Ζ
ΤΡΙΠΟΛΗ 3
Ο πατέρας μου είχε φυλακιστεί στην Ακροναυπλία. Αυτό έγινε πριν το 1944. Πρέπει να ήτανε ή στην περίοδο 1937 με 1939, δηλαδή προτού εγώ γεννηθώ, ή μεταξύ 1940 με 1943. Για το λόγο αυτό, και στις δύο περιπτώσεις δεν θα μπορούσα να έχω γνώση των περιστατικών και των λεπτομερειών της περιόδου εκείνης. Τα περί την φυλάκιση συζητιόνταν όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός οπότε και φυσικά δεν καταλάβαινα. Περισσότερο φυσικό το βρίσκω ο πατέρας μου να είχε φυλακιστεί το ’40, και αυτό ίσως είναι η αιτία που δεν θυμάμαι την πατρική παρουσία στη Σπάρτη παρά μόνον κοντά στη μετάθεσή του πατέρα στην Τρίπολη.
Στην εφηβεία δεν ρωτούσα επίμονα πώς και πότε και γιατί φυλακίστηνε ο πατέρας γιατί απόφευγε να μου απαντήσει όποτε τον ρωτούσα. Φοβόταν μήπως μου ξεφύγει το γεγονός της φυλάκισης σε κάποια συζήτησή μου στην Τρίπολη; Μάλλον γι αυτό. Την περίοδο εκείνη, αν ήταν δυνατόν να ήταν θαμένο το γεγονός της φυλάκισης, θα ήταν το ιδεώδες για τον πατέρα, αφού οι ταγματασφαλίτες κυκλοφορούσαν οπλισμένοι με ρόπαλα κατά ομάδες στους δρόμους της Τρίπολης, έτοιμοι να επιτεθούν σε κάποιον, έστω μόλις ύποπτο για κάποια σχέση του με τον κουμουνισμό. Αυτό το έζησα μια μέρα που κατέβαινα με τον πατέρα από τον Συνοικισμό στην πόλη. Όταν ήμασταν στο ύψος της πλατείας Βαλτετσίου όπου κάθε Σάββατο γινόταν το παζάρι, συναντήσαμε μια τέτοια ομάδα. Νεαρά παιδιά είκοσι με εικοσιπέντε χρονών,αλήτες και άνθρωποι της νύχτας και των καταγωγίων, μπράβοι, μάγκες με την κακή ένοια του όρου. Αφού προσπεραστήκαμε, κάποιος από αυτούς που προφανώς γνώριζε την κουμουνιστική δράση του πατέρα μου, γυρίζει και του φωνάζει δυνατά: «Συναγωνιστή!» Ο πατέρας μου πήγε να γυρίσει, συνήλθε όμως αμέσως και έκανε πως δεν άκουσε. Μάταια. Εκείνοι αυτό γύρευαν και βρέθηκαν μπροστά μας κλείνοντάς μας το δρόμο, με μπροστάρη εκείνον που φώναξε. Με πρώτον αυτόν και τρεις τέσσερες πίσω του, πλησίασαν τον πατέρα με υψωμένα τα ξύλα και τα ρόπαλά τους. Εκείνη τη στιγμή, ένας από αυτούς, ο πιο καλοντυμένος και σοβαρός, τους φώναξε: «Ε! Αφήστε τον! Δεν έκανε τίποτα αυτός. Πάμε!» Και έφυγαν. Μάταια ο πατέρας μου αναζητούσε από κει και πέρα τον άγνωστο σωτήρα του για να τον γνωρίσει και να τον ευχαριστήσει.
Αργότερα ο πατέρας μου μου έλεγε πως εκεί μέσα, στην Ακριναυπλία, διάβασε κουμουνιστικά βιβλία και μυήθηκε και θεωρητικά στον κουμουνισμό. Επίσης φύλαγε και μου έδειχνε μια ταμπακέρα και ένα άμνπουμ για φωτογραφίες, χειροποίητα και τα δυο, έργα των έγκλειστων κουμουνιστών για να περνάνε τις ώρες τους. Έχοντας υπόψη μου τα παραπάνω, καταλάβαινα γιατί ο πατέρας μου ήτανε πρωτοπόρος του Μεγάλου Συλλαλητηρίου στη Σπάρτη. Μεστωμένος με τη θεωρία του κουμουνισμού, και με τον Άρη στην Πελοπόννησο, δεν ήθελε άλλο τίποτα για να μπει μπροστά ονειρευόμενος το χτίσιμο της νέας κουμουνιστικής Κοινωνίας. Ίδιος όπως εγώ. Ονειροπόλος, οδηγούμενος σε όλα στη ζωή του όχι από τη λογική αλλά από το συναίσθημα, τραβούσε μπρος αρνούμενος να υπολογίσει ή θελημένα αγνοώντας τις πιθανές συνέπειες της κάθε του πράξης. Ίδιος εγώ.
