσοι λάτρεις θα βρεθούνε
και πιστοί φανατικοί
είτε στην Ευρώπη ζούνε
είτε στην Αμερική.
Φίλοι μου λοιπόν καλοί
και απρόσμενα πολλοί
με χαρά σας χαιρετώ
και αμέσως σας ρωτώ:
Πώς το ξέρατε αλήθεια
πως τα τόσα παραμύθια
που εδώ μέσα ιστορώ
πάθος κρύβουν ιερό
και πως σε καιρό λιγάκι
θα ’χε γίνει ξακουστό
και στον κόσμο όλον γνωστό
τούτο το περιοδικάκι;
Γιατί να τι έχει γίνει
όπου άφωνον αφήνει
και κατάπληκτον καθένα
έξω από σας και μένα :
Τα τεύχη αναγκάστηκα τα πρώτα να τα εκδώσω
είκοσι τέσσερες φορές ώστε να δυνηθώ
στη ζήτηση που είχανε για ν' ανταποκριθώ
κι εκατοντάδες έβγαζα από δαύτα κάθε τόσο.
Μου ζήτησαν απ' το Περού κι από την Αρζεντίνα,
απ' το Ιράν, το Πακιστάν, το Λάος και την Κίνα.
Κι από Αυστραλία, Αφρική, Ευρώπη και Ασία,
αιτήσεων ατελεύτητων κατέφθασε σωρεία.
Οι μεγαλύτεροι της γης εκδόται μου ζητήσαν
του έργου μου να έδινα σ' αυτούς τα δικαιώματα
κι ας ήσαν τόσο φορτικοί κι επίμονοι ας ήσαν
"όχι" αναγκλαστηκα να πω σε διάσημα ονόματα.
Της Βρετανίας ο βασιλιάς σε κάποιο διάγγελμά του
είχε ένα από τα τεύχη μου πάνω στα γόνατα του.
κι ο Πατριάρχης ζήτησε την αποκλειστικότητα
των προσευχών μου να ’χει αυτός σ' όλη την ανθρωπότητα.
Ο Πάπας μ' εκλιπάρησε να λεν για τιμωρία
τα ποιήματά μου οι πιστοί αντί του ave maria,
όμως του απάντησα εγώ πως την ορθοδοξία
δε θα την πρόδινα ποτέ με δύναμη καμία.
Η σύνοδος του ΟΗΕ κι η διπλανή του ΝΑΤΟ
εξαίσιο χαρακτήρισαν το στυλ μου το κεφάτο
και ο Σύρος Άσαντ μου είπε πως αμέσως σταματάει
κάθε του ενέργεια εχθρική και με παρακαλάει
το κάθε νέο τεύχος μου να του το στέλλω εκεί
ώστε να μη το χαίρεται μόνο η Αμερική.
Κι η ΝΑΣΑ μ' ειδοποίησε πως θέλει την άδεια μου
τα «ΛΟΓΙΑ» μου τα όμορφα να στείλει στη σελήνη
να δουν οι σεληνάνθρωποι τι γράφουμ’ εδώ χάμου
και να χαρούν διαβάζοντας σα γήινοι κι εκείνοι.
"Μα είναι ακατοίκητο" τους λέω "το φεγγάρι
και άνθρωπος κανείς εκεί το φύλλο δε θα πάρει".
Και μού ’παν εν χορώ:
"μήπως το παίρνει εδώ;"
Και για να μην πολυλογώ και τρέχω και δε φτάνω
στη γη όλοι ορκίζονται στα ποιήματα μου επάνω.
Μόνον ο Μήτρος όταν χτες του είπα όλα τούτα
την ακατέργαστη άπλωσε μεγάλη του χερούκλα
και δίνοντας μου απ' της καρδιάς τα βάθη πέντε φάσκελα
μου είπε "άλληνε φορά να μην κοιμάσαι ανάσκελα!".
Reunion 2000
(Στη Θεσσαλονίκη, της τάξης του ’58 της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής)
Λέτε φίλοι κάθε χρόνο πως βρισκόσαστε
και παλιά θυμάστε και καινούργια λέτε
κι έτσι όπως στη συζήτηση αφηνόσαστε
η ψυχή σας ότι τάχα ευχαριστιέται.
