Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Η
ΤΡΙΠΟΛΗ 4
Μέσα στα χρόνια της Τρίπολης περιλαμβάνεται και η περίοδος όπου τα αγόρια κάθονται απέναντι από την μητέρα τους την ώρα που αυτή φοράει τις κάλτσες της, ζηλεύουν τον πατέρα τους που κοιμάται με τη μητέρα τους και μισούν τη μητέρα τους που δεν κοιμάται και μαζί τους. Το μίσος έρχεται σαν απόρροια του γεγονότος ότι η μητέρα τους, αν και (οφείλει σαν μεγάλη που είναι να) ξέρει ότι το παιδί της το θέλει αυτό, εν τούτοις δεν του το δίνει-τι καλή μητέρα είναι λοιπόν.
Δεν ξέρω τι να πρωτοπώ για την περίοδο στην Τρίπολη. Είναι τόσο πολλά αυτά που θα ήθελα να πω. Και από τη μια θέλω να σου γράψω μόνο τα θεωρούμενα σπουδαιότερα, από την άλλη, επειδή για μένα όλα είναι σπουδαία, θα ήθελα να σου τα γράψω όλα.
Ας πω μερικά που τώρα μου έρχονται στο μυαλό.
Όταν στρατιώτες περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας βάδην  πηγαίνοντας για ασκήσεις, αντάλλασαν μια κουραμάνα τους με τους κατοίκους του Συνοικισμού, για μερικά τσιγάρα. Και ήταν νοστιμότατη η κουραμάνα τους-το ψωμί του στρατιώτη.
Μια μέρα,γυρνώντας από την πόλη προς τον Συνοικοσμό με ένα καρβέλι ψωμί υπό μάλης, με σταμάτησε ένας άγριος στρατιωτικός με γυαλιά και με πολλά χρυσά στους ώμους του, και με ρώτησε ταιριάζοντας καλύτερα τα γυαλιά του στη θέση τους και δείχνοντάς μου το καρβέλι το ψωμ.ι: «Τι είναι αυτό; Νάρκη;»
Ο πατέρας μου, όταν αρρώσταινα με πυρετό, εκτός που έβαζε το χέρι του στο μέτωπό μου και με δρόσιζε, μου έβαζε και χρήματα κάτω από το προσκέφαλό μου. Ποιος ξέρει γιατί. Τι να το έκανε ένα παιδί ένα πενηντάδραχμο-λεφτά πολλά δηλαδή; Το πενηντάρικο το έπαιρνε η μητέρα μου όταν ο πατέρας μου έφευγε για το καφενείο, και αν δεν το έκανε αυτή μόνη της, της το έδινα εγώ. Ποτέ δεν ζήτησα να μου αγοράσουν κάτι από τους γονείς μου-ρούχα, παπούτσια, φαγητά. Ποτέ μα ποτέ. Βολευόμουν καλά με ότι είχα. Ύστερα ήξερα ότι ήμασταν φτωχοί. Μα αυτό, το να μη ζητάω, ήτανε μέσα στο αίμα μου. Ούτε σαν νέος , ούτε σαν άντρας, ούτε τώρα σαν γέρος αγοράζω τίποτε μη άκρως απαραίτητο από αυτά για μένα. Έχω και φορώ ας πούμε παλτό, πουκάμισα, παντελόνια, μπουφάν και τέτια, ή αγορασμένα από την Αμερική πριν είκοσι χρόνια, ή που είχα αποκτήσει πριν φύγω για την Αμερική, δηλαδή πριν από το 1986, και τα ξαναβρήκα όταν γύρισα. Θυμάμαι που η μητέρα μου, όταν ήμουνα ακόμα μικρό παιδί, ενοχλείτο από αυτό και μου έλεγε πολλές φορές: «Μα καλά, εσύ δεν ζητάς τίποτα πια; Δεν θέλεις ποτέ να σου αγοράσουμε κάτι;»