Από το περιστατικό εκείνο στο παζάρι της Τρίπολης, μου έμεινε στο μυαλό η λέξη «συναγωνιστής». Αγώνας «μαζί» για κάτι. Τι πιο λογικό, τι πιο φυσιολογικό για ανθρώπους που έχουν να πολεμήσουν με τόσα πάνω στη γη; Όμως ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός έφεραν στη μόδα και στη ζωή του πλανήτη τον «ανταγωνισμό». Και μέχρι σήμερα-κατεξοχήν σήμερα- ακούς τη λέξη αυτή σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ανταγωνιστική οικονομία, ανταγωνισμός στη βιομηχανία, ανταγωνισμός στους αθλητικούς γώνες, στον τουρισμό, στο Διάστημα, στα μαθήματα του σχολείου. Δεν είναι παράλογο; Ποιος λογικός άνθρωπος θα το δεχόταν πλην των ισχυρών που η δύναμή τους εγγυάται a priori την υπεροχή τους σε όποιον υλικό ανταγωνισμό;
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Κούτελη Αχαίας το 1905. Τελειώνοντας τις σπουδές του στην Πάτρα δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Φοίτησε στη Σχολή Αστυνομίας στην Κέρκυρα και έγινε αστυνομικός για ένα διάστημα. Παραιτείται και πγαίνει στην Αθήνα. Εκεί βρίσκει ένα θείο του που τον παρακαλεί να του δώσει πεντακόσες δραχμές για να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο και να γίνει καθηγητής Φιλολογίας. Ο θείος του δεν του δίνει. Μετά από αυτό γίνεταο δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών όπου και έμεινε εκεί ως τη συνταξιοδότησή του. Φιλόλογος ήθελα να γίνω κι εγώ. Μα για αυτό θα μιλήσω πιο κάτω, στο κεφάλαιο «ΣΙΣ».
Το 1950 η οικογένεια απόκτησε «ράδιο». Ραδιόφωνο δηλαδή. Ήταν μέρα γιορτής. Επρόκειτο για ένα ογκώδες ραδιόφωνο, μάρκας «ERMIC». Κάθε βράδυ ο ατέρας μου κι εγώ, καθόμασταν μπροστά στο ραδιόφωνο, χαμηλώναε την ένταση της φωνής του μέχρι ψιθύρου, και ακούγαμε τους (παράνομους) κουμουνιστικούς Σταθμούς Σόφιας ή Τιράνων. Ήταν Σταθμοί που δεν ξέρω από πού μετέδιδαν, όμως τα έψελναν στους καπιταλιστές γενικά και ειδικότερα της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα ενημέρωναν με τον σωστό τρόπο, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους για τα εν Ελλάδι συμβαίνοντα. Η μητέρα μου μας έλεγε να κλείσουμε το ραδιόφωνο γιατί και οι τοίχοι έχουν αυτιά, αλλά ποιος την άκουγε. Θυμάμαι. «Εδώ Σόφια! Εδώ Σόφια!Ακούτε το ραδιοφωνικό σταθμό της ελεύθερης Ελλάδας…» ή «Εδώ Τίρανα! Εδώ Τίρανα!...» Φωνές γυναικείες, συνωμοτικές, βαθιές,σοβαρές, πολιτικά πολλά υποσχόμενες. Με τέτια γαλουχήθηκα. Πώς θα μπορούσα να αλλαξιπιστήσω και να γίνω καπιταλιστής; Και δεν θα πρόδινα τότε και τον εαυτό μου μαζί με τον πατέρα μου; Σπεύδω να σου πω όμως πως ποτέ ούτε σαν σκέψη μου πέρασε αυτό από το μυαλό μου. Σε όλη μπυ τη ζωή ήμουν αντίθετος με τον καπιταλισμό και με όλα τα παρακλάδια και τα εξαρτήματά του. Που σημαίνει ότι ήμουν αντίθετος προς την τότε αλλά και την μέχρι τώρα ισχύoυσα στην Ελλάδα πολιτική κατάσταση.
