Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Στο σούπερ μάρκετ

Ολημέρα δουλεύω
με πληρώνουν πριν φύγω
και στο σπίτι πηγαίνω
να 'συχάσω για λίγο.

Τρώω, στυλώνω λιγάκι
στη σεζ-λονγκ μου ξαπλώνω,
την πλατιά και φευγάτη
μέρα εμπρός μου απλώνω, 

κι από μέσα της παίρνω
το πιο ωραίο και σπάνιο
και στο νου μου το φέρνω
σαν αντίδωρο ουράνιο:

μια κουβέντα μ' ευγένεια,
χάδεμα ένα στον ώμο,
μια ματιά που όλο έγνοια
λίγο διώχνει τον τρόμο, 

μιας γυναίκας ωραίας
το αιθέριο το διάβα
μίας έμπνευσης νέας
η αμείλικτη λάβα.

Όλα αυτά τ' αγιασμένα
φέρνω στη θύμηση μου
και αυτή 'ναι για μένα
η ακριβή πληρωμή μου.