Να βρεθούμε το λοιπόν φίλοι αξέχαστοι
στων κλαυθμών και στων βασάνων μας την πόλη-
στη γωνιά της γης που όρισε, αδέκαστη,
ένα βάσανο η ζωή μας να ’ναι όλη.
Να βρεθούμε ανυπερθέτως-είναι χρέος μας
προς τα πτώματα των τόσων ταλαιπώρων
που πατώντας τα εχτίσαμε το κλέος μας
και μετράμε πια στην κλίκα των ευπόρων.
Να βρεθούμε φίλοι-κι άλλωστε τι χάνουμε
έτσι κι έτσι είμαστε που ’μαστε χαμένοι-
και αν όχι τι καλλίτερο θα κάνουμε
μόνοι έτσι που περνάμε και θλιμμένοι.
Να βρεθούμε! Να μιλήσουμε πώς κλέβοντας
των φτωχών την ιδρωτόβρεχτη πεντάρα
φορτωμένους θα μας πάρει ο Πολυδέγμονας
για την κάθε μας κλοπή και μια κατάρα.
Να μετρήσουμε παιδιά πόσα σκοτώσαμε
για να ζήσουνε ανέτως τα δικά μας
και να δούμε σπίτια πόσα ισοπεδώσαμε
ώστε εκεί να υψωθούν τ’ αρχοντικά μας.
Και να δούμε κόσμο ποιον θα παραδώσουμε
στα παιδιά μας που στα μάτια μας κοιτάνε
και να δούμε πού το χέρι μας θ’ απλώσουμε
δίχως δίποδα πιράνχας να το φάνε.
Για τις νόμιμες να πούμε τις κυρίες μας
που τους πόθους μας σε βόγγους μέσα σβήνουν
και αντίστροφα να πούμε τις βλακείες μας
ώστε οι άλλοι για εξυπνάδες να τις κρίνουν.
Για τους γόνους μας να πούμε που περήφανοι
πως γι αυτούς μόνο, δηλώνουμε, πως ζούμε
και γελοίοι να στεκόμαστε κι αμήχανοι
πιότερα αν για τους δικούς τους οι άλλοι πούνε.
Την παλιά να θυμηθούμε την κατάντια μας
που ντυμένοι την παράξενη στολή μας
σαν πολύτιμη φημίζαμε πραμάτια μας
την κενότητα του νου και της ψυχής μας.
Τις αριές να θυμηθούμε τις εξόδους μας
σα ’νοιγόκλεισμα ματιού στο φως της πλάσης
που δεν πρόφταιναν να σβήνουνε τους τρόμους
μας
στα κανάλια της Αμέριμνης Θαλάσσης.
Τα θλιβά να θυμηθούμε αναγνωστήρια
τους θαλάμους που μας δέχονταν σαν ξένοι,
την πλατεία την κλεισμένη από κτίρια
με το μαύρο πάντα πάνω της να δένει.
Να θρηνήσουμε για ζωή που μας αρνιότανε,
για χαρά που ούτε σαν δείγμα δεν μας ήρθε,
για τη φρίκη της μετάθεσης που ερχότανε
να μας σύρει σαν σκουπίδια δώθε-κείθε.
Τις οργές να θυμηθούμε και τα μίση μας
και τις ζήλειες και τις άθλιες ειρωνείες
που προδίναν την ανθρώπινη τη φύση μας
και που νιες μας φέρναν όλο δυσστονίες.
Μοναχοί μας να σκεφτούμε πόσο νιώθαμε
και ας ήμασταν πολλοί πάντοτε αντάμα
και πώς ήτανε το μόνο που μας βόηθαγε
συντροφιά να λέμε ότι έχουμε το κλάμα.
Να βρεθούμε-το καλούν τα νέα ήθη μας
και πολύ το πράγμα αυτό φοριέται εσχάτως
κι αν ούτε έτσι αλαφρύνουνε τα στήθη μας
ο περίγυρος θα είναι όμως κεφάτος.
Τη μικρήν εκεί μετρώντας συνταξούλα μας
στα στενά ενός κλεισμένοι αδιεξόδου
τους γυλιούς ν’ θυμηθούμε, τα μπαούλα μας
τις στολες της αγγαρείας και της εξόδου.