Αλλά δεν τελείωσαν στην Ακροναυπλία οι ταλαιπωρίες του πατέρα μου που είχαν αιτία την κουμουνιστική του δραστηριότητα. Με το που έγινε πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Παπάγος, το ’52, πρώτη δουλειά που έκανε ήτανε να απολύσει όλους τους κουμουνιστές δημόσιους υπάλληλους. Έτσι, από το ’52 μέχρι το ’55, ο πατέρας μου ήταν εκτός υπηρεσίας. Τοτε βρισκόμασταν στην Τρίπολη όπως καλά γνωρίζεις. Στην αρχή, για να θρέψει την οικογένειά του, ο πατέρας μου παίρνει ένα στρογγιλό τραπεζάκι από αυτά τα τσίγκινα του ζαχαροπλαστείου, το στήνει απέξω από το Μαλλιαροπούλειο θέατρο στην Τρίπολη και «κάνει αιτήσεις» στους πολίτες που όπως και σήμερα, έτσι και τότε δεν ήξεραν να κάνουν. Σε λίγον καιρό νοικιάζει ένα δωματιάκι κάτω από το κτίριο του Δημόσιου Ταμείου και συνεχίζει εκεί. Καλοθελητές τον διώχνουν κι από εκεί και βρίσκεται στην Αθήνα. Εκεί, αγοράζει ένα τραπεζάκι και το στήνει κάθε πρωί στο χώρο του Σιδηροδρονικού Σταθμού Καλλιθέας, κάνοντας όποια γραφική δουλειά μπορούσε. Έτσι έβγαζε λίγα λεφτά, που τα έστελνε στη μητέρα μου για να τραφούμε. Με αυτά τα λεφτά και με κάποια που έστελνε κάθε μήνα ο παππούς μου από τη Σπάρτη, ζούσαμε. Θυμάμαι ότι την επιταγή από τη Σπάρτη μας την έφερνε στο σπίτι ότι ο Νίκας, σπαρτιάτης που είχε βρει δουλειά στην Τρίπολη. Αυτός είχε μια συγγένεια με τον ιδιοκτήτη του «φούρνου του Νίκα», που ήταν στη Σπάρτη, στο τέρμα της οδού Άγιδος που στην άλλη της πλευρά ήταν ο Τάφος του Λεωνίδα με παραδίπλα του το σπίτι μας. Ο Νίκας το έτσουζε λιγάκι, και όποτε ερχόταν, η μητέρα μου, αφού μάθαινε τα της οικογένειας του κυρίου Νίκα, του πρόσφερνε ένα ποτό-κονιάκ μάλλον-,που αυτός το έπινε στο πόδι προτού συνεχίσει τη διανομή της αλληλογραφίας .
Έτσι πέρασαν τα τρία χρόνια της άλλου τώρα είδους εξορίας του πατέρα.
Μέχρι που να βγάλω το Δημοτικό, μπροστάρηδες του φόβου μου ήσαν πρώτα το λεγόμενο σήμερα “bullying”. Από το Γυμνάσιο και ύστερα ήτανε η διαφορετικότητά μου στα πολιτικά φρονήματα, που μετά το μπλέξιμό μου με τον Στρατό μεγιστοποιήθηκε και μονιμοποιήθηκε.
Το “bullying”! Όλοι συμπεριφέρονται σαν σήμερα να το ανακάλυψαν ή σαν να απόκτησε σήμερα σημασία επειδή του δόθηκε επίσημο όνομα, λές και δεν υπάρχει από τότε που οι άνθρωποι υπάρχουν πάνω στη γη. Μα τώρα βλέπεις οι άνθρωποι είναι πολιτισμένοι και κάθε αντικείμενο, ιδέα, κατάσταση, το ντύνουν με επιστημονικό μανδύα. Εδώ ναι διακόσα χρόνια μπήκαμε στον Μεσαίωνα της Επιστήμης. Η Επιστήμη όλο και τεμαχίζεται και υποδιαιρείται. Και γράφονται τόμοι για την σύσταση, την καταγωγή και την ανάλυση της κεραίας ενός μερμηγκιού. Και όσο πλατύνονται και βαθύνονται οι γνώσεις, τόσο λιγότερα ξέρει ο άνθρωπος και ακόμα λιγότερα τον ωφελούν.
Το μπούνικγκ λοιπόν το δικό μου στο Δημοτικό, είχε το όνομα Σωτήρος. Ο Σωτήρος ήτανε ένα παιδί χοντρό, μάγκικο, ένα αλητόπαιδο της εποχής, που από το πρωί μέχρι το βράδυ γύριζε από δω και από κει, κυνηγώντας γυναίκες, σπάζοντας τζάμια και κάνοντας ποιος ξέρει τι άλλο. Με τον πόλεμο είχε χάσει μερικές τάξεις και γι αυτό πήγαινε στην ίδια τάξη με μένα αν και ήταν μεγαλύτερος τέσσερα ή πέντε χρόνια. Δεν ερχόταν κάθε μέρα στο σχολείο παρά όποτε ήθελε. Τις μέρες που ερχόταν όμως η κύρια ασχολία του ήμουν εγώ. Σαν να είχα μαγνήτη τον τραβούσα. Ήταν πολύ μελαψός σαν μπαρουτοκαπνισμένος και είχε πάντοτε στο στρογυλό και παχουλό πρόσωπό του μια έκφραση ηλίθια και κακίας μαζί. Η όψη του και όλο το σουλούπι και το περπάτημά του έδειχνε μια επιθετικότητα. Όταν με αντίκριζε ερχόταν αμέσως προς εμένα με μια ταχύτητα που έλεγα ότι δεν θα σταματήσει και θα πέσει επάνω μου. Σταματούσε όμως μπροστά μου και άρχιζε τις απειλές, τις κοροϊδίες, τα σπρωξίματα. Και κάθε φορά έφευγε από κοντά μου σαν να μου έδινε χάρη αυτή τη φορά, λέγοντάς μου ότι θα συνέχιζε την επόμενη φορά που θα με έβλεπε. Στον πατέρα μου δεν τολμούσα να πω τίποτα για να μη του βάλω κι άλλους μπελάδες-έτσι το έβλεπα-μαζί με τους τόσους που είχε. Αλλά και γιατί παρόλη την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε η παρουσία του, είχα τη γνώμη ότι έπρεπε μόνος μου να αντιμετωπίσω την κατάσταση σαν άντρας που ήμουν, και ότι αν ζητούσα βοήθεια από αυτόν θα έδειχνα δειλός και άραγε μη άξιος γιος του-αυτού που είχε τραβήξει τόσα στη ζωή του. Ποτέ όμως δεν διανοήθηκα να αντιδράσω στα βασανιστήρια του Σωτήρου. Ύστερα είχα τη γνώμη πως ο Σωτήρος ανήκε στους φασίστες από τους οποίους πρέπει να φυλάγεσαι αλλά να μη τους ενοχλείς ή να τους αντιμάχεσαι, γιατί αυτοί ήσαν και ισχυροί και αδίστακτοι, ένας θανάσιμος συνδυασμός.
Εκφοβισμός και ψυχολογική κακοποίηση είναι ο ορισμός του μπούλινγκ. Αυτά είναι εκείνα που ένιωθα κι εγώ.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας έχει αποκαλέσει το μπούλινγκ «μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας». Πόσο πολύ έχει προοδεύσει η ανθρωπότητα μέσα σε εβδομήντα χρόνια! Πριν εβδομήντα χρόνια εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονταν στον πόλεμο. Με μία ατομική βόμβα σκοτώθηκαν εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι. Πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, αναπηρίες, εκατομμύρια. Και έρχεται σήμερα η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και μας λέει… Τι πρόοδος! Μα δεν είναι πρόοδος Γιωργία. Ο πλούτος μερικών κρατών, η ευμάρειά τους, η δυνατότητα να κλέβουν άλλους λαούς χωρίς πόλεμο, οδηγεί στη δημιουργία χιλιάδων τέτιων Οργανώσεων που λένε και αποφαίνονται διάφορα εντυπωσιακά πράγματα. Έτσι, και τα πλούσια κράτη δείχνουν (στα χαρτιά μόνο) ευαισθησία, και τα πενόμενα κράτη και οι λαοί τους δεν μπορούν να πούνε τίποτα γιατί «ιδού: οι Μεγάλοι φροντίζουν και για μας».
Πριν δεκαπέντε χρόνια πήγα την Τρίπολη και αναζήτησα τον
Σωτήρο. Τον βρήκα. Ένας γκαραζιέρης της κακιάς ώρας, ίδιος όπως ήταν τότε μόνο γερασμένος. Δεν με θυμόταν.
