ΗΛΙΕ...
Ήλιε γιατί να δύσεις
στάσου ψηλά εκεί
τη θέα μη μας στερήσεις
αυτή τη μαγική.
Ποια διάτα ακολουθώντας
την πρωινή χαρά
σκοτώνεις, πίσω σβυώντας
από ψηλά βουνά,
κι αφήνεις τ' ουρανού σου
τα πλάτη, κι η ερμιά
πλακώνει τους πιστούς σου
κι η νύχτια παγωνιά;
Και πες μου εγώ που θα 'βρω
τον ήλιο που δε δύ'-
το μάτι χρώμα μαύρο
ποτέ του να μη δει;
Γιατί μας κοροδεύεις
γιατί μας ξεγελάς
γιατί να μας παιδεύεις
να σβήνεις... να περνάς...
Ήλιε ακινητήσου
ποτέ μη δύσεις πια
δίνε τη δυνατή σου
για πάντα τη φωτιά.
Στης δύσης μη-μη γέρνεις
τη λάγναν αγκαλιά
της μέρας μη μας παίρνεις
τα ολόλαμπρα φιλιά.
Μαρμάρωσε. Πετρώσου.
οι αχτίδες σου καρφιά
να γίνουν να στεριώσουν
της γης την ομορφιά.
Κι αχάλαστη εκείνη
να υπάρχει μες στο φως
που ο κύκλος σου θα δίνει
για πάντα φανερός.
Αιώνια να 'ναι ταίρια
η μέρα κι η ζωή
σαν άσπρα περιστέρια
φιλιά κι όλο πρωί.
Και λάμπε στα ουράνια
και φώτιζε ως εδώ
με φεγγοβόλια σπάνια
με λάμπος κραταιό.
Α! Ήλιε! αν να βγαίνεις
ήτανε το πρωί
και βράδυ να πεθαίνεις
κάλλιο μην είχε βγει.
Α! Ήλιε! χάρισέ μας
το φωτεινό αεί.
Κι αν όχι, σκότωσέ μας
ετούτο το πρωί.