Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

ΑΔΙΑΚΟΠΟ

Όταν εβγήκε με τα ψώνια
(πυκνά τα ολόξανθα μαλλιά της)
έβαλε τη σακούλα κάτω
(άσπρα τα πόδια τα κομψά της)

και γύρισε και με φωνάζει
(απαλοχάϊδευτη η φωνή της):
"έλα να δεις κάτι αστείο..."
(τα μπλε τα μάτια της μαγνήτης).

Πήγα. Κι ανοίγει τη σακούλα
(σαν να την άνοιξε πνοούλα)
Και "δες!», μου λέει, "μια πεταλούδα!"
(μ' άλλο αυτό ήτανε που 'δα).

Και αστειεύτηκε-μου λέει:
"Πάλι καλά, δε με χρεώσαν".
Σηκώθη. Έφυγε. Γι αυτήνε
φεύγοντας όλα ετελειώσαν.

Αλλά για με ούτε είχε αρχίσει
ούτε και κάτι είχε τελειώσει.
Αδιάκοπο είναι το μεθύσι
ώσπου στο τέλος με σκοτώσει.