ΤΡΙΠΟΛΗ 3
Ο πατέρας μου είχε φυλακιστεί στην Ακροναυπλία. Αυτό έγινε πριν το 1944. Πρέπει να ήτανε ή στην περίοδο 1937 με 1939, δηλαδή προτού εγώ γεννηθώ, ή μεταξύ 1940 με 1943. Για το λόγο αυτό, και στις δύο περιπτώσεις δεν θα μπορούσα να έχω γνώση των περιστατικών και των λεπτομερειών της περιόδου εκείνης. Τα περί την φυλάκιση συζητιόνταν όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός οπότε και φυσικά δεν καταλάβαινα. Περισσότερο φυσικό το βρίσκω ο πατέρας μου να είχε φυλακιστεί το ’40, και αυτό ίσως είναι η αιτία που δεν θυμάμαι την πατρική παρουσία στη Σπάρτη παρά μόνον κοντά στη μετάθεσή του πατέρα στην Τρίπολη.
Στην εφηβεία δεν ρωτούσα επίμονα πώς και πότε και γιατί φυλακίστηνε ο πατέρας γιατί απόφευγε να μου απαντήσει όποτε τον ρωτούσα. Φοβόταν μήπως μου ξεφύγει το γεγονός της φυλάκισης σε κάποια συζήτησή μου στην Τρίπολη; Μάλλον γι αυτό. Την περίοδο εκείνη, αν ήταν δυνατόν να ήταν θαμένο το γεγονός της φυλάκισης, θα ήταν το ιδεώδες για τον πατέρα, αφού οι ταγματασφαλίτες κυκλοφορούσαν οπλισμένοι με ρόπαλα κατά ομάδες στους δρόμους της Τρίπολης, έτοιμοι να επιτεθούν σε κάποιον, έστω μόλις ύποπτο για κάποια σχέση του με τον κουμουνισμό. Αυτό το έζησα μια μέρα που κατέβαινα με τον πατέρα από τον Συνοικισμό στην πόλη. Όταν ήμασταν στο ύψος της πλατείας Βαλτετσίου όπου κάθε Σάββατο γινόταν το παζάρι, συναντήσαμε μια τέτοια ομάδα. Νεαρά παιδιά είκοσι με εικοσιπέντε χρονών,αλήτες και άνθρωποι της νύχτας και των καταγωγίων, μπράβοι, μάγκες με την κακή ένοια του όρου. Αφού προσπεραστήκαμε, κάποιος από αυτούς που προφανώς γνώριζε την κουμουνιστική δράση του πατέρα μου, γυρίζει και του φωνάζει δυνατά: «Συναγωνιστή!» Ο πατέρας μου πήγε να γυρίσει, συνήλθε όμως αμέσως και έκανε πως δεν άκουσε. Μάταια. Εκείνοι αυτό γύρευαν και βρέθηκαν μπροστά μας κλείνοντάς μας το δρόμο, με μπροστάρη εκείνον που φώναξε. Με πρώτον αυτόν και τρεις τέσσερες πίσω του, πλησίασαν τον πατέρα με υψωμένα τα ξύλα και τα ρόπαλά τους. Εκείνη τη στιγμή, ένας από αυτούς, ο πιο καλοντυμένος και σοβαρός, τους φώναξε: «Ε! Αφήστε τον! Δεν έκανε τίποτα αυτός. Πάμε!» Και έφυγαν. Μάταια ο πατέρας μου αναζητούσε από κει και πέρα τον άγνωστο σωτήρα του για να τον γνωρίσει και να τον ευχαριστήσει.
Αργότερα ο πατέρας μου μου έλεγε πως εκεί μέσα, στην Ακριναυπλία, διάβασε κουμουνιστικά βιβλία και μυήθηκε και θεωρητικά στον κουμουνισμό. Επίσης φύλαγε και μου έδειχνε μια ταμπακέρα και ένα άμνπουμ για φωτογραφίες, χειροποίητα και τα δυο, έργα των έγκλειστων κουμουνιστών για να περνάνε τις ώρες τους. Έχοντας υπόψη μου τα παραπάνω, καταλάβαινα γιατί ο πατέρας μου ήτανε πρωτοπόρος του Μεγάλου Συλλαλητηρίου στη Σπάρτη. Μεστωμένος με τη θεωρία του κουμουνισμού, και με τον Άρη στην Πελοπόννησο, δεν ήθελε άλλο τίποτα για να μπει μπροστά ονειρευόμενος το χτίσιμο της νέας κουμουνιστικής Κοινωνίας. Ίδιος όπως εγώ. Ονειροπόλος, οδηγούμενος σε όλα στη ζωή του όχι από τη λογική αλλά από το συναίσθημα, τραβούσε μπρος αρνούμενος να υπολογίσει ή θελημένα αγνοώντας τις πιθανές συνέπειες της κάθε του πράξης. Ίδιος εγώ.