Τον ανέλπιδο και βρώμικον και άχαρο
και τον άσκοπό μας βίο να θυμηθούμε
που ένα μόνο είχε διαυγές και πεντακάθαρο:
την πικρία που μας κέρναγε να πιούμε.
Μπρος λοιπόν! Ας μαζευτούμε στην ανάλγητη
αποφράδα πολιτεία-τη Σαλονίκη
που από φίλια κι από αγάπη όντας αμάθητη
σε φρικτή μας είχε ρίξει καταδίκη.
Και θερμά ας χαιρετηθούμε ανταλλάσσοντας
ιησουϊτικα φιλιά-φιλιά του Ιούδα-
(το μονάχο αληθινό), αποσκεπάζοντας
όλα τ’ άλλα μας τα ψεύτικα και φρούδα.
Μπρος λοιπόν! Ας μαζευτούμε στου εγκλήματος-
τη ζωή που μας εστέρησε- τον τόπον,
ώστε δείγμα γης να δώσουμε και ύδατος
στη βλακεία και στο μίσος των ανθρώπων.
Μπρος λοιπόν! Και κουβαλώντας τον αφύτρωτον
της δικαίωσης της ύπαρξής μας σπόρο,
ίδιον, έτσι, σαν τα πάθη μας αλύτρωτον,
ας τον κάνουμε του κηπουρού μας δώρο.
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ
Καράβι ειν' η ζωή μας που το κύμα
μ' ασίγαστη μανία το χτυπάει'
στον τάφο λες μας πάει κάθε βήμα
και τ' άλλο στον αέρα μας ξερνάει.
Άγιε Νικόλα,της θαλάσσης Άγιε,
των ναυτικών προστάτη και σωτήρα
έλα την τρικυμία να κοπάσεις
και στης ξηράς την άξενην αρμύρα.
Άκου πώς βαριοτρΐζουν οι αρμοί μας
δες τα πανιά μας τα κουρελιασμένα'
σε λίγο Άγιε η φτωχή ψυχή μας
ναυάγιο θα μετράει χωρίς εσένα.
Παράδεισος τέρμα
ΣΙΛΕΣΙΟΣ
Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Διπλά ειν’ οι άγγελοι ευτυχισμένοι
όταν μπορέσουνε να δουν μιαν άκρη
μονάχα, του χιτώνα του θεού τους.
*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.
*
Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;
*
Γιατί μας έπλασες θεέ μου θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι ας μην μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και για μας το "ευχαριστώ".
*
Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
*
Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ κι όχι Εκείνος.
*
Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.
*
-Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό Του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχεν εμπειρία.
*
Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
Γιατ’ ήμουν πριν ό,τι είναι.
*
Τί ωραιότερο για ’με
από το να ’ναι ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;
*
Τι ’ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο Θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο Θεός
αυτός ο τόπος ήταν.
*
Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε να γίνουμε και πρέπει.
*
Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν’ όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
και τον ίδιο το θεό κι όλα για πάντα.
ΠΑΡΑΠΟΝΟ
(Πάσχα 2017)
Άδειασ’ η πολυκατοικία-
πού πήγατε όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ’ την πόλη.
Δεν φέγγει τώρα φως ούτ’ ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες
φύγαν μανάδες.
Άηχα τις σκάλες ανεβαίνω,
μην ένα χτύπο
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ’ τον κήπο.
Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχετε πάει;
Το μάτι σας χαρές ποιες κι άλλες
τώρα τρυγάει;
Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω
σε σπίτι ξένο.
Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σα να χαράζω
πάνω σε τάφο.
Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ
Εξετάζοντας τον εαυτό του κάθε μέρα
Παρατηρώντας κάθε αντίδραση
Κάθε πτυχή
Κάθε ανασασμό του
Πρόσεξε
Ότι αμέσως πρεπει ν’ αναιρεί
Αυτό που κάθε τόσο διαπιστώνει
Και άλλην αποτίμηση αυτού που είναι
Απ’ αρχής
κάθε φορά να κάνει.
Έτσι μελετώντας για καιρούς
Όλο και πιο βαθιά έμπαινε
σε μία σφαίρα μέσα όπου
Η απογραφή όλο και πιο απλή γινόταν
Των συστατικών του,
Ώσπου τέλος είδε ότι
Ολόκληρος δεν ήτανε παρά
Ένα καθάριο βλέμμα.
