ΤΩ ΘΕΟΔΩΡΩ, ΟΔΟΝΤΟΪΑΤΡΩ ΜΟΙ,
ΦΙΛΩ ΤΕ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΕΚΠΑΛΑΙ ΑΓΑΘΟΝ
(που τον είχα δόκιμο όταν εγώ ήμουνα λοχαγός-γιατρός) και που τώρα, μετά από χρόνια και χρόνια που ξαναβρεθήκαμε, όταν με γιατρεύει δεν θέλει να του δίνω λεφτά)
Ρε Θόδωρε παλιόφιλε μη έτσι σε μένα φέρεσαι.
Να έρχομαι στο στέκι σου, έστω σπανίως, δε χαίρεσαι;
Μη το βιολί που άρχισες λοιπόν το συνεχίσεις
γιατί έτσι του ιατρείου σου την πόρτα θα μου κλείσεις.
Μη όταν σου 'ρχομαι, μετά μου λες "δεν κάνει τίποτα".
Αφού οι δυο δε βγαίνουμε για τίποτα ηδύποτα,
μονάχα για τα δόντια μου ας είναι να βλεπόμαστε
και τα παλιά μας πού και πού τα χρόνια να θυμόμαστε.
Εσένα έχω φίλο μου, εσένα έχω αδέρφι.
Μονάχον έχω ουρανό εσένα δίχως νέφη.
Θες σε αγύρτες τίποτα να πάω να με κλέβουνε
και μάλιστα-οι άθλιοι!-χωρίς να με γιατρεύουνε;
Κάθε λοιπόν που έρχομαι άσε με να πληρώνω.
Μπόλικο η πελατεία σου δε σου αφήνει χρόνο.
Κι αν για δεκάδες κλείνεσαι χρόνια στο ιατρείο σου
εκτός απ' τους αρρώστους σου, κοίτα και το ταμείο σου.
Βέβαια ξέρω-εμένανε σαν άλλους δε με βλέπεις
κι ούτε το πάχος συ μετράς, του φίλου σου, της τσέπης.
Και ξέρω, από μένανε θα πληρωθείς λιγότερο
γιατί ούτε σπίτι ή Μερσεντές δεν έχω, ούτε κότερο.
Μα ξέρω ακόμα: όπως εγώ, μες στην καρδιά σε κλείνω
και σαν να σ' είχα γιο, για σε και τη ζωή μου δίνω,
έτσι και συ με αγαπάς μες στη ζωή ετούτη,
που, η πόρνη, αισθήματα έδωσε στους δύο μας για πλούτη.
Έτσι, ας μην πρόκειται ούτε συ από με να θησαυρίσεις,
όμως απλήρωτα ξανά να φύγω μη μ' αφήσεις.
Και για να μη σ' απασχολώ ή κι ίσως σε κουράζω,
το πράγμα αυτό δε στο ζητώ, αλλά... σου το διατάζω!..
Γεια σου ρε Θόδωρε!