Από το περιστατικό εκείνο στο παζάρι της Τρίπολης, μου έμεινε στο μυαλό η λέξη «συναγωνιστής». Αγώνας «μαζί» για κάτι. Τι πιο λογικό, τι πιο φυσιολογικό για ανθρώπους που έχουν να πολεμήσουν με τόσα πάνω στη γη; Όμως ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός έφεραν στη μόδα και στη ζωή του πλανήτη τον «ανταγωνισμό». Και μέχρι σήμερα-κατεξοχήν σήμερα- ακούς τη λέξη αυτή σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ανταγωνιστική οικονομία, ανταγωνισμός στη βιομηχανία, ανταγωνισμός στους αθλητικούς γώνες, στον τουρισμό, στο Διάστημα, στα μαθήματα του σχολείου. Δεν είναι παράλογο; Ποιος λογικός άνθρωπος θα το δεχόταν πλην των ισχυρών που η δύναμή τους εγγυάται a priori την υπεροχή τους σε όποιον υλικό ανταγωνισμό;
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Κούτελη Αχαίας το 1905. Τελειώνοντας τις σπουδές του στην Πάτρα δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Φοίτησε στη Σχολή Αστυνομίας στην Κέρκυρα και έγινε αστυνομικός για ένα διάστημα. Παραιτείται και πγαίνει στην Αθήνα. Εκεί βρίσκει ένα θείο του που τον παρακαλεί να του δώσει πεντακόσες δραχμές για να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο και να γίνει καθηγητής Φιλολογίας. Ο θείος του δεν του δίνει. Μετά από αυτό γίνεταο δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών όπου και έμεινε εκεί ως τη συνταξιοδότησή του. Φιλόλογος ήθελα να γίνω κι εγώ. Μα για αυτό θα μιλήσω πιο κάτω, στο κεφάλαιο «ΣΙΣ».
Το 1950 η οικογένεια απόκτησε «ράδιο». Ραδιόφωνο δηλαδή. Ήταν μέρα γιορτής. Επρόκειτο για ένα ογκώδες ραδιόφωνο, μάρκας «ERMIC». Κάθε βράδυ ο ατέρας μου κι εγώ, καθόμασταν μπροστά στο ραδιόφωνο, χαμηλώναε την ένταση της φωνής του μέχρι ψιθύρου, και ακούγαμε τους (παράνομους) κουμουνιστικούς Σταθμούς Σόφιας ή Τιράνων. Ήταν Σταθμοί που δεν ξέρω από πού μετέδιδαν, όμως τα έψελναν στους καπιταλιστές γενικά και ειδικότερα της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα ενημέρωναν με τον σωστό τρόπο, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους για τα εν Ελλάδι συμβαίνοντα. Η μητέρα μου μας έλεγε να κλείσουμε το ραδιόφωνο γιατί και οι τοίχοι έχουν αυτιά, αλλά ποιος την άκουγε. Θυμάμαι. «Εδώ Σόφια! Εδώ Σόφια!Ακούτε το ραδιοφωνικό σταθμό της ελεύθερης Ελλάδας…» ή «Εδώ Τίρανα! Εδώ Τίρανα!...» Φωνές γυναικείες, συνωμοτικές, βαθιές,σοβαρές, πολιτικά πολλά υποσχόμενες. Με τέτια γαλουχήθηκα. Πώς θα μπορούσα να αλλαξιπιστήσω και να γίνω καπιταλιστής; Και δεν θα πρόδινα τότε και τον εαυτό μου μαζί με τον πατέρα μου; Σπεύδω να σου πω όμως πως ποτέ ούτε σαν σκέψη μου πέρασε αυτό από το μυαλό μου. Σε όλη μπυ τη ζωή ήμουν αντίθετος με τον καπιταλισμό και με όλα τα παρακλάδια και τα εξαρτήματά του. Που σημαίνει ότι ήμουν αντίθετος προς την τότε αλλά και την μέχρι τώρα ισχύoυσα στην Ελλάδα πολιτική κατάσταση.