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ
-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα θα ’ρθω στο χωριό μου;
-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός
πέθανε ψες το βράδυ
ένας αγέρας απαλός
τον πήρε ως τον Άδη.
-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
και πάνω του έτρεχ' αίμα
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
μες στης ζωής το ψέμμα;
-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις
την αγαπητικιά σου
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού
και ψίθυρος του δάσου.
-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα ’ρθω στα χώματά μου;
-Το στομα ας ήταν σφραγιστό
της μάνας σου της μαύρης
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.
ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
Του κάκου την καταστροφή η Κασσάνδρα
είδε μες στ’ άλογο να κρύβεται.
Του κάκου ο Λαοκόοντας και οι γιοί του συμβουλέψαν.
Οι τρώες δεν τους δώσαν σημασία.
Ήταν γιατί ο Σίνων πειστικός εδείχτη;
Ήταν γιατί άδειο το στρατόπεδο από αχαιούς να δούνε
σκέψη στην τόση τους μέσα χαρά δεν εχωρούσε;
Ή τάχα μία βούληση ασύνειδη
εκβιαστικής προαγωγής της Μοίρας
για να χτιστεί απ’ τον Αινεία η Ρώμη;
Ότι κι αν ήταν, με τιμές μεγάλες
μπάσανε τ’ άλογο στην πόλη μέσα.
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝ
Όσους κι αν γνωρίσω ανθρώπους
(γνωριμιές που παν χαμένα),
όλοι τους ή κι ένας ένας
κάτι θέλουν από μένα.
Αλλά τη στιγμή την ίδια
κι ο θολός δικός μου ο νους
ξέρει πως το δίχως άλλο
κάτι θέλει από ’κεινούς.
Μα ουτ’ εγώ τι θέλω λέω
ούτε αυτοί τι θένε λεν
κι όλος ειμ’ εγώ ένα «όχι»
κι αυτοί όλοι είν’ ένα «δεν».
«Δεν» και «όχι» που ανοίγουν
τα ολομαύρα τους φτερά
και σκοτώνουν όποιας γνώρας
ελπιδότροφη χαρά.
Και για τον καιρό αφού πούμε
και για την πολιτική
στη μονιά του πάει καθείς μας
και ξανά μένουμε εκεί.
Και την κάθε μέρα έτσι-
άρνηση γεμάτοι ζώντας
και τα «θέλω» του ο καθένας
μέσα του σφιχτά κρατώντας,
σ’ ένα μνήμα μπαίνουμε όλοι
μαύρο, κρύο και μοναχό,
με τα «όχι», νεκροθάφτη,
κι άξιον του τα «δεν» βοηθό.
SIEN WITH CIGAR IN WHITE
DRESS SITS NEXT TO STOVE
ON THE FLOOR
(Van Gogh)
Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου-
δίπλα στη σόμπα καθιστή, επάνω στις σανίδες,
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.
Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου,
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ηλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του ανθρώπου.
Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
Μόνη συντρόφια μες σε δυο σκελετωμένα χέρια
ένα τσιγάρο αμήχανα που στέκεται, σαν βέλος
που πεθαμένα τόξεψε-νεκρά δυο περιστέρια;
…Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δεν σου ’κλεψε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει. Μα ως για μας, για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ
Κάποτε, παλιά, έπεσα.
Χτύπησα.
Μάτωσα.
Πόνεσα.
Φώναξα-κανένας δε μ’ απάντησε.
Σκιες περνούνε δίπλα μου.
Με σπρώχνουν.
Πέφτω πάλι και πάλι.
Έτσι είναι ο κόσμος τους.
Οι Καιροί σπέρνουν, οι Πόνοι θερίζουν.
Δε γεννήθηκα.
Κατάρα και Οργή με πλάσσνε
κι όταν η ώρα ήρθε
με φανέρωσαν.
Ο ουρανός Πέτρα.
Η Πέτρα Άβυσσος.
Ο Μεγάλος Προστάτης μ’ έριξε στον κόσμο γυμνή-
τη μόνη αλήθεια ανάμεσα στα ψέματα.
Περπατώ σαν πράγμα.
Είδωλα μ’ αγγίζουν.
Η Νύχτα με παίρνει και με πάει.
Η μέρα με ξερνάει κάθε πρωί μέσα στα παλιά της
εμέσματα.