Μια φορά, ένα γυμνό καλώδιο κρεμόταν από μια μικρή κληματαριά του σπιτιού τών δίπλα μας-των «Τσαμαίων». Η Τσάμαινα το είδε και το συζήτησε με την μητέρα μου. Εκείνη μου λέει «Πρόσεξε κακομοίρη μου μην πιάσεις το καλώδιο!» Αυτό ήταν! Αμέσως όταν ύστερα από αυτό μπήκε η μητέρα μου στο σπίτι, πήγα από κάτω από το καλώδιο και το χούφτωσα. Γιωργία, μούδιασα ολόκληρος από το ηλεκτρικό ρεύμα που με διαπέρασε, και μάταια προσπαθούσα να ανοίξω την παλάμη μου για να αφήσω το καλώδιο, αλλά και ούτε μπορούσα να τραβήξω το χέρι μου προς τα κάτω. Αφού με τράνταξε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, μου έκοψε και χρησιμοποίησα το αριστερό μου χέρι για να ελευθερωθώ. Όπως δηλαδή κρατούσα το καλώδιο (όπως, καλλίτερα, το καλώδιο με κρατούσε) με το δεξί, σήκωσα το αριστερό χέρι και έδωσα μια δυνατή σπρωξιά προς τα κάτω στο δεξί. Έτσι λετερώθηκα. Και δεν με έφτανε ο τρόμος που μου είχε φέρει το γεγονός, αλλά, ο ανόητος εγώ, έτρεξα αμέσως στη μάνα μου, και ωχρός και τρέμοντας ακόμα, της είπα έτσι απλά αλλά και ένοχα και φοβισμένα: «Έπιασα το καλώδιο!» «Το έπιασες;» Να και τούτη να και κείνη. Ήταν το περισσότερο ξύλο που έφαγα ποτέ από την μητέρα μου. Όμως δεν της το είπα από βλακεία ή από αφέλεια, αλλά θυμάμαι ότι το έκανα με τη σκέψη μήπως έπαθα κάτι και έπρεπε να γίνει κάποια ενέργεια γι αυτό.
Η μητέρα μου με χτυπούσε συχνά, αν και όχι δυνατά. Ο πατέρας μου με είχε «σκαμπιλίσει» δυο φορές, που ακόμα τις θυμάμαι. Τη μια ήταν όταν, ενώ τρώγαμε το μεσημέρι, από κάποιο αστείο που λέχτηκε γέλασα ενώ είχα φαγητό στο στόμα, με αποτέλεσμα να πεταχτούν ψίχουνα και σάλια από το στόμα μου.  Έφαγα λοιπόν ένε χαστούκι που ήταν όλο δικό μου. Χωρίς να μου πει τίποτα ο πατέρας μου, αφού δα ήταν προφανές το γιατί με χτύπησε. Το δεύτερο το λούστηκα ως εξής. Ο πατέρας μου έφερνε από το γραφείο όσα χαρτιά δεν χρειάζονταν εκεί. Αυτά ήσαν τυπωμένα από τη μια μεριά και από την άλλη ήταν άγραφα. Τα χρησιμιποιούσαμε λοιπόν στο σπίτι-κυρίως εγώ-σαν πρόχειρο χαρτί. Μια μέρα που ο πατέρς μου λαγοκοιμόταν στο κρεβάτι, εγώ ήθελα να γράψω κάτι σε ένα από αυτά τα χαρτιά. Έγραψα σε ένα, δεν μου άρεσε, το τσαλάκωσα, το πέταξα, έγραψα σε άλλο. Το ίδιο τσαλάκωσα κι αυτό και το τρίτο χαρτί. Φαίνετα επειδή ήσαν πολλά δεν τα λογάριαζα και τα χαλούσα εύκολα.Στο τέταρτο χαρτί, μου λέει οπατέρας μου: «Έλα εδώ». Πήγα, ανύποπτος για αυτό που θα επακολουθούσε. Και αυτό που ακολούθησε ήταν το δεύτερο χαστούκι. Χωρίς να μου πει πάλι τίποτα, και χωρίς εγώ να τολμήσω να ρωτήσω «γιατί». Και αφού μιλάω για χαστούκια, ας μιλήσω και για τα δύο που έφαγα από καθηγητές στο Γυμνάσιο. Το ένα από τον καθηγητή της Γυμναστικής, τον Βερέμη, από το Κακούρι. Ήμασταν στην πλατεία του Άρεος όλα τα Γυμνάσια της πόλης. Γίνονταν πρόβες για τις «γυμνασυικές επιδείξεις» του τέλους του σχολικού έτους. Οι μαθήτριες του μοναδικού