ΣΤΟΥΣ ΜΑΚΡΙΝΟΥΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΥΣ
Φίλοι μου του Χονκ Κονγκ, της Σιγκαπούρης,
Της Ιαπωνίας, της Κίνας και του Μεξικού,
Άνθρωποι αφού όπως εσείς με ακούν,
Θα πει ότι δεν είμαι άχθος αρούρης.
Γιατί αφού αυτά που γράφω σας αρέσουν-
Κι αφού εγώ τα γράφω, πια δεν μένει
Λόγος, να μην τα δυο αυτά να πουν μπορέσουν
Πως με δεσμά είμαστε εμείς ψυχής δεμένοι.
Κι ως αποστάσεις το λαπτόπ εκμηδενίζει,
Κι εσάς φέρνει εδώ κι εμένα εκεί,
Ο ένας του άλλου κάθε άσχημο εξορκίζει
Και κάλλος μόνο στην ψυχή μας κατοικεί.
-----
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΖΟΥΜΕ!
ΤΟΠΟΣ: Ελλάδα.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινος
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Κυρία Αγαθίδου.
Κύριος Αγαθίδης, σύζυγός της.
Τζούλια, κόρη τους.
Λίβινγκ-ρουμ του σπιτιού του κυρίου Αγαθίδη. Νύχτα. Η κυρία Αγαθίδου μόνη. Πλέκει ρίχνοντας ανήσυχες ματιές στην πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει με φούρια ο κύριος Αγαθίδης. Αφήνει μιαν εφημερίδα που κρατεί πάνω στο κομοδίνο. Κοιτάζει προς την πόρτα του δωματίου όπου υπάρχει φως, ύστερα αγριεμένος βλέπει την κυρία Αγαθίδου.
Κυρία Αγαθίδου (Κα Α)
(μουδιασμένα)
Γεια σου.
Κύριος Αγαθίδης (Κος Α)
(συγκρατώντας την οργή του)
Πάλι μέσα είναι;
Κα Α
……….
Κος Α
Πάλι μέσα είναι, ε;.. Δε βγήκε...
Κα Α
(ίδια)
Ναι... μέσα είναι...
Κος Α
Ορίστε! Μία η ώρα το πρωί κι εκείνη εδώ, στο σπίτι... Τι θα γίνω εγώ μ' αυτήν Θεέ μου... Δε μου φτάνει η φτώχεια μου, δε μου φτάνει που σκοτώνομαι γία πενταροδεκάρες, έχω κι αυτήν... Σου είπα να της μιλήσεις. Μάνα είσαι, μπορεί να σε ακούσει. Αλλά εσύ με γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια. Μα και τι να της έλεγες; Τα ίδια στραβά μυαλά έχετε-και συ όλο πλέξιμο, σιδέρωμα, συγύρισμα... Τι να της έλεγες; Όσο για μένα τι να της πω άλλο που όλα της τα 'χω πει...Την πήρα με το καλό, την πήρα με το άγριο, τη μάλωσα, την τιμώρησα, τίποτα! Tl θα γίνω Θεέ μου... (κάθεται απελπισμένος σε μια καρέκλα)
Κα Α
Της μίλησα Μίλτο...
Κος Α
Της είπες πως δεν αντέχω πια; Πως είμαι αποφασισμένος για όλα;
Κα Α
Όλα όσα μου 'πες της τα είπα.
Κος Α
Τι είπε;
Κα Α
Τι να πει... ξέρεις... τα ίδια... είναι μικρή Μίλτο
ακόμα-δεν ξέρει...
Κος Α
Μικρή ακόμα;.. Αυτή πάτησε τα δεκάξι. Είναι γυναίκα πια. Θεέ μου, τι ξέφυγε από το στόμα μου... μολόγησα την ίδια μου την ντροπή... Γυναίκα! Και τι δε θα 'δινα για να 'τανε Θεέ μου...
Κα Α
Δεν ξέρει ακόμα Μίλτο μου-θα μάθει με τον καιρό...
Κος A
Δεν ξέρει; Γιατί; Δεν έχει μυαλό μήπως; Ξέρει όμως να μου φέρνει άριστα από το σχολείο, ξέρει να διαβάζει φιλοσοφικά βιβλία, ξέρει να κάνει παρέα με τις παλιόγριες. To μόνο που δεν ξέρει είναι να μη με ντροπιάζει. Θα μάθει λες, θα μάθει. Όπως έμαθε ως τώρα. Δυο χρόνια παλεύω να τήνε βάλω στο σωστό δρόμο. Δυο χρόνια μάλλιασε η γλώσσα μου να της μιλάω, να τη συμβουλεύω, να προσπαθώ να την κάνω άνθρωπο. Και θα μάθει τώρα; Αμ φάνηκε τι κουμάσι είναι από όταν ήτανε μικρή, από τότε που άρχισε να μεστώνει. Φάνηκε από δώδεκα χρονών. Τότε που την έριξε στο κρεβάτι ο Τάκης. Σα λυσσασμένο σκυλί έκανε να του ξεφύγει. Τους έβλεπα από την κλειδαρότρυπα. Κάτι είχα υποψιαστεί από τότε βλέπεις. Κι όταν κανένα αγόρι πήγαινε να τη φιλήσει ή να της βάλει χέρι, του ξέφευγε! Ποιος να το περίμενε πως ένας Αγαθίδης θα πέρναγε τέτοιο ντρόπιασμα στη ζωή του. Δεν μπορώ πια ν' αντικρύσω τους φίλους μου. Και με τι μούτρα θα το 'κανα; Ο Κώστας μου είπε προχτές πως η κόρη του τους έδιωξε από το σπίτι αυτόν και τη μάνα της για να φέρει το φίλο της στο σπίτι. Και είναι ο τέταρτος που πιάνει παρακαλώ! Δηλαδή ο τέταρτος από όσο ξέρει ο Κώστας. Και δεν είναι παραπάνω απ' τη δική μας. Τι λέω-είναι ένα χρόνο μικρότερη. Προχτές πάλι, στο μαγαζί του Πέτρου, ενώ πίναμε τον καφέ μας μπαίνει ξαφνικά η κόρη του με τον φίλο της. Νομίζεις πως γύρισε να μας κοιτάξει; Ήτανε κιόλας ξαναμμένοι κι οι δυο τους. Πέρασαν από μπροστά μας με τα χείλια κολλημένα ενώ αυτός της ξεκούμπωνε τη μπλούζα. Πήγανε τα παιδιά στο ιδιαίτερο και ταχτοποιήθηκαν. Ο Πέτρος έλαμπε από χαρά. Με κοίταξε με περηφάνια σαν να μου 'λεγε: "είδες κόρη που έχω εγώ;" Έριξα τα μάτια κάτω. Τι να 'λεγα; Πώς η κόρη μου δεν αφήνει τ' αγόρια να την αγγίσουν; Και σε λίγο, τάχα αδιάφορα, με ρώτησε: "αλήθεια πώς πάει η κόρη σου με το σχολείο;" Μουρμούρισα κάτι σαν "καλά", βρήκα μια πρόφαση κι έφυγα. Τι να 'λεγα; Έλα στη θέση μου-τι να 'λεγα; Δε μιλάς! Τι να πεις; Θεέ μου Θεέ μου, δεν αντέχεται αυτή η ντροπή... τι να κάνω;.. τι να κάνω;.. (κρύβει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Μένει έτσι για λίγο. Ύστερα ήρεμα και σοβαρά)
Θα τη σκοτώσω!