Ξέρω. Βαθιά μου ξέρω.
Από το Δέντρο μαζεύω τα άνθη μόνη εγώ.
Τα μυστικά όλα γνωρίζω.
Περιβάλλω το Θείο όπως η φλούδα του το
βαλανίδι.
To Ανώτατο
χαλίκι κάτω από τα πόδια μου.
Βλέπω όπου κανείς δέν υποψιάζεται.
Είμαι μπροστά.
Είμαι Πρώτη.
Εγώ-η τελευταία.
Στέλνω το Φως και φωτίζω κάθε φορά κάτι.
Αυτό
τότε
υπάρχει.
Στην κορυφή όπου στέκω φαίνονται όλα: το Χάος, η Ντροπή, ο Φόβος η Απελπισία,.
Ο θεός από τον ουρανό του προσεύχεται σε μένα.
Κάποτε ,παλιά, έπεσα.
Και ρίζωσα και υψώθηκα θεόρατη πάνω απ’ Όλα.
Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στην κόρη της Βάσως Κάθυ με αγάπη
Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω
και να τους πω: "Γιατί ψυχές
μπαίνετε μες στο σώμα;
Ποιο χέρι στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;
Και σεις γιατί την πρώτη σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι ακίνητες κι αμίλητες
δε στέκετε εκεί μέσα
μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά,
μάλαμα και ’φροσύνη-
μόνο το διαμαντένιο σας
το φως γλυκοσκορπάτε-
και κάθε αχτίδα του χαρά
και λάμψη κι ομορφάδα;"
Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη
των καθαρών τους των κορφών
και μέσα να βυθίσω
στού νου τις πετροκάμωτες
και σκοτεινές χαράδρες
και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την τρανεύει
να του φωνάξω: "Πες μυαλό
κι συ με τη σειρά σου,
ποιος μες στο άδειο το καυκί
σε όρισε του ανθρώπου,
να τρως από την τέρψη του
να πίνεις τη χαρά του,
κάθε του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις,
κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό
και απαλό κι ωραίο
με τα γαμψά να το ξεσκείς
και μυτερά σου νύχιά-
ποιος στο σερνόμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει στο λεύτερον αητό
πάνω, τον υψικράτη;"
Κι ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι μου λένε,
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος τα χάη,
και πριν να πέσω να χαθώ,
και πριν ξαναγυρίσω
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι
στο τίποτα από όπου ’ρθα,
φριχτή να βγάλω μια κραυγή
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν
στριγγιά φωνή που ν’ ακουστεί
στα μάκρη των Συμπάντων:
"Ποιος σαδιστής δημιουργός
έπλασε τέτοια αμάχη
και μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;
Ποιου πλαστουργού ανίερου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα
πανάθλιο σμιλέψει
και το ζωντάνεψε και μες
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο
ποδοπατάει αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ούτ’ ανθί να δώσει:
Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω."
Μα ούτε τότε απόκριση
θα έπαιρνα καμμία.
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία
ο αντίλαλος απ’ τις τρανές
φωνές μου που θα ’ρχόνταν
από μακριά κι από βαθιά
κάπου, σαν όπως φτάνει
στ’ αυτιά μας το υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.
Κέρβερος
Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει;
Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα μπορούσε να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό!
και πόσες μέσα του απειλές να κρύβει …
Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…
«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.
ΕΛΕΝΗ
(του Θεοφάνη, στο χωριό)
Διάβασα στη «ΦΩΝΗ» πως η Ελένη
πέθανε τάχα, λέει, κυρ-Θιοφάνη.
Όμως δε χάνεται και το βαγένι
όταν κρασί θα πάψει πια να βγάνει.
Στη θέση του για παντα αυτό θα μένει
κι έτοιμο να δεχτεί το μούστο θα ’ναι
αυτών που, απ’ τη Μοίρα διαλεγμένοι
μ’ ένα κρασί αλλιώτικο μεθάνε.
Κι έρχεται μες στα γύρω μου σκοτάδια
η φωτεινή κι ανέφελη μορφή της
κι ακούραστα γεμίζει όλα τ’ Αδεια
κι απλά κι αληθινά όλα μαζί της.
Όλο σκυφτή, σαν προσευχή να κάνει
σ’ έναν Θεό απ’ άλλους ξεχασμένον
ή σαν κρατώντας θερισμού δρεπάνι
καρπό να θησαυρίζει ευλογημένο.
