ΦΩΤΕΙΝΗ
Πεσμένη στο κρεβάτι με τα ρούχα της
με μάτια μισόκλειστα
και προκλητικά γελώντας.
το νεαρό κορμί τανύζει
ανοίγοντας μακριά,
σαν αετός πετούμενος τα χέρια
προς των αγοριών την πρωινή παρέα.
Ακόμα του ύπνου η ζάλη την βαραίνει
και σε ρόδινους ανθούς πάνω
σαν σε ονείρου
νιώθει να είναι αφημένη.
Κι απ' τη μαγεία που σκορπά
κι η ίδια μαγεύεται.
Μια χαραμάδα η ρόμπα η μικρή ξανοίγει λίγο,
ίσα για να δοθεί στη φαντασία το μονοπάτι.
Η προσοχή των αγοριών πότε στραμμένη εκεί ’ναι,
πότε ψηλά, στο λαιμό
που σαν κύκνου,
αργά και νωχελικά στρέφει
κινώντας λιγωμένα το κεφάλι
σαν σ’ έρωτα μέθη.
Αυτή κρυφά εντός της να θεριεύει νιώθει
τη βεβαιότητα για την αξία
που το κορμί της έχει.
Κι αυτό μια ικανοποίηση της δίνει
και την ευχαριστεί.