(Σηκώνεται)
Κα Α
(Σηκώνεται και θορυβημένη γονατίζει μπροστά
στον άντρα της και του πιάνει το χέρι)
Όχι Μίλτο μου! Όχι! Μην το ξαναπείς. Σε παρακαλώ! Είναι κόρη σου... είναι σπλάχνο από τα σπλάχνα σου.,. είναι αίμα από το αίμα σου-είναι η ελπίδα σου σ' αυτό τον κόσμο...
Κος Α
Η απελπισία μου θες να πεις.
Κα Α
Όχι Μίλτο μου. Βγάλτο αυτό από το μυαλό σου. Μη φτάσεις ως εκεί. Κι αν πήρε τον κακό δρόμο ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι. Και μένα ακόμα θυμάσαι πώς με πήρες. Όμως με τον καιρό έμαθα. Δος της καιρό Μίλτο μου. Θα συνέλθει... θ' αλλάξει… θα καταλάβει... Όχι Μίλτο μου-είναι η κόρη σου, είναι η κόρη μας!.
.
Κος Α
Είναι η ντροπή μου. Η ατιμία μου. To μαύρο σημάδι στη ζωή μου.
Κα Α
(Ακουμπάει το μάγουλό της στο χέρι του)
Όχι Μίλτο μου...
Κος Α
(Την απωθεί ήπια)
Ξέρεις από πού έρχομαι.; Αν ήξερες δε θα τολμούσες να μου την υπερασπίζεις. Αν είχες νιώσει κι εσύ αυτό που ένιωσα απόψε εγώ, θα την είχες σκοτώσει εσύ η ίδια. Τι φοβερό Θεέ μου! Πόσα μάτια με κοίταζαν και λυπόνταν για μένα και για την τύχη μου... Όλοι με κόρες ξεβγαλμένες πια, άλλες σε φυλακή, άλλες σε αναμορφωτήρια, άλλες σε κέντρα αποτοξίνωσης. κλέφτρες. λέσβιες... Τι ήτανε αυτό απόψε... Να κάθομαι εκεί μέσα και να προσπαθώ να σταθώ ανάμεσά τους... σα να μη ξέρουν κι αυτοί πως η κόρη μου είναι μια... Ξέρεις πού ήμουνα; Ε; ξέρεις από πού έρχομαι;
Κα Α
Πώς να ξέρω Μίλτο μου...
Κος Α
Ήμουνα σ’ ένα πάρτι που έδωσε ο Αλέκος. Ήτανε ένα πάρτι έκπληξη. Κανείς μας δεν ήξερε τίποτα ώσπου μας τηλεφώνησε ο Αλέκος στο καφέ. Εκεί όταν πήγαμε όλα ήταν έτοιμα για το πάρτι. Και μας είπε πως ήθελε να μας κάνει έκπληξη όπως και η κόρη του έκανε αυτό το ίδιο πρωί σε κείνον όταν του είπε ότι ήτανε έγκυος.
Κα Α
Ποια απ' τις δυο; Η ανύπαντρη;
Κος Α
(Μιμούμενος τη φωνή της)
«Ναι, η ανύπαντρη!» Ικανοποιήθηκες; Μήπως θα μου πεις πως αφού είναι ανύπαντρη δεν πρέπει να κάνει παιδί; Αυτό θα 'λεγες αν δεν φοβόσουν. Απολίτιστο ον! Τι θα 'θελες να δεις και ν' ακούσεις ακόμα, πόσο θα 'πρεπε να ζήσεις ακόμα σ' αυτή τη χώρα για να μάθεις να ζεις όπως πρέπει; Μέχρι τα πέρατα του κόσμου όλοι έτσι φέρονται. Και συ, εδώ και τριάντα χρόνια ακόμα δεν έχεις γίνει τελείως σωστή. Γιατί δε φεύγεις να πας στην Αραβία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν; Εκεί οι γυναίκες είναι όπως εσύ-δυστυχισμένα όντα. Τράβα να ζήσεις εκεί που σου πρέπει. Εσύ είσαι
που κατάστρεψες την κόρη σου. Εσύ φταις για ότι έγινε-εσύ!
(Μιμείται τη φωνή της)
"Ποια απ' τις δυο-η ανύπαντρη;" Αλλά το παραδέχτηκες μόνη σου-και συ ίδια θα ήσουνα αν δε σ' έσπρωχνα εγώ να συμμορφωθείς. Θα
πέθαινες έχοντας γνωρίσει μόνον εμένα. Και μήπως μου το αναγνωρίζεις;
( Σιωπή. Ψεύτικα ήρεμος)
Καλά! Εντάξει! Ας μην παίρνει ακόμα ναρκωτικά! Καλά, ας μην έχει πάει φυλακή. Αλλά να είναι ακόμα… να μην έχει γίνει ακόμα πόρνη, ε όχι, αυτό
πάει πολύ. Πότε θα γίνει τάχα; Όταν γεράσει;
Μάλιστα λοιπόν, η ανύπαντρη!
Όταν το 'μαθα μαχαίρι να με χτύπαγε θα πόναγα λιγότερο. Έγκυος η κόρη του Αλέκου! Κι εγώ; Εγώ; Εγώ να έρχομαι στο σπίτι στις μια η ώρα το πρωί και να βρίσκω μέσα την κόρη μου! Και συ μου λες να ησυχάσω, Να μη φωνάζω, να μη στενοχωριέμαι. Και πας να μου την καλύψεις κι από πάνω.