Πάντα σκυφτή. Στο σπίτι και στο δρόμο,
στον κήπο, στο χωράφι, στο περβόλι,
σαν να εκράταε δέσμιες στον ώμο
Την Απονιά και την Κακία όλη.
Γι αυτό πονετικός κάθε της λόγος.
γι αυτό κάθε ματιά της καλοσύνη.
γι αυτό ποτέ και μάλωμα ή ψόγος
δε βγήκε από τα δύο της τα χείλη.
Γι αυτό και δε βοσκούσεν η Μοσκούλα
αν δίπλα της δε στέκονταν η Ελένη
(τα ζώα του λογικού δεν είναι δούλα-
με το θεό η ψυχούλα τους δεμένη).
Κι ένιωθες τη φωνή της απ’ την εγνια
λαφριά για λύπες άλλων να τρεμίζει
καθώς θροΐζει μπόλια μεταξένια
του ζέφυρου το χάδι όταν τη ’γγίζει.
Πάντοτε καθαρό το σπιτικό της
το προκομένο της τόχε χεράκι
κι απ’ το μπουφέ για ξένο ή για δικό της
δεν έλειπε καφές και λουκουμάκι.
Βοηθός του άντρα της κι όχι δυνάστης
σοφός του σύντροφος και συμβουλός του
Κόσμου και Σιγουριάς γύρω του Πλάστης
σύμμαχος και ποτέ αντίμαχός του.
Και πάντα αγαπημένη μ’ όλους γύρω.
Και παντα αγαπημένη μ' όλα γύρω.
Και τίποτα γι αυτήν ξένο και στείρο.
Και τ’ Άγιο ευώδαε σιμά της Μύρο.
"Πέθανε" η Ελένη. Τίποτα όμως
γι αυτήν δεν άλλαξε: στην Ευτυχία
δεν οδηγεί κανένας άλλος δρόμος
πάρεξ αυτός που τράβηξε η Αγία.
Κι αν η ψυχή μου καυτερά δυό δάκρυα
έσταξε στ’ άκουσμα της κοίμησης της,
κι αν ως του απείρου αντήχησε τα μάκρια
ο σπαραγμός της άπελπης κραυγής της,
είναι γιατί μ’ Αυτής την απουσία
κι άλλη ανεκτίμητη μια σπίθα ακόμα
έσβησε από τη χόβολη τη θεία
που ’χει απομείνει πα’ στης γης το χώμα.
Και σπίθες πλέον τέτοιες δεν ανάβουν-
όλο μακρύτερα οι άθλιοι ανθρώποι
απ’ το θεό να τρέχουνε δεν παύουν
κι απ’ το θεσπέσιο του το χαροκόπι.
Δεν πέθανε η Ελένη κυρ-Θιοφάνη.
Βαθιά είναι κλεισμένη στην ψυχή μου
(και μέσα κει ο θάνατος δε φτάνει)
με τ’ άλλα πεθαμένα μου-μαζί μου»
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
(της παρέας-του Μπούλη)
Φαίνεται έρωτα για μένα
ότι έχει η Σαντορίνη
γιατί όλο με κοιτάει
και το μάτι όλο μου κλείνει.
Μα κι εγώ δεν πάω πίσω
και τ’ ομολογώ: ορισμένως
ειμαι αγιάτρευτα μαζί της
και τρελά ερωτευμένος.
Αχ βρε Τίνα! Αχ βρε Τίνα!
Σηκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι
Μεσσαριό και Ακρωτήρι.
Πάμε! Όλα εδώ πέρα
τίναξέ τα στον αέρα
και ας παμε εγώ και συ
για της φάβας το νησί.
Και στο χώμα το ξερό του
να κολλήσουμε σα βδέλλες
και να κάνουμε εκεί πέρα
όσες βάζει ο νους μας τρέλες.
Μια φορά μοναχά ζούμε
και ζωή δεν έχει άλλη
γι αυτό έλα ν’ αφεθούμε
στη μονάκριβή της ζάλη.
Κι ας μας φάει όλο το χρήμα
το Σαντορινιό το κύμα
κι ας θολώσει από δολάριο
το νερό του το καθάριο.