Γυμνασίου  Θηλέων ασκούνταν, ενώ εμείς καθόμασταν οκλαδόν περιμένοντας να έρθει η σειρά μας. Ο Βερέμης μας είχε πει «να μην ακούσω άχνα!». Ξάφνω δίπλα μου δυο συμμαθητές μου άρχισαν να μιλάνε. Θέλησα προς στιγμήν να τους θυμίσω ότι δεν έπρεπε να μιλάνε, όμως δεν το έκανα. Ξάφνω, ο Βερέμης, που ως τότε στεκόνταν μπροστά μας με την πλάτη του προς εμάς, άκουσε τις σιγαλές συνομιλίες και γύρισε να δει. Οι δύο, που τον είδαν να γυρίζει σταμάτησαν αμέσως να μιλάνε.  Ο Βερέμης πλησίασε, και αντί να πάει προς αυτούς, ήρθε κατευθείαν προς εμένα και μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Και αμέσως πήγε στην πρωτινή του θέση. Ούτε πρόλαβα να διαμαρτυρηθώ. Και να διαμαρτυρόμουν όμως, άντε να με πιστέψει. Και μήπως οι δύο θα παραδέχονταν ότι μιλούσαν αυτοί; Και σε κάθε περίπτωση το χαστούνι πάει, το είχα φάει πια. Το δεύτερο «σχολικό» χαστούκι το έφαγα από τον Λυκάκη, καθηγητή των μαθηματικών. Είχαμε διαγωνισμούς. Ο Λυκάκης μας είχε βάλει για λύση ένα πρόβλημα και μετά πήγε έξω αφήνοντας έναν άλλον καθηγητή να μας επιβλέπει. Όταν τελείωσα, έδωσα την κόλλα μου και έβγαινα έξω. Ο μαθητής που καθόταν δίπλα στην πόρτα με ρώτησε όταν έβγαινα: «Πόσο βρήκες;» Του είπα γρήγορα γρήγορα την απάντηση που βρήκα εγώ και βγήκα. Όμως ο Λυκάκης από εκεί που βρισκόταν με είχε δει και με περίμενε.  Όταν έφτασα στο ύψος του, με ρώτησε με τη σφυριχτή σαν φιδιού μιλιά του-πρόφερε συριστικά το σίγμα: «Γιατί του είπες την ανάντηση;» Και φαπ, μου έσκασε το χαστούκι. Τουλάχιστον αυτός μου είπε γιατί με χτύπησε. Αυτή τη φορά κατουρήθηκα! Πρώτη και τελευταία φορά κατουρήθηκα από χαστούκι. Πού να ήξερα τότε ότι θα ερχόταν ο καιρός να κατουριέμαι συνεχώς επάνω μου όπως γίνεται τώρα.
Και μιας και μιλάμε για ξύλο σε παιδιά, ας μιλήσω για το θέμα που μου έρχεται στο μυαλό τώρα και που πάντα με απασχολούσε τελευταία, το θέμα δηλαδή της μη κακοποίησης ειδικότερα των παιδιών και γενικότερα της μεγάλης φροντίδας που σήμερα δίνεται για την χωρίς σωματική και ψυχολογική βία ανατροφή  των παιδιών.  Και δεν μιλάω για παιδιά μόνον μεγάλα, αλλά, και κυρίως, για παιδιά μικρότερα. Να μη χτυπάμε λοιπόν τα παιδιά, να μη τα φοβίζουμε με κάτι, να προσέχουμε σε δύσκολες στιγμές της οικογένειας, της κοινωνίας, του βίου τους γενικότερα, να μη τα ενοχλήσουμε ούτε με υποψία βίας ή κακομεταχείρισης. Και ρωτώ-γιατί αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση για τα παιδιά; Τους μεγάλους να τους χτυπάμε δηλαδή; Στους μεγάλους να δημιουργούμε ψυχολογικά τραύματα; Τα παιδιά να τα σώζουμε όταν κινδυνεύουν να πεθάνουν και τους μεγάλους όχι; Και ακούς στις ειδήσεις «…πέθαναν δέκα πέντε και (αυτό με μεγάλη λύπη του σπήκερ) μεταξύ τους ήταν και δύο παιδιά.» Και οργανώσεις για την προστασία των παιδιών, και ιδρύματα για τα παιδιά, και η Ουνέσκο για τα παιδιά, και Χαμόγελα του Παιδιού (αν και σαρδώνια)… και… και… για τα παιδιά. Γιατί; Επειδή δεν μπορούν να προστατέψουν τον εαυτό τους; Και οι μεγάλοι μπορούν; Μήπως επειδή είναι το μέλλον της γενιάς, της πατρίδας, της ανθρωπότητας; Και λοιπόν; Τα παιδιά είναι το μέλλον,οι νέοι είναι το τώρα, οι γέροι είναι το παρελθόν. Γιατί ενδιαφερόμαστε ειδικά για το μέλλον; Τόσες χιλιετηρίδες, για να μην πω εκατομμύρα, που δεν υπήρχε η ειδική μέριμνα για τα παιδιά η ανθρωπότητα χάθηκε; Ή μήπως όταν φροντίζουμε τα παιδιά θα έχουμε έναν καλλίτερο κόσμο αργότερα, όταν αυτά μεγαλώσουν; Τι μεγάλη αυταπάτη! Οι μεγάλοι του κόσμου σήμερα δεν τύχαιναν της καλλίτερης προστασίας και αγωγής όταν ήσαν παιδιά; Δεν μεγάλωναν με όλα τα καλά τους; Δεν είχαν τους καλλίτερους δασκάλους και αβέρτα γκουβερνάντες; Και αυτοί οι ίδιοι δεν είναι που έχουν κάνει τον κόσμο μας χειρότερον; Αυτοί δεν κάνουν τους πολέμους, δεν φέρνουν την πείνα, δεν κάνουν γενοκτονίες και ό,τι άσχημο μπορεί κανείς να φανταστεί; Λοιπόν γιατί; Ας απαντήσω εγώ. Γιατί μέσα στην ασφάλεια και στον πλούτο που ζουν οι μεγάλοι του πλανήτη, για να εξευμενίσουν τάχα τους λαούς και ίσως υποσυνείδητα ζητώντας να εξιλεωθούν για τα βασανιστήρια στα οποία τους υποβάλλουν, κάνουν πως ενδιαφέρονται για τα παιδιά τους. Όπως κάνουν πως ενδιαφέροντααι και για τις χελώνες, και για τα δέντρα, και για τις θηλάζουσες μητέρες, και για τόσα άλλα ανύπαρκτα ή επουσιώδη, και που σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί τίποτε από αυτά το δηθεν ενδιαφέρον τους για εκείνα. Και ακόμα εφευρίσκοντας αντικείμενα προς υποστήριξη περνάνε τις ώρες της ανίας τους διασκεδάζοντας με τους υποτακτικούς τους, ιδίως μάλιστα με εκείνους που παίρνουν στα σοβαρά το «ενδιαφέρον» τους για τα παιδιά, τα παιδιά που αυτοί σκοτώνουν με τους πολέμους τους και με την πείνα που φέρνουν σε λαούς ολόκληρους, τα παιδιά που αυτοί οι ίδιοι τα κάνουν ανδρείκελα και δούλους τους. Και ο αφιονισμένος σημερινός άνθρωπος υμνεί τους φύλακες των παιδιών του και νομίζει ότι κάνει καλό στα παιδιά του όταν  υπακούοντας στους δυνάστες του τα στερεί από μια σωστή εκπαίδευση και συμβάλλει στην ρομποτοποίησή τους. Μα τα παιδιά είναι χρήσιμα πολύ στους ιθύνοντες, σχεδόν τόσο όσο και η γυναίκα: αγοράζονται γι αυτά τόσα είδη από τα καταστήματα για παιδιά, που με τα χρήματα που συγκεντρώνονται συντηρούνται χιλιάδες ανά τον κόσμο βιομηχανίες, που με τη σειρά τους πλουτίουν τους εκμεταλλευτές και των γονέων και των παιδιών.
Όχι βία στα παιδιά! Και η βία του Κράτους σε μικρούς και μεγάλους;