(αποφασιστικά)
Φώναξέ τη μου! Φώναξέ τη μου! Θα της μιλήσω για τελευταία φορά. Δεν αντέχεται πια αυτή η κατάσταση. Πλούτη δεν έχω, σπίτια και βίλλες δεν έχω, αυτοκίνητα γυαλιστερά δεν έχω. Όμως αυτό δε θα πει πως είμαι και άνθρωπος που δε ζει μέσα στον κόσμο... Κι αν δεν έχω τίποτ' άλλο, όμως έχω μιαν υπόληψη στην κοινωνία. Δε θ' αφήσω αυτή τη… να μην πω, να λερώνει την τιμή μου. Οι Αγαθίδηδες το 'χανε πάντοτε καθαρό το μέτωπό τους. Δε θ' αφήσω να μου το λερώσει η Τζούλια! (δυνατά) Φώναξέ την!
(Βγαίνει η κυρία Αγαθίδου. Ο κύριος Αγαθίδης προσπαθεί να πάρει ύφος που να μη δείχνει την αναστάτωσή του. Μπαίνει η κυρία Αγαθίδου ακολουθούμενη από τη Τζούλια. Η Τζούλια είναι μια κοπέλα σεμνή και σοβαρή)
Τζούλια (ΤΖ)
Γεια σου πατέρα.
Κος Α
Γεια σου και σένα. Κάτσε.
( Η Τζούλια κάθεται και ο κύριος Αγαθίδης κάθεται απέναντί της)
Τι ώρα είναι, ξέρεις;
ΤΖ
(κοιτάζει το ρολόι της)
Μία και τέταρτο.
Κος Α
(προσπαθώντας να κάνει ήρεμη τη φωνή του)
Πόσες φορές σου έχω πει ότι ένα κορίτσι της ηλικίας σου δεν πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι τέτοιαν ώρα;
ΤΖ
Πολλές φορές πατέρα.
Κος Α
Και πού σού έχω πει ότι πρέπει να βρίσκεται;
ΤΖ
Σ' ένα μπαρ ή στο σπίτι ενός αγοριού...
Κος Α
Και τι ώρα πρέπει ένα κορίτσι καθώς πρέπει να γυρίζει στο σπίτι του;
ΤΖ
Μετά τις τέσσερες το πρωί.
Κος Α
Και τι απαραιτήτως πρέπει να έχει κάνει μια φορά τουλάχιστον πριν γυρίσει στο σπίτι του;
ΤΖ
Να έχει συνευρεθεί με κάποιον.
Κος Α
(στρεφόμενος στην κυρία Αγαθίδου. Ειρωνικά)
Τι ωραία! Τι καλά! To κορίτσι μας τα ξέρει όλα! Καιμάλιστα πολύ καλά!
( Στη Τζούλια, δυνατά)
Και αφού τα ξέρεις τότε γιατί στο διάβολο δεν τα κάνεις;
ΤΖ
Πατέρα τα ’χουμε πει πολλές φορές. Δεν αλλάζει τίποτε αν τα πούμε μια φορά ακόμα.
Κος Α
Τo ξέρω. Όμως έχω πάντα μια ελπίδα πως μπορεί κάτι να γίνει. Δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά, δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου στα δεκάξι της χρόνια είναι μια… ας με λυπηθεί ο Θεός... Και όλο λέω-ας προσπαθήσω πάλι. Ίσως να πετύχω. Ίσως όλα να διορθωθούν και να μπορέσω πια να βγω έξω στις παρέες μου με το κεφάλι ψηλά. Ίσως. Εσύ τι λες; Δεν πρέπει να ελπίζω;
ΤΖ
Όχι πατέρα. Σ' αγαπώ, σ' εκτιμώ, σε σέβομαι, όμως δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Εμένα μου αρέσει η μουσική, μου αρέσει η μελέτη. Μ' αυτά θέλω να ασχολούμαι.
Κος Α
Κόρη μου. αφού το θέλεις διάβαζε και μάθαινε μουσική. Αυτό μπορώ να το ανεχτώ. Τόσες ώρες όμως σου μένουν. Βγες με αγόρια. Δώσε και σε μένα την ικανοποίηση πως έχω μια κόρη άξια. Τόσα αγόρια σε θέλουνε. Όταν σε βλέπουν τρέμει η ψυχή τους μέσα στο παντελόνι τους. Πήγαινε μαζί τους. Θα νιώσεις αλλιώς. Άκου κι εμένα. Δε θα θέλεις να ξεκολλάς από πάνω τους, αρκεί ένα τους να γνωρίσεις. Η ζωή σου τότε θ' αλλάξει. Θα δεις το φως του κόσμου. Και θ' αλλάξει και η δική μας ζωή μαζί με τη δική σου. Δεν θα ντρεπόμαστε πια να βγαίνουμε έξω και να κοιτάμε κατάματα τους άλλους. Δεν θα τρέμουμε μήπως έρθει η συζήτηση σε σένα. Άνοιξε τα πόδια σου κόρη μου κι άφησε να μπει μέσα η χαρά. Αλλιώς το μαράζι θα φάει και μένα και τη μάνα σου. Μην κοιτάς που δε σου μιλάει αυτή-σε λυπάται-αλλιώτικα θα σου 'λεγε κι αυτή τα ίδια.
(από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονται ερωτικά βογγητά και επιφωνήματα)
ΤΖ
Όχι πατέρα. Δεν είναι για μένα η ζωή αυτή.
Κος Α
Όχι, όχι, όχι…τι άλλο να κάνω πια…σου είπα να σε πάω σ' ένα ψυχολόγο-όχι. Βρε κόρη μου, καλά, δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου-θέλεις να καταστραφείς. Στο κάτω κάτω αυτό είναι δικαίωμά σου. Εμάς τους δυο όμως δεν μας σκέφτεσαι; Που σε αναστήσαμε με την ελπίδα πως μεγαλώναμε μια φυσιολογική κοπέλα… που δε θα την παρασύρουν οι βρωμιές του ενός και του άλλου... που θα σιχαινόταν το σχολείο, θα σιχαινόταν τα βιβλία και που όπως όλες οι κοπελίτσες του Θεού θα 'πιανε μια δουλίτσα και τις ελεύθερες ώρες της θα γύριζε από το ένα στο άλλο σερνικό χωρίς χαλινό, χωρίς ψευτοηθικές, χωρίς αρνήσεις... Όχι, δε μας σκέφτεσαι! Δε σε νιάζει που σκότωσες όλες τις ελπίδες μας! Πού να ξέραμε οι δόλιοι ότι γεννήσαμε, αναθρέψαμε, πονέσαμε και κουραστήκαμε για μια… θα το πω γιατί αυτό είσαι-(δυνατά) για μια παρθένα! Ναι! Σ' αρέσει δε σ' αρέσει αυτό είσαι-μια παρθένα! (στον εαυτό του)
Μια τέτοια στην οικογένεια!.. Τι αμαρτίες πληρώνω άραγε;...