Με το λάγγεμα στα στήθια
κάθε όνειρο αλήθεια
με το κέφι μας γι αφέντη
κάθε βράδυ κι άλλο γλέντι.
Να μεθάμε και μαζί μας
να μεθούνε όλα γύρω
και με σπέρμα το φιλί μας
να καρπίζει κάθε στείρο.
Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σαντορίνη θέλω να ’δω:
Φοινικιά και Μεροβίλι
Εμποριό και Καρτεράδο.
Να ξελύσεις τα μαλλιά σου
να ζηλέψει το Αιγαίο
και με μια γλυκιά ματιά σου
να το κάνεις πάλι ωραίο.
Στου ηφαίστειου να δώσεις
το νησί ένα φιλί
να μας πει από τα δυο
ποιο το καίει πιο πολύ.
Και να δούμε αν οι κύκλοι
των πανέμορφων Κυκλάδων
πιάνουν μπάζα μπρος στους κύκλους
των δικών σου εμορφάδων.
Σήκω Τίνα και τραβάμε
κατευθείαν Σαντορίνη-
τ’ αλλα ας παν κατά διαόλου
κι η δουλειά στάχτη ας γίνει.
Άσε μισοτελειωμένα
όσα είχες αρχινήσει-
μας προσμένει εσέ κι εμένα
τ’ ακριβό Κυκλαδονήσι.
Και να μη σταθούμε διόλου!
Συνεχώς-λόγο τιμής-
σαν τους ανεμόμυλούς του
να γυρίζουμε κι εμείς.
Και αν έρημο κανένα
θα ’βρουμε ξενοδοχείο
και αν όρεξη για μπάνιο
πιάσει ξάφνου εμάς τους δύο,
να πηδήξουμε τη μάντρα
κι ο Μπουλαρας και η Τίνα
σαν ζευγαρωτά δελφίνια
να χορεύουν στην πισίνα.
Νεσκαφέ σερί για σένα
όπου πάμε θα ζητάω
και τα βράδια αν το γουστάρεις
θα σου φέρνω και κακάο.
Και βαμμένα μες στα αίματα
και πρωτόειδωτα και θεία
θα ’δουμε ηλιοβασιλέματα
σαν τραβήξουμε ως τα Ία.
Πάμε Τίνα! Πάμε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι
Μεσσαρια και Ακρωτήρι.
Τη φορά ετούτη όμως
κοίταξε μην αρρωστήσεις
και στο ραντεβού να έρθεις
μη ξανά καθυστερήσεις,
και μου πεις "θα έρθω Πέμπτη"
και Παρασκευή μου ’ρθεις
γιατί αυτό αν πάλι κάνεις
καρπαζιά θα πέσει ευθύς.
Γιατί όχι τίποτ’ άλλο
μα απ’ της ζήσης τον αθέρα
χάνουμε έτσι-συλλογίσου-
μια ολόκληρη ημέρα.
Και στην τόση μέσα λύπη
της δικής μας εποχής
αν χαθεί χαράς μια μέρα
άντε πάλι να τη βρεις…
Και θα βγάλουμε και πάλι
άφθονες φωτογραφίες
σε χοτέλια, σε πισίνες,
σε δρομάκια, σε πλατείες.
Και θα τις κοιτάζω κάθε
που η δουλειά θα με κουράζει
και η κούραση αμέσως
τη γωνιά θα μου αδειάζει.
Και μεγέθυνση θα κάνω
της φωτογραφίας εκείνης
που φιλί στο μαγουλό μου
ένα ολόγλυκο μου δίνεις,
και στον τοίχο θα τη βάλω
στο δωμάτιο που κοιμάμαι
…γιατί θέλω το ποτήρι
που κρατάω να θυμάμαι.
Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι
Μεσσαριά και Ακρωτήρι.
ΨΑΞΕ!..
(στη Μούσα μου Ντόρα)
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ η ώρα
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ ο καιρός
μια νυφούλα λευκοφόρα
να γινείς κι εσύ. Εμπρός!
Α! βρε Ντόρα! α! βρέ Ντόρα!
Α! δεν είσαι ποια μικρή
κι η δική σου έφτασε ώρα
κι η δική σου ήρθε γιορτή.