Μερικά καλοκαίρια πηγαίναμε για λίγες μέρες στη Σπάρτη. Τα πρώτα χρόνια και όσο διαρκούσε ο εμφύλιος πόλεμος, πηγαίναμε με «φάλαγγα». «Φάλαγγα» ήτανε ένας αριθμός φορτηγών αυτοκινήτων το ένα πίσω από το άλλο, που πήγαιναν στον ίδιο προορισμό-στην περίπτωσή μας στη Σπάρτη. Όσα λοιπόν φορτηγά είχαν δουλειές στη Σπάρτη, συνεννοούνταν και πήγαιναν όλα μαζί. Ο λόγος γι αυτή τη συμπόρευση ήταν για να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από αντάρτες. Στο πρώτο και στο τελευταίο φορτηγό μάλιστα, τοποθετούνταν ανά ένας οπλοφόρος. Φορτωμένοι και οι λιγοστοί επιβάτες στα άθλια φορτηγά μαζί με τα εμπορεύματα, πηγαίνανε με ταχύτητα χελώνας.
Στη Σπάρτη φτάνοντας έβρισκα τα παλιά, και παλιούς φίλους, όλο και λιγότερους όμως κάθε φορά. Άλλοι είχαν φύγει για μακριά, άλλοι μετακόμιζαν.
Σε ένα τέτιο ταξίδι έγινε ένα περιστατικό που δείχνει πόσο ντροπαλός ή φοβιτσιάρης ήμουν-και παρέμεινα.
 Κάποιο εξάμηνο, όντας στην Τρίπολη, είχα πάει να μάθω γαλλικά στο φροντιστήριο κάποιου Μποροβά. Δυο λόγια γι αυτόν. Του Μποροβά του άρεσε να αστεϊζεται με τους μαθητές του ή να τους εκπλήσσει. Μια μέρα που ψιλόβρεχε, όταν μπήκα στην αίθουσα διδασκαλίας με ρώτησε: Χολιαστέ, βρέχει στον Συνοικισμό; Εγώ γέλασα-πώς μπορεί να βρέχει εδώ και να μην βρέχει μισό χιλιόμετρο μακριά από εδώ. Γιατί γελάς;, μου λέει. Αν το πάμε έτσι, τότε πρέπει να βρέχει σε όλη τη γη κάθε φορά. Μα αυτό δεν συμβαίνει. Τέτια έλεγα και μας άρεσε αυτή του η συμπεριφορά. Είχαμε κάποιον Πάσχο στην τάξη μας. Επειδή ο Πάσχος αυτός ήτανε πολλές φορές αφηρημένος, κ Μποροβ΄ς συνήθιζε να τον επιπλήττει με τα λόγια: Πάσχο! Πάσχεις!
Μου άρεσε η γαλλική γλώσσα και είχα μάθει πολλά για το λίγο αυτό διάστημα που θήτευσα στο φροντιστήριο. Καθώς μοιπόν μια μέρα των καλοκαιρινών επισκέψεών μου στη Σπάρτη βρισκόμουν στου Λεωνίδα τον Τάφο, ήρθε εκεί ένα λεωφορείο γεμάτο με γάλλους τουρίστες. Αφού είδαν ό,τι ήθελαν και ετοιμάζονταν να μπουν μέσα στο αυτοκίνητο και να φύγουν, ο οδηγός, αν και δεν ήξερε καθόλου γαλλικά, βάλθηκε να τους εξηγήσει ότι ο επόμενος σταθμός τους θα ήτανε στην Ορθία Αρτέμιδα. Η «συζήτησή» του γινόταν με μια δεσποινόδα πολύ όμορφη, που όμως δεν καταλάβαινε βέβαια γρυ ελληνικά. Ο οδηγός έπαιρνε κάθε τόσο τη στάση της προσοχής, και χτυπώντας τα χέρια του τεντωμένα στους μηρούς του, φώναζε προς την δεσποινίδα: «Όχτια! Όχτια!», λες και το πρόβλημα ήταν μια βαρηκοϊα της γαλλίδας και όχι η άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Αφού χτυπήθηκε ο οδηγός έτσι μερικές φορές, και αφού η κοπέλα για ισάριθμες φορές έδειχνε απελπισμένη επειδή δεν καταλάβαινε την αυτοσχέδια αλλά και τόσο ατελέσφορη γλώσσα του σώματος του οδηγού, τέλος αποφάσισαν να παραιτηθούν και οι δύο από τις προσπάθειές τους-ο ένας να εξηγήσει και η άλλη να καταλάβει, και άρχισαν να μπαίνουν στα λεωφορείο.  Όλη αυτή την ώρα εγώ βρισκόμουν δίπλα τους, παρακολουθώντας τη σκηνή. Από την αρχή της κουβέντας τους είχα δώσει μέσα μου την εξήγηση που ο οδηγός μάταια προσπαθούσε να δώσει στη γαλλιδούλα. «Mademoiselle, il vaix dire debbout!»-αν το γράφω σωστά: «Δεσποινίς, θέλει να πει όρθια!». Ήθελα, ποθούσα να το πω, όλο αυτό ερχόταν ως την άκρη των χειλιών μου γυρεύοντας να βγει. Τι με εμπόδισε να το πω; Κι εγώ δεν ξέρω πώς να το πω. Ξέρω όμως ότι αυτή η απροθυμία μου να φανερώνω τις γνώσεις και όποια προτερήματά μου, με συντροφεύει από τότε που ήμουνα μικρός ως τα σήμερα, και είναι αυτή που μου έχει στερήσει αν όχι την ευτυχία που και για άλλους λόγους δεν είχα, τουλάχιστον μια ανεκτή ζωή. Άλλοι ψεύδονται αυτοεπαινούμενοι για ανύπαρκτες ικανότητές τους, κι εγώ κρύβω αυτές που έχω.
Να και άλλα δυο παρόμοια περιστατικά που μαζί με το παραπάνω με θλίβουν και με πονούν ως τα σήμερα. Βρίσκομαι στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή,  στο δεύτερο έτος. Ο καθηγητής των γαλλικών Μανδαμαδιώτης, διαβάζει μια μέρα στην τάξη στα γαλλικά, ένα ποίημα ενός γάλλου ποιητή και μας λέει το νόημά του. Στη συνέχεια προτρέπει όποιον από εμάς μπορεί, να μεταφράσει το ποίημα στα ελληνικά σε έμμετρη μορφή, και να του το δείξει όταν το έχει έτοιμο. Την ίδια μέρα το ποίημά μου ήταν έτοιμο.
Τι θυμάμαι ακόμα. Είναι αυτό: 

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ

Του δέντρου μου ξεράθηκε
και το στερνό το κλώνι.
Μα δεν με νοιάζει-ευτυχείς
διαβήκαν μου οι χρόνοι.

Γι αυτό απόψε που γλυκά
τ' αστέρια λαμπυρίζουν
και τα λουλούδια αρώματα
μεθυστικά σκορπίζουν

φτιαξτε ένα λάκκο μοναχό
κι αφήστε με να γείρω-
πάντα ο θάνατος νικά
στον τελευταίο γύρο.

Και στην ταφόπετρα βαριά
καθώς θα με σκεπάζει
τα λόγια τούτα γράψετε
καθείς να τα διαβάζει:

«Κείτεται εδώ που πάντοτε
πεθύμησε να κείται
γι αυτό και σεις στον τάφο του
δεν πρέπει να θρηνείτε.

Είναι ο ναύτης που γυρνά
σαν πάψει ν' αρμενιζει
ο κυνηγός που με πολλά
θηράματα γυρίζει».

Με αυτό αποδιδόταν τελείως το νόημα του γαλλικού ποιήματος.  Στο επόμενο μάθημα ο κύριος Μανδαμαδιώτης (στο τότε αναφέρομαι λέγοντας «κύριος» έναν νεκρό, όμως αυτός ήταν και πραγματικός κύριος όταν ζούσε) ρώτησε ποιος μετάφρασε το ποίημα. Τσιμουδιά εγώ. Ρώτησε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο μάθημα. Πάλι τίποτα εγώ.

Ο κύριος Μανδαμαδιώτης ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος.

Χρόνια πολλά μετά, μην μπορώντας να ξεχάσω την οδυνηρή για μένα συμπεριφορά μου, και αφού ο κύριος Μανδαμαδιώτης είχε πεθάνει πια, ζήτησα συγνώμη από αυτόν με ένα άλλο ποίημα, όπως θα το ήθελε και ο ίδιος.
Είμαι σίγουρος ότι τα έλαβε και τα δυο, και ότι με συγχώρησε, αλλά και ευχαριστήθηκε που έγινε εκείνος η αιτία να γράψει αυτό το ποίημα ένας μαθητής του.
Να το και το ποίημα της συγνώμης:
ΧΡΕΟΣ ΙΕΡΟ: ΣΤΟΝ KYPΙO ΜΑΝΔΑΜΑΔΙΩΤΗ