Κα Α
Μίλτο...
Κος Α
Πάψε και συ!
(στην κόρη του)
Κόρη μου δες μια ματιά τριγύρω σου. Και άνοιξε τ' αυτιά σου ν' ακούσεις. Άκου δίπλα την κυρία Πόλα. Κάνε μια βόλτα στη γειτονιά. Θ' ακούσεις βόγγους και ξεφωνητά να 'ρχονται από παντού. Κοίτα στους δρόμους καθώς περπατάς. Ζευγάρια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σε κάθε βήμα μπροστά σου. Άνοιξε την τηλεόραση (ανοίγει την τηλεόραση κσι στην οθόνη εμφανίζεται ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα).Ορίστε! (κλείνει την τηλεόραση) Η κοινωνία μας δόξα το Θεό είναι γεμάτη παραδείγματα. Να πω ότι φοβάσαι τις αρρώστιες και γι αυτό...ή δεν θέλεις να μείνεις έγκυος… μα αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου-να φκιάχνει νέους ανθρώπους. Δεν το θέλεις αυτό;-προφυλακτικά γεμάτος ο τόπος. Ζούμε στον χρυσό αιώνα κόρη μου, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Πήγαινε λοιπόν έξω κόρη μου. Άνοιξε τα πόδια σου στον κόσμο. Δε σκέφτεσαι; Αν ο Θεός δεν ήθελε να χρησιμοποιείς το πράμα σου δε θα στο 'δινε. Αχ! Άγια θα 'τανε η μέρα που θα 'βλεπα την κόρη μου να λιποθυμάει κάτω από ένα αγόρι...
ΤΖ
Ναι, είναι μέσα στα καθήκοντα της γυναίκας να γεννάει άλλους ανθρώπους. Δεν είναι όμως να γυρνάει με τον ένα και με τον άλλο. Τότε δε θα 'τανε άνθρωπος αλλά ζώο.
Κος Α
Ένα ζώο δεν είναι και ο άνθρωπος;
ΤΖ
Αν έχεις αυτή την ιδέα σε λυπάμαι και σένα και όποιον άλλον την έχει.
Κος Α
(έξαλλος)
Να λυπάσαι τον εαυτό σου βρωμιάρα! Να λυπάσαι τον εαυτό σου παλιοθήλυκο! Που ζεις έξω από την κοινωνία... Παρθένα! Που γέμισες το σπίτι βιβλία!...Ποιος τα ανακάλυψε να πάω να φτύσω στον τάφο του;.. Και λυπάσαι συ εμένα... Αντί να φωνάζει ο γάιδαρος φωνάζει το σαμάρι... (οι βόγγοι και οι φωνές από δίπλα σταματάνε.)
ΤΖ
Είσαι ένας χαμένος άνθρωπος αν σκέφτεσαι έτσι.
Κα Α
Κόρη μου... (την αγκαλιάζει και της κλείνει το στόμα με το χέρι της)
Κος Α
Άστηνε, άστηνε... χαμένος άνθρωπος... εγώ!.. παραλογίζεται, δεν ξέρει τι λέει πια. Χαμένοι όλοι οι άλλοι εκτός απ' αυτήν! Εκατομμύρια λαού έχουν άδικο κι αυτή δίκιο. Χαμένοι όλοι κι αυτή μόνο είναι η σωστή. Άστηνε, άστηνε να δούμε τι άλλο θα πει. Άστηνε και θα 'ναι τα τελευταία της λόγια αν δεν αλλάξει τροπάρι.
ΤΖ
Αν έκανα κάτι κακό θα έκλεινα το στόμα μου. Μα δεν κάνω τίποτα κακό. Εσύ νομίζεις έτσι. Είσαι τυφλός και δεν βλέπεις. Εγώ ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω. Ανοίγω τ' αυτιά μου κι ακούω. Εγώ βάζω το νου μου να σκέφτεται. Και ότι βλέπω και ακούω και νιώσω, το περνάω απ' της ψυχής το εργαστήρι. Και αυτή μου λέει τι να πω και τι να κάνω.
Κος Α
Έτσι λοιπόν. Στην ψυχή σου βέβαια είναι η βλάβη. Αμφιβολία δε χωράει καμιά. Που δεν τη χρησιμοποιείς για να ζήσεις αλλά για να πεθαίνεις κάθε μέρα. Και τι σου λέει η ψυχή σου; Να μας πεθάνεις και μένα και τη μάνα σου;
ΤΖ
Θέλεις αλήθεια ν' ακούσεις τι μου λέει η ψυχή μου;
Κος Α
Πέστα. Ναι. Θα περιμένω ώσπου να τελειώσεις. Και
ύστερα θα μιλήσω εγώ.
Κα Α
(αγκαλιάζει την κόρη της)
Όχι κορούλα μου… όχι ψυχή μου…
Κος Α
(τις χωρίζει)
Όχι, άστηνε να μιλήσει. Άστηνε να δούμε πώς θα δικαιολογηθεί…
ΤΖ
(απωθεί απαλά τη μητέρα της, η οποία μένει όρθια ενώ η Τζούλια μιλάει)
Να λοιπόν. Λες πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο. Είναι και ζώο, αλλά όχι μόνο. Εκτός από κορμί έχουμε και την ψυχή. Και η ψυχή φωλιάζει μέσα στο σώμα. To κορμί μας είναι ένα τρομερό, ένα μυστηριώδες φανέρωμα της Δημιουργίας. Δεν είναι μονάχα το σκάφος που χρησιμοποιεί η ψυχή για να 'ρθει στον κόσμο και για να φύγει απ' αυτόν, αλλά είναι η βάση της ύπαρξής μας. Χωρίς αυτό όλα χάνονται: και η παρουσία μας μέσα στον χώρο, και η ελευθερία και η ευθύνη μας. Υπάρχουμε στον κόσμο αυτόν γιατί υπάρχουμε σωματικά. Γιατί δεν είμαστε μόνο πνεύμα αλλά και ύλη.
Και η ερωτική λειτουργία είναι η πιο κεφαλαιώδης λειτουργία του σώματος του ανθρώπου. Αυτό τo κλειστό όλον, το σώμα του ανθρώπου, ανοίγει μέσα σ’ έκσταση, ταραχή και φρενήρες πάθος και δίνεται, κι ενώνεται μ' ένα άλλο σώμα. Ξαφνικά σχίζεται το μυστήριο της Δημιουργίας και ο άνθρωπος, με την εξουσία που του δόθηκε, μετέχει πρωταγωνιστώντας στην ανανέωση του ανθρώπινου γένους, στη συνέχιση της ροής του κόσμου. Μυστήριο φρικτό και αλάλητο, που πρέπει με άκρα διστακτικότητα να το προσεγγίζεις, και να το μελετάς με τρόμο. Ν' αναφέρεσαι σ' αυτό με σέβας απέραντο και με συστολή. Να το κατέχεις αλλά να μην ανασύρεις την καλύπτρα του, που είναι καλύπτρα άρρητης δόξας και τιμής του ανθρώπου. Αυτό το περήφανο αντίκρισμα του σώματος και της ερωτικής του λειτουργίας έχει χαθεί μέσα στον βρώμιο πολιτισμό σας. Κάθε βέβαια εποχή έχει τη χυδαιότητά της χυμένη γύρω από την ερωτική πράξη. Τo ξέρουμε από βιβλία, σχεδιάσματα, από ζωγραφιές, γλυπτά, μαρτυρίες ιστορικές. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είχε φθαρεί τόσο σε βάθος, η πλειοψηφία εξακολουθούσε να ζει μέσα στο νέφος του ερωτικού μυστηρίου κι αρνιότανε να συσσωματωθεί στη χυδαιότητα που τον πολιορκούσε, παλεύοντας να εξευτελίσει την ερωτική πράξη.
Η αιδώς βιωνόταν όχι υποκριτικά αλλά αληθινά, με συνείδηση της ηθικής της σπουδαιότητας για τη ζωή καί τη μοίρα του ανθρώπου. Ήταν αυτή που έριχνε σκοτεινό μαγνάδι στο πρόσωπο του έρωτα του σαρκικού, αφήνοντας δικαιωματικά την πρωτοκαθεδρία στην ψυχή και στον δικό της έρωτα. Η ψυχή έπρεπε νά γνωρίσει, η ψυχή έπρεπε να συγκατατεθεί, η ψυχή να πρωταγωνιστήσει στον μέγα και σπουδαίον υπαρξιακό άθλο του. Από τις κορυφές αυτές που ανεβήκαμε αντικρίζοντας τον έρωτα σαν κάτι ιερό, αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον έρωτα όπως τον κατάντησε η εποχή μας, θα ζαλιστούμε. Θα πνιγούμε μέσα σε μιαν ερωτική εκβαρβάρωση. Θα κοπεί η ανάσα μας βλέποντας τον έρωτα να έχει ξεπέσει στη φιληδονία και μάλιστα σε μια φιληδονία ξένη προς το μυστήριο της ηδονής το σπαραχτικό, που η ερωτική πράξη κρύβει μέσα της.
Σήμερα, μετά το σμίξιμό τους, οι άνθρωποι δε γνωρίζονται, δεν χαιρετιούνται, δεν ξαναβλέπονται, δεν νιώθουν καμιά ευθύνη ο ένας για τον άλλο κι ας μπήκε, κι ας γνώρισε το άδυτο των αδύτων του. Τo ερωτικό πάθος που αισθάνεσαι πως δόθηκε για την αγάπη των ανθρώπων και για τον αλληλοσεβασμό, ντύνεται μια προπέτεια ανατριχιαστική, μιαν αδιαντροπιά αγοραία, μια ελευθεριότητα που τσακίζει την ψυχή και σου κόβει την όρεξη της ζωής. Μας πολιορκεί πια απ' όλες τις πλευρές η χυδαιότητα. Και δε μας πολιορκεί μονάχα με τον λόγο, με σιχαμερές εξιστορήσεις και με γαργαλιστικά ανέκδοτα, που ρημάζουν κυριολεκτικά την ιερότητα του έρωτα. αλλά μας πολιορκεί και με την εικόνα της φωτογραφίας, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και άλλων, εικόνα που βιάζεται να σου γνωρίσει λεπτομερώς τα πάντα και να μην σου επιτρέψει ν' ανακαλύψεις μόνος σου τίποτε. Τα παιδιά, μόνο που έχουν τα βλέφαρα ανοιχτά, μολύνονται αμέσως, δηλητηριάζονται, γνωρίζουν τον έρωτα όσο πιο γρήγορα μπορούν κι αργότερα, χωρίς να το λογαριάσουν, τους περιμένει μια ανία ερωτική, μια αδιαφορία και μια ερημιά. Εσύ πατέρα αυτό το θεωρείς πρόοδο. Όπως τρως και χωνεύεις, έτσι και κάνεις έρωτα, λες. Τι πιο απλό, τι πιο σταθερό. Αυτή όμως δεν είναι πρόοδος. Είναι μια απογύμνωση, είναι μια χρεωκοπία και της φιλοσοφίας των καιρών μας αλλά και του πολιτισμού μας γενικότερα. Γιατί μην μπορώντας να ερμηνεύσει τον έρωτα ηθικά, πνευματικά, τον γκρεμίζει στη χυδαία βαρβαρότητα. Και ζούμε σήμερα αυτόν τον εξευτελισμό, και συμμετέχουμε σ' αυτόν ταπεινωμένοι κι ας κάνουμε πως ανασαίνουμε από την πολλή ελευθερία που τάχα αποκτήσαμε, γκρεμίζοντας ότι ιερό μας εξουσίαζε.
Και όλα αυτά με τις ευλογίες του πονηρού αυτού καιρού. Και καταντήσαμε να μην σεβόμαστε πια ούτε το ίδιο μας το κορμί. Τo αγγίζουμε, το παρακολουθούμε και το μελετάμε μονάχα βιολογικά, ποτέ ηθικά. Κι όμως, αυτό το κορμί βαραίνει τρομερά πάνω στη μοίρα της ψυχής μας. Παίζει κρισιμότατο ρόλο για την αιωνιότητά μας. Μα όσο κι αν οι καιροί μας αγωνίζονται να θανατώσουν την κρυμμένη ψυχή εξευτελίζοντας το θεατό κορμί που μέσα του την φέρει, αυτή, η ψυχή, δύσκολα πεθαίνει. Όλα πατέρα έχουν ένα όριο. Και η ερωτική πράξη έχει το όριό της στην υπερβατική ερμηνεία του μυστηρίου της. Όλα τ' άλλα που γίνονται σήμερα και που από την αχαλίνωτη ελευθερία έχουν κάνει τους ανθρώπους νευρωτικούς και χυδαίους, είναι υπέρβαση των ορίων, ανταρσία εναντίον των ίδιων μας των εαυτών και αυτοκτονία συνεχής του κόσμου όπου ζούμε. Εγώ δεν θ' αυτοκτονήσω πατέρα. Δεν θα υποκύψω σ' ένα τέτοιον ερωτικό εκβιασμό. Ο έρωτας σε μένα θα γίνει όπως ταιριάζει σε άνθρωπο. Και με κάποιον που νιώθει ίδια καθώς εγώ. Κι ως τότε θα είμαι, όπως πριν λίγο είπες με φρίκη, μια παρθένα. Μάθε όμως, ό,τι φέρνει φρίκη σε σένα, για μένα είναι τιμή και καθήκον ιερό. Ναι πατέρα, αφού άνθρωπος γεννήθηκα, θα ζήσω ανθρωπινά. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι έξω από τη φύση μου όσο κι αν εσύ φωνάζεις, όσο κι αν, χωρίς να το θέλω, σε στενοχωρώ.
Κος Α
Τελείωσες;
ΤΖ
Τελείωσα πατέρα.
Κος Α
Απ' ότι είπες κατάλαβα τα τελευταία σου λόγια μόνο-θα εξακολουθείς να με ντροπιάζεις ζώντας τη ζωή που εσύ έχεις διαλέξει και μόνον όποτε εσύ θελήσεις θα ζήσεις σα σωστή κοπέλα. Σωστά;
ΤΖ
Ναι πατέρα. Ακριβώς έτσι.
Κος A
(πετιέται πάνω αλλόφρων)
To μπιστόλι… πού είναι το μπιστόλι;
(βγαίνει στο άλλο δωμάτιο)
Κα A
Κόρη μου κρύψου… Φύγε..
ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν ωφελεί.
Κα Α
Φύγε σου λέω-φύγε!...
ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν πρέπει.
Κα Α
Θεέ μου!
(Στέκει μπροστά στην κόρη της καλύπτοντάς την με το σώμα της.
Μπαίνει ο κύριος Αγαθίδης με ένα πιστόλι στο χέρι)
Κος Α
(Εκτός εαυτού, στη μητέρα)
Φύγε από κει!
Κα Α
Όχι!
Κος Α
Φύγε από κει σου λέω!
Κα Α
Δε φεύγω! Δε θα τολμήσεις...
(Ο κύριος Αγαθίδης σπρώχνει με δύναμη την γυναίκα του. Αυτή πέφτει κάτω. Αμέσως μετά πυροβολεί τη Τζούλια στο στήθος. Η Τζούλια πέφτει καάτω νεκρή. Η κυρία Αγαθίδου βγάζοντας σπαραχτικές κραυγές αγκαλιάζει την νεκρή κόρη της)
Κος Α
(Πετάει μακριά το μπιστόλι και ορθώνει το κεφάλι του)
Καλλίτερα στη φυλακή με το κεφάλι ψηλά, παρά ένας άτιμος στην κοινωνία. Για μια υπόληψη ζούμε!
ΑΥΛΑΙΑ
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΖΑΝΕΤ
ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)
ΑΝΤΑΜ
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω. Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μην διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Τελευταία, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά σου αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Ζανέτ μου, ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας ιδούν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα το ξέρεις ότι πάντα μου άρεσε η μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ… τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … τότε;..
ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις αγάπη μου κάθε φορά, είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. Και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι…
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι; Κι όμως κάτι μου λείπει Θε μου. Κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… (ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σε κείνο το νησάκι.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις. Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
(σιωπή)
ΖΑΝΕΤ
(σιγά)
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι. Και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεέ μου!
(Την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά! Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα! Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Και τις αξίζω. Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπεται να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου, δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα: Απατώ! Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο μου είπε ότι θα έρθει πάλι ο Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….
Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΡΑΣ
ΤΟΠΟΣ: Χώρος εργοστασίου.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινός
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Η Σενά τελειώνει τη δουλειά της, κλείνει τον υπολογιστή της, μαζεύει τα πράγματά της και πηγαίνει προς την πόρτα. Πριν φτάσει σ’ αυτήν, μπαίνει ο Ρονίς, αναστατωμένος.
ΜΟΡΙΣ
Και σεις εδώ;
ΣΕΝΑ
(απορημένη)
Τι εννοείτε; Πού να ήμουν; Τώρα τελείωσα και φεύγω…
ΜΟΡΙΣ
Μάλιστα. Το ίδιο έπαθα κι εγώ…
ΣΕΝΑ
Τι θέλετε να πείτε;.. τι πάθατε;
ΡΟΝΊΣ
Τώρα τελειώσατε είπατε. Τι ώρα τελειώσατε;
ΣΕΝΆ
Τι εννοείτε κύριε Μορίς; Στις οχτώ η ώρα. Όπως κάθε μέρα.
ΡΟΝΊΣ
Κυρία Σενά, γυρίσατε το ρολόι σας χτες τη νύχτα στην χειμερινή ώρα;
ΣΕΝΑ
(Στέκει για λίγο σκεπτική. Αμέσως κατόπιν, απελπισμένη)
Ω! Όχι! Τι έπαθα… και σεις το ίδιο;.. Και τώρα-οι άλλοι έφυγαν;..
ΜΟΡΙΣ
Ακριβώς κυρία Σενά. Δυστυχώς. Το ίδιο έπαθα κι εγώ!...
(Σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τώρα; Να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον… τον θυρωρό… έχετε τηλέφωνο;
ΜΟΡΙΣ
Τηλέφωνο έχω, όμως μπαταρία δεν έχει-εσείς;
ΣΕΝΑ
(απελπισμένα)
Όχι! Δεν έχω καν τηλέφωνο. Τι μπορούμε να κάνουμε κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Αυτό που μπορούσα το έκανα. Δοκίμασα τα δικά μου κλειδιά του σπιτιού, μήπως τύχαινε να ταιριάζει κανένα, όμως τίποτε, όπως άλλωστε ήταν φυσικό.
ΣΕΝΑ
Να φωνάζαμε μήπως μας ακούσει κάποιος…
ΡΟΝΙΣ
Το εργοστάσιο είναι έρημο τριγύρω και την ημέρα ακόμα. Πόσο μάλλον τη νύχτα…
(Σιωπή)
Νομίζω ότι θα μείνουμε κλεισμένοι εδώ όλη τη νύχτα. Τι νομίζω… Θα μείνουμε εδώ όλη τη νύχτα!
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Μία ώρα μετά. Η Σένα και ο Ρονίς κάθονται σε δυο καρέκλες μακριά η μια από την άλλη, στο δωμάτιο-γραφείο του Ρονίς.)
ΡΟΝΙΣ
Πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και εύχομαι και ελπίζω η τελευταία. Πόσο παράξενο είναι όλο αυτό!
(σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τι δεν είναι παράξενο κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Θέλω να πω δυο άνθρωποι που τίποτα δεν έχουν κοινό, να βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο, νύχτα, ενώ θα έπρεπε καθένας να ήτανε στο σπίτι του και να κάνει τις συνηθισμένες ασχολίες του πριν τον ύπνο…
ΣΕΝΑ
Παράξενο λέτε μόνον αυτό κύριε Ρονίς; Και τι δεν είναι παράξενο στη ζωή των ανθρώπων;
ΡΟΝΙΣ
Σας το είπα ήδη. Δεν θα ήταν παράξενο αν βρισκόταν καθένας μας στο σπίτι του προετοιμαζόμενος για την νυχτερινή κατάκλισή του.
ΣΕΝΑ
Αυτό θα το έλεγα συνηθισμένο κύριε Ρονίς, όμως δεν θα έπαυε να είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Μα… πώς αυτό;
ΣΕΝΑ
Βρίσκετε να έχουν κάποια λογική εξήγηση οι πράξεις, οι συνήθειες και η ύπαρξη του ανθρώπου, ώστε κάτι από ό,τι κάνει αυτός να μην είναι παράδοξο, αλλόκοτο;
ΡΟΝΙΣ
(έντονα)
«Η ύπαρξη του ανθρώπου»! Μα είναι γνωστά γεγονότα αυτά. Η γη, η εμφάνιση πάνω της των φυτών και των ζώων, και τέλος ο άνθρωπος.
Όσο για τις καθημερινές ασχολίες του ανθρώπου δεν νομίζω να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη γνώμη πέρα από το γεγονός ότι υπάρχουν για χιλιετίες τώρα, και ότι αυτές είναι κανονικές, φυσιολογικές, ενώ αντίθετα, το να κάθεται κάποιος ξάγρυπνος ολονυχτίς σε ένα μέρος όπου συνηθίζεται να πηγαίνει σε αυτό μόνον με το φως της ημέρας και μόνον για να εργαστεί εκεί-ότι αυτό όλο, σαν παράδειγμα, μπορεί να χαρακτηριστεί αδιανόητο, παράδοξο, τραγικό θα έλεγα….
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς, ηρεμήστε. Δεν είναι ώρα αυτή για να έρθουμε σε ρήξη για το τι είναι φυσιολογικό ή όχι. Στο τέλος αν δεν έχετε όρεξη για συζήτηση δεν έχουμε υποχρέωση να συζητάμε. Η ώρα θα περάσει είτε αν κουβεντιάζουμε είτε όχι.
ΡΟΝΙΣ
Όχι κυρία Σενά, ας συζητήσουμε-ας λέμε κάτι… δεν είναι ότι δεν έχω όρεξη για συζήτηση αλλά αυτό που μας συνέβη με έχει ταράξει… Όμως αλήθεια δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε παρά να συζητήσουμε. Με συγχωρείτε για τον τόνο της φωνής μου. Όμως τι θέλατε να πείτε-ότι δεν είναι ασυνήθιστο αυτό που μας συνέβη;
ΣΕΝΑ
Είπα ότι είναι συνηθισμένο να βρίσκεται κανείς στο σπίτι του τέτοιαν ώρα, ότι όμως αυτό είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Γιατί το λέτε αυτό κυρία Σενά; Πώς το αιτιολογείτε;
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς τέτοιαν ώρα θα ήταν φυσιολογικό να είχαμε σώμα τριχωτό, μουσούδα και σώμα πιθήκου, και να είμαστε πάνω σε ένα δέντρο στο δάσος, έχοντας φτιάξει με φύλλα μια γωνιά, και να κοιμόμαστε. Αυτό λέω ότι δεν θα ήταν παράξενο τέτοια ώρα για μας.
ΡΟΝΙΣ
Θέλετε να πείτε ότι έπρεπε να ζούμε στην ζωώδη κατάσταση ακόμα;
ΣΕΝΑ
Όχι ακόμα κύριε Ρονίς. Πάντα. Για πάντα.
ΡΟΝΙΣ
Εσείς γυρίζετε τον κόσμο πίσω χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως χρόνια…
ΣΕΝΑ
Δεν τον γυρίζω , μακάρι να μπορούσα να τον γυρίσω. Μα να τον νοσταλγώ δεν θα πάψω.
ΡΟΝΙΣ
Θα προτιμούσατε τώρα να ήσασταν έξω στο κρύο αντί σε ένα ζεστό κρεβάτι;
ΣΕΝΑ
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Έτσι θα έπρεπε να είχε μείνει το πράγμα-αυτής της γνώμης είμαι.
ΡΟΝΙΣ
Για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να ακούσω να λέγεται αυτό από κάποιον. Και την ίδια γνώμη έχετε και για τις άλλες διαφορές που ο άνθρωπος έχει από τα ζώα; Εννοώ για όλες τις προόδους που έχει κάνει ο άνθρωπος-για τον πολιτισμό μας γενικότερα;
ΣΑΝΑ
Μάλιστα κύριε Ρονίς. ΄Ετσι το βλέπω το πράγμα.
Το ζεστό κρεβάτι κύριε Ρονίς το χρυσοπληρώνουμε με τρεχάματα για την απόκτηση χρήματος, με άγχος για χίλια δυο πράγματα, με την έλλειψη της απόλαυσης της ζωής μας. Δέστε ένα ζώο πόσο πλήρως απολαμβάνει τη ζωή του, τη φύση γύρω, τον έρωτα, την συντροφιά με άλλα ζώα… Ενώ εμείς… εμείς θεωρούμε ότι είμαστε τυχεροί αν μπορέσουμε να πάμε ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή, αν δεν πονοκεφαλιάζουμε για τι φαγητό να φτιάξουμε, τι ρούχο να φορέσουμε, πόση ζάχαρη να ρίξουμε στον καφέ μας…
ΡΟΝΙΣ
Μα είμαστε λογικά όντα. Με το μυαλό μας αντιμετωπίζουμε όλα αυτά τα μικροπροβλήματα σχεδόν χωρίς καθυστέρηση και χωρίς μεγάλη δυσκολία.
Αμφισβητείτε την ανωτερότητα του ανθρώπου απέναντι στα ζώα που μόνον το ένστικτο τα οδηγεί;
ΣΕΝΑ
Ναι. Αμφισβητώ την ανωτερότητα όπως την λέτε του ανθρώπου απέναντι στα ζώα.
Ακόμα περισσότερο εναντιώνομαι σ’ αυτήν.
ΡΟΝΙΣ
Καταργείτε έτσι την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία…
ΣΕΝΑ
Την τέχνη; Γιατί να μιμούμαστε την φύση κύριε Ρονίς, τη στιγμή που θα την είχαμε ζωντανή μπροστά μας-που θα ήμασταν ένα από τα συστατικά της-που εμείς θα ήμασταν η φύση τότε;
Και οι επιστήμες και η φιλοσοφία τι αληθινό μας έχουν δώσει, ώστε αν δεν τις είχαμε θα χάναμε τι; Την γελοιότητα να μαλώνουμε αν η γη γυρίζει ή όχι; Και τι κερδίσατε εσείς και όλοι οι άνθρωποι μαζί από την γνώση αυτήν; Πονάτε ίσως λιγότερο όταν πέφτετε και χτυπάτε; Και το να φτιάχνει κάθε φιλόσοφός σας μια θεωρία για το τι είναι Δίκαιο έπαψαν να γίνονται αδικίες; Και αν με τα μαθηματικά λύνετε προβλήματα, τι ωφεληθήκατε από όλα αυτά;
Και πηγαίνοντας ενάντια στην φύση με τις διάφορες ανακαλύψεις και τις εφαρμογές τους τι καταφέρατε;
Υποφέρετε κάθε μέρα για να εξασφαλίσετε το φαγητό σας, τρέμετε την αστυνομία σας, κρύβεστε στο σπίτι σας για τον φόβο των κλεφτών, τρέχετε να ντυθείτε στρατιώτης για να σκοτωθείτε από έναν άλλον άνθρωπο, που και κείνος θα σκοτώσει κάποιον δικό σας στρατιώτη, και όταν αρρωστήσετε τρέχετε στους γιατρούς για να ζήσετε έναν χρόνο πιο πάνω.
Στο θέατρο της ζωής, στη γη κύριε Ρονίς, προσπαθείτε να αποκτήσετε κάτι που τα ζώα το έχουν χωρίς κόπο και τόσο φυσικά όσο φυσικό είναι για μας η αναπνοή.
Φυσιολογικό κύριε Ρονίς θα ήταν να ζούμε όπως ζουν τα ζώα. Όλα τα άλλα είναι αφύσικα.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά, δεν συμφωνώ μαζί σας.
Όλες οι επιτεύξεις του ανθρώπου τόσο ασήμαντες σας μοιάζουν;
Έχουμε νόμους, έχουμε κράτη, έχουμε κατακτήσει τους αιθέρες, άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι, έχομε μηχανήματα που με αυτά μαθαίνουμε τον γύρω μας κόσμο ή δημιουργούμε έργα που θα μείνουν στους αιώνες. Έχουμε διεισδύσει στα άδυτα των αδύτων της Φύσεως, του νου μας, της ύπαρξής μας. Ξέρουμε πότε γεννήθηκε η γη και ο ήλιος, ξέρομε την ιστορία των λαών, ετοιμαζόμαστε να κατακτήσουμε κάποιους πλανήτες.
Όλα αυτά δεν σας κάνουν περήφανη για το γένος στο οποίο ανήκετε-το γένος των ανθρώπων;
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς, έχετε γνωρίσει ένα απειροελάχιστο μέρος για τα πράγματα που μπορείτε να δείτε και που ξέρετε ότι υπάρχουν, και πιστεύετε ότι σας αξίζει έπαινος γι αυτό.
Θα συμφωνούσα μαζί σας αν, αυτή η έστω λίγη γνώση ήταν η αρχή για κάτι μεγαλύτερο, αν ήταν η αρχή για κάτι που είναι θεμιτό και ωραίο.
Μα ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε και όλοι εκείνοι που συμβάλλουν σ’ αυτό, ξέρετε γιατί κάνετε ό,τι κάνετε.
Γιατί ο άνθρωπος τα κάνει όλα αυτά κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Μα, κυρία Σενά, βρεθήκαμε στη γη. Τι να κάνουμε; Να υποταχτούμε στη μοίρα μας, αφού μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καλύτερο;
ΣΕΝΑ
Καλλίτερο είπατε; Είναι καλλίτερο αντί να τρώει κάποιο ζώο καρπούς και φύλλα από τα δέντρα, να τρώει ένα φαγητό που τόσοι άλλοι δούλεψαν, ίδρωσαν, πέθαναν για να του ετοιμάσουν;
Είναι καλλίτερο να τρέχουμε με αυτοκίνητα; Για να προλάβουμε τι;
Είναι καλλίτερο να αγωνιζόμαστε να μάθουμε τι γίνεται στο σύμπαν, ενώ δεν ξέρουμε τι γίνεται δίπλα μας;
Είναι ο άνθρωπος λογικό όν κύριε Ρονίς;
Ή μήπως ευτυχισμένο;
Τι έχει κερδίσει με όλα αυτά που μηχανεύεται κύριε Ρονίς, πέρα από ένα φέρετρο;
Ή μήπως οι φιλόσοφοί σας έγιναν σοφοί και σας έδειξαν κάποιον δρόμο άλλον από εκείνον που για εκατομμύρια εκατομμυρίων χρόνια ακολουθεί κάθε ον πάνω στη γη αυτή;
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Να υποταχτούμε στη μοίρα μας-για να το πω όπως εσείς το θέσατε.
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Να ζήσουμε σαν ζώα αφού ζώα είμαστε. Δηλαδή να ζήσουμε τη ζωή μέσα στη φύση, όπως κάνουν και όλα τα άλλα ζώα. Αν είχαμε κάνει έτσι, δεν θα βρισκόμασταν τώρα φυλακισμένοι μέσα σ’ αυτό το κατόρθωμα της κατασκευαστικής δεινότητας των ανθρώπων-μέσα σ’ αυτό το κτίριο, εμείς