Βρέ ποιού άρχοντα εγγόνι
και παιδί ποιού βασιλιά
με ταξίμι μεγαλώνει
τη δική σου αγκαλιά;
Βρε ποιο άστρι ποιο φεγγάρι
ποιος λαμπρός αυγερινός
ποιο πανώριο παλικάρι
θα γενεί για σε γαμπρός;
Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα να χαρείς!
Της ζωής τα ωραία δώρα
προσφορά δεν ειν’ διαρκής.
Ψάξε Ντόρα! Ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα μην αργείς.
Και να ψάχνεις τότε πάψε
όταν μόνο τόνε βρεις.
Ψάξε μέσα στα συρτάρια
ψάξε πάνω στο μπουφέ
Ψάξε μέσα στα φλυτζάνια
του ποτού και του καφέ.
Ψάξε μες στη γειτονιά σου
μες τη πόλη, πα’ στη γη
ψάξε στ’ άντρα τα δικά σου
στη κρυφή ψάξε πηγή.
Ψάξε Ντόρα μυαλωμένη
ψάξε Ντόρα σοβαρή
η ζωή δε περιμένει
η ζωή δεν καρτερεί.
Ψάξε σύ! Ψάξε Ντορούλα!
Ψάξε συ ώστε κι εγώ
να γινείς να δω νυφούλα
πρίν να φύγω από δω.
Ψάξε ψάξε-δε μας παίρνει-
ο καιρός φεύγει, περνά
ότι πλούσιο είναι φτωχαίνει
κι ότι νέο είναι γερνά.
Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε μύρο της αυγής!
Ο καιρός είναι το τώρα
και ο τόπος είναι η γης.
Ψάξε δίπλα ψάξε πέρα
ψάξε εδώ ψάξε κι εκεί
ψάξε μέσα στον αέρα
ψάξε μέσα στην βροχή.
Ψάξε στ’ άδειο, στο γεμάτο
στο μεγάλο, στο μικρό
στο επάνω και στο κάτω
στο πικρό και στο γλυκό.
Ψάξε. Μόνο την τελειότη
μη γυρεύεις τη χρυσή
θα ταν άσκοπο διότι
τέλεια είσαι μόνο σύ.
Όμως έστω μόνο τρία
οπωσδήποτε καλά
ν’ απαιτήσεις, κι αβαρία
μη δεχτείς ποτέ γι αυτά.
Τόσα να ’χει νιάτα, πλούτη
κι ομορφιά, που ούτε αυτή
η ρημάδα η ρίμα ετούτη
να μη δύναται να πει.
Προπαντός μην ξεστρατίσεις
σ’ επιζήμιες οδούς
προσοχή μη ξαστοχήσεις:
κάλλη! νιότη! χρήμα!-ακούς;
Κι άντε γρήγορα κουφέτα
κι άντε γρήγορα κοκά
κι ένα κέικ που μια του φέτα
να ζυγίζει μια οκά.
Κι αντί δώρου άλλου εγώ
στο γιορτάσι σου-τι κρίμα!
θα σου γράψω μοναχό
και φτωχό κι αυτό, ένα ποίημα.
ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ ΑΠΟΨΕ
Κοιμηθήκαμε απόψε μονάχοι
Και τόσο μικροί που το σπίτι
Μεγαλείο στις πέτρες του εζήτει
Και συντρόφεμα από το στάχυ.
Τεράστια η σκια μας εσκιούσε
Του ζόφου και βαριά η απουσία
Τα μεγάλα της χέρια εκεινούσε
Και μας έραινε απελπισία.
Ένας θόρυβος απ’ το κρεβάτι
Σχίζει ξάφνου της νύχτας το δίχτυ
Κι αφηνιάζει το ανήσυχο ατι
Που φρουμάζει στο μεσονύχτι.
Είναι η χάλκινη αδερφή μας
Και ο ανεψιός μας ο ξένος
Που προσχήματα τη ζωή μας
Πλυμμυρίζουν με ορμή και μένος.
Σε καιρούς παλιούς λησμονημένοι
Μετρημένοι με άλλον πήχυ
Στο σκοτεινό κάδρο τους κλεισμένοι
Απροσπέλαστοι, γελούν όπως τύχει.
Και το πρωί τι ήταν εκείνα
τα βαθουλώματα στα στρώματά τους
Και τι φοβέρα επρομήνα
το κρατημένο μίλημά τους…