Αλλά δεν τελείωσαν στην Ακροναυπλία οι ταλαιπωρίες του πατέρα μου που είχαν αιτία την κουμουνιστική του δραστηριότητα. Με το που έγινε πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Παπάγος, το ’52, πρώτη δουλειά που έκανε ήτανε να απολύσει όλους τους κουμουνιστές δημόσιους υπάλληλους. Έτσι, από το ’52 μέχρι το ’55, ο πατέρας μου ήταν εκτός υπηρεσίας. Τοτε βρισκόμασταν στην Τρίπολη όπως καλά γνωρίζεις. Στην αρχή, για να θρέψει την οικογένειά του, ο πατέρας μου παίρνει ένα στρογγιλό τραπεζάκι από αυτά τα τσίγκινα του ζαχαροπλαστείου, το στήνει απέξω από το Μαλλιαροπούλειο θέατρο στην Τρίπολη και «κάνει αιτήσεις» στους πολίτες που όπως και σήμερα, έτσι και τότε δεν ήξεραν να κάνουν. Σε λίγον καιρό νοικιάζει ένα δωματιάκι κάτω από το κτίριο του Δημόσιου Ταμείου και συνεχίζει εκεί. Καλοθελητές τον διώχνουν κι από εκεί και βρίσκεται στην Αθήνα. Εκεί, αγοράζει ένα τραπεζάκι και το στήνει κάθε πρωί στο χώρο του Σιδηροδρονικού Σταθμού Καλλιθέας, κάνοντας όποια γραφική δουλειά μπορούσε. Έτσι έβγαζε λίγα λεφτά, που τα έστελνε στη μητέρα μου για να τραφούμε. Με αυτά τα λεφτά και με κάποια που έστελνε κάθε μήνα ο παππούς μου από τη Σπάρτη, ζούσαμε. Θυμάμαι ότι την επιταγή από τη Σπάρτη μας την έφερνε στο σπίτι ότι ο Νίκας, σπαρτιάτης που είχε βρει δουλειά στην Τρίπολη. Αυτός είχε μια συγγένεια με τον ιδιοκτήτη του «φούρνου του Νίκα», που ήταν στη Σπάρτη, στο τέρμα της οδού Άγιδος που στην άλλη της πλευρά ήταν ο Τάφος του Λεωνίδα με παραδίπλα του το σπίτι μας. Ο Νίκας το έτσουζε λιγάκι, και όποτε ερχόταν, η μητέρα μου, αφού μάθαινε τα της οικογένειας του κυρίου Νίκα, του πρόσφερνε ένα ποτό-κονιάκ μάλλον-,που αυτός το έπινε στο πόδι προτού συνεχίσει τη διανομή της αλληλογραφίας .
Έτσι πέρασαν τα τρία χρόνια της άλλου τώρα είδους εξορίας του πατέρα.
Μέχρι που να βγάλω το Δημοτικό, μπροστάρηδες του φόβου μου ήσαν πρώτα το λεγόμενο σήμερα “bullying”. Από το Γυμνάσιο και ύστερα ήτανε η διαφορετικότητά μου στα πολιτικά φρονήματα, που μετά το μπλέξιμό μου με τον Στρατό μεγιστοποιήθηκε και μονιμοποιήθηκε.
Το “bullying”! Όλοι συμπεριφέρονται σαν σήμερα να το ανακάλυψαν ή σαν να απόκτησε σήμερα σημασία επειδή του δόθηκε επίσημο όνομα, λές και δεν υπάρχει από τότε που οι άνθρωποι υπάρχουν πάνω στη γη. Μα τώρα βλέπεις οι άνθρωποι είναι πολιτισμένοι και κάθε αντικείμενο, ιδέα, κατάσταση, το ντύνουν με επιστημονικό μανδύα. Εδώ ναι διακόσα χρόνια μπήκαμε στον Μεσαίωνα της Επιστήμης. Η Επιστήμη όλο και τεμαχίζεται και υποδιαιρείται. Και γράφονται τόμοι για την σύσταση, την καταγωγή και την ανάλυση της κεραίας ενός μερμηγκιού. Και όσο πλατύνονται και βαθύνονται οι γνώσεις, τόσο λιγότερα ξέρει ο άνθρωπος και ακόμα λιγότερα τον ωφελούν.