Το ποίημα που ζητήσατε κύριε Μανδαμαδιώτη
έχω την ευχαρίστηση να σας γνωρίσω ότι
έκατσα βράδυ ως τις τρεις και το ’γραψα- ιδού το!
Κάτι βεβαίως παράξενο συμβαίνει κι είναι τούτο:

ότι από τότε πέρασαν χρόνια σχεδόν σαράντα.
Όμως ο πόθος να το πω σε σας, μ' έκαιγε πάντα
κι η φλόγα του μου έλεγε πως κάτι σας οφείλω
όχι όπως σ’ ένα δάσκαλο μα ως σ’ ένα σπάνιο φίλο.

Δειλία όμως άπρεπη κι αιδώς αρρωστημένη
τους δισταγμούς πληθαίνουνε κι η ατολμία βαθαίνει.
Στην κεφαλή μου έπεσε το άλιωτο το χιόνι
και η δική σας κεφαλή κάτω απ' το χώμα λιώνει.

Σαράντα χρόνια πέρασαν και βρίσκεται ακόμα
το ποίημα στο συρτάρι μου όπως ψυχή σε σώμα.
Μα τώρα νάτο φίλε μου σαν μια πνοή ανεβαίνει
και την ψυχούλα σας να βρει ολόισια πηγαίνει.

Καλό ταξίδι σου μικρό ανθί μου μυρωμένο.
Καλό ταξίδι σου μικρό τραγούδι μου θλιμμένο.
Και σεις δεχθείτε φίλε μου αυτό το ποιηματάκι
κι αλήθεια συγχωρείστε με αν τ’ άργησα λιγάκι.

Ψάχνοντας να βρω και να βάλω εδώ τα ποιήματα, έπεσα σε ένα σχετικό ξεχασμένο κείμενο που έγραψα παλιότερα σε τρίτο πρόσωπο για την ίδια όμως περίπτωση.
Το βάζω κι αυτό εδώ, είναι μια άλλη απόδοση ίδιων πραγμάτων:

[Η ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Ήταν το χίλια εννιακόσα πενήντα εννιά. Τότε ήτανε μαθητής της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στο δεύτερο έτος.
Ήταν η εποχή του τρόμου. Ακόμα ο απόηχος του πολέμου ακουγόταν βροντερός. Η Δεξιά έλυνε και έδενε. ‘Ο,τι αριστερό, είχε εξοστρακιστεί από τη ζωή των ελλήνων και είχε κρυφτεί βαθιά στην ψυχή τους περιμένοντας τον νέο γενειοφόρο μύστη για να ξαναφανεί στο φως.
Ο πατέρας του μαθητή ήταν κουμουνιστής. Μέλος του ΕΑΜ, τρόφιμος της Ακροναυπλίας, πρωτεργάτης του ξεσηκωμού του λαού στη Σπάρτη, απολυμένος από τον Παπάγο για το πιστεύω του.
Ο ίδιος ο ποιητής, είχε μεγαλώσει με το όνομα του Άρη στα χείλη και στην καρδιά του, και ακούγοντας Τίρανα και Σόφια όταν όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, για να ακούσει κάποιον που να λέει τα πράγματα όπως ήτανε και όχι όπως θέλανε οι ντόπιοι αφέντες, και για να ξέρει ότι υπάρχει και ένας άλλος δρόμος στη ζωή των λαών εκτός από εκείνον που ακολουθούσε η πατρίδα του.
Και τώρα η κακή του μοίρα το είχε φέρει να βρεθεί μόνος αυτός μέσα σε ένα φυτώριο όπου όλοι ήσαν φανατικοί της  Δεξιάς, όπου θα ήταν υποχρεωμένος να ζήσει για δεκάδες χρόνια κεκρυμμένος, ακολουθώντας μάλιστα και μία επιστήμη που ποτέ δεν αγάπησε.
Φόβος και τρόμος μέσα στη Σχολή όπου ούτε το αριστερό του χέρι δεν τολμούσε να ονοματίσει κανείς αν δεν ήθελε να βρεθεί  ποιος ξέρει σε ποια μπουντρούμια για να μην βγει από εκεί πότε.
Καθώς ήταν λιγομίλητος, οπαδός της ήσυχης ζωής και φίλος της μοναξιάς, όντας δακτυλοδεικτούμενος γι αυτά του τα γνωρίσματα από τους συμμαθητές του, η τυχόν αποκάλυψη της βαθιάς, ανεξίτηλης και αταλάντευτης αριστερής του ταυτότητας, θα ήταν καταστροφική γι αυτόν σε πολλούς τομείς της ζωής του, κάτι που θα του ήταν αδύνατο να αντέξει.
Αυτά λέγονται για να εξηγηθεί η στάση του ποιητή απέναντι στον καθηγητή του των Γαλλικών, που μια μέρα ζήτησε από τους μαθητές του το εξής.  Εκείνη την ημέρα κάνανε μάθημα πάνω στο ποίημα ενός γάλλου ποιητή. Ο καθηγητής των Γαλλικών τους ζήτησε, αν κάποιος μπορεί, να αποδώσει το ποίημα αυτό με ένα άλλο ποίημα, στην ελληνική γλώσσα.
Το ποίημα μιλούσε για ένα ναύτη που γυρίζει μετά από πολλά χρόνια και πολλά ταξίδια στην πατρίδα του, δίνοντας μια έννοια πιο πλατιά και βαθιά στο γυρισμό του ναύτη, έτσι που να δέχεται ο γυρισμός αυτός άλλες ερμηνείες και να προσκαλεί σε εννοιακές προεκτάσεις.
Συμπαθέστατος ο καθηγητής του-ακόμα θυμάται το όνομά του: Μανδαμαδιώτης-και θα μπορούσε να πει πως ήτανε μια αχτίδα πνεύματος και πολιτισμού μέσα στη Δεξιοκρατούμενη Σχολή.
Το ποίημα ήταν ωραίο και άγγιξε τον μικρό ποιητή.
Έγραψε λοιπόν το ποίημα που ζητήθηκε από τον κύριο Μανδαμαδιώτη.
Το έδωσε όμως στον καθηγητή; Το διάβασε; Έκανε μνεία καθόλου γι αυτό; Όχι. Δεν τόλμησε να δημιουργήσει μια κατάσταση που θα ήταν μαρτυρική γι αυτόν. Τότε μάλιστα, ένας ποιητής αντιμετωπιζόταν όχι μόνον, όπως και τώρα  σαν χαζός και ονειροπαρμένος, αλλά και επιπλέον σαν επικίνδυνος και ικανός για όλα-ένα ξωτικό που πολλά θα μπορούσε να μεθοδεύσει…
Μόνον τις ειρωνείες, τα υπονοούμενα, τα πειράγματα, των συμμαθητών του, που θα τον συνόδευαν στη διάρκεια της φοίτησής του αλλά και στον μετέπειτα βίο του, έφταναν στον νεαρό ποιητή μας για να αποκρύψει το ποίημα. Και ακόμα από αυτό θα ξεκινούσε ίσως ένας εστιασμός στο πρόσωπό του, που ποιος ξέρει τι άλλο θα μπορούσε να  βγάλει στην επιφάνεια…
Από τότε ο ποιητής μας ζει απομονωμένος και φοβούμενος τα πάντα.
Έτσι μπορεί να καταστραφεί η ζωή ενός ανθρώπου που ζει σε μια χώρα όπου το να είσαι κουμουνιστής είναι έγκλημα και τα να γράφεις ποιήματα ανωμαλία.
Τον συνάντησα προχτές. Ακόμα θυμάται το στίγμα αυτό της ζωής του. Πολλά χρόνια μετά και αφού είχε πια πεθάνει ο καθηγητής του, τότε ο συγγραφέας του ποιήματος αποφάσισε να πει στον τότε καθηγητή του των γαλλικών τι είχε κάνει με αυτό που τους είχε ζητήσει. Και το έκανε με ένα άλλο ποίημα που απεύθυνε προς αυτόν. «Όταν το διάβασε με συγχώρησε», μου είπε. Το πιστεύω γιατί οι ποιητές  μιλάνε με τους πεθαμένους.]
Αυτά και με τον καθηγητή των γαλλικών μου.  Μένει το τρίτο περιστατικό που δείχνει την άμετρη δειλία, ντροπή, ή όπως αλλιώς θέλεις πες το, το οποίο θα σου το διηγηθώ στην αρχή της Θ (θήτα) ενότητας.