Το μπούνικγκ λοιπόν το δικό μου στο Δημοτικό, είχε το όνομα Σωτήρος. Ο Σωτήρος ήτανε ένα παιδί χοντρό, μάγκικο, ένα αλητόπαιδο της εποχής, που από το πρωί μέχρι το βράδυ γύριζε από δω και από κει, κυνηγώντας γυναίκες, σπάζοντας τζάμια και κάνοντας ποιος ξέρει τι άλλο. Με τον πόλεμο είχε χάσει μερικές τάξεις και γι αυτό πήγαινε στην ίδια τάξη με μένα αν και ήταν μεγαλύτερος τέσσερα ή πέντε χρόνια. Δεν ερχόταν κάθε μέρα στο σχολείο παρά όποτε ήθελε. Τις μέρες που ερχόταν όμως η κύρια ασχολία του ήμουν εγώ. Σαν να είχα μαγνήτη τον τραβούσα. Ήταν πολύ μελαψός σαν μπαρουτοκαπνισμένος και είχε πάντοτε στο στρογυλό και παχουλό πρόσωπό του μια έκφραση ηλίθια και κακίας μαζί. Η όψη του και όλο το σουλούπι και το περπάτημά του έδειχνε μια επιθετικότητα. Όταν με αντίκριζε ερχόταν αμέσως προς εμένα με μια ταχύτητα που έλεγα ότι δεν θα σταματήσει και θα πέσει επάνω μου. Σταματούσε όμως μπροστά μου και άρχιζε τις απειλές, τις κοροϊδίες, τα σπρωξίματα. Και κάθε φορά έφευγε από κοντά μου σαν να μου έδινε χάρη αυτή τη φορά, λέγοντάς μου ότι θα συνέχιζε την επόμενη φορά που θα με έβλεπε. Στον πατέρα μου δεν τολμούσα να πω τίποτα για να μη του βάλω κι άλλους μπελάδες-έτσι το έβλεπα-μαζί με τους τόσους που είχε. Αλλά και γιατί παρόλη την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε η παρουσία του, είχα τη γνώμη ότι έπρεπε μόνος μου να αντιμετωπίσω την κατάσταση σαν άντρας που ήμουν, και ότι αν ζητούσα βοήθεια από αυτόν θα έδειχνα δειλός και άραγε μη άξιος γιος του-αυτού που είχε τραβήξει τόσα στη ζωή του. Ποτέ όμως δεν διανοήθηκα να αντιδράσω στα βασανιστήρια του Σωτήρου. Ύστερα είχα τη γνώμη πως ο Σωτήρος ανήκε στους φασίστες από τους οποίους πρέπει να φυλάγεσαι αλλά να μη τους ενοχλείς ή να τους αντιμάχεσαι, γιατί αυτοί ήσαν και ισχυροί και αδίστακτοι, ένας θανάσιμος συνδυασμός.
Εκφοβισμός και ψυχολογική κακοποίηση είναι ο ορισμός του μπούλινγκ. Αυτά είναι εκείνα που ένιωθα κι εγώ.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας έχει αποκαλέσει το μπούλινγκ «μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας». Πόσο πολύ έχει προοδεύσει η ανθρωπότητα μέσα σε εβδομήντα χρόνια! Πριν εβδομήντα χρόνια εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονταν στον πόλεμο. Με μία ατομική βόμβα σκοτώθηκαν εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι. Πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, αναπηρίες, εκατομμύρια. Και έρχεται σήμερα η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και μας λέει… Τι πρόοδος! Μα δεν είναι πρόοδος Γιωργία. Ο πλούτος μερικών κρατών, η ευμάρειά τους, η δυνατότητα να κλέβουν άλλους λαούς χωρίς πόλεμο, οδηγεί στη δημιουργία χιλιάδων τέτιων Οργανώσεων που λένε και αποφαίνονται διάφορα εντυπωσιακά πράγματα. Έτσι, και τα πλούσια κράτη δείχνουν (στα χαρτιά μόνο) ευαισθησία, και τα πενόμενα κράτη και οι λαοί τους δεν μπορούν να πούνε τίποτα γιατί «ιδού: οι Μεγάλοι φροντίζουν και για μας».
Πριν δεκαπέντε χρόνια πήγα την Τρίπολη και αναζήτησα τον
Σωτήρο. Τον βρήκα. Ένας γκαραζιέρης της κακιάς ώρας, ίδιος όπως ήταν τότε μόνο γερασμένος. Δεν με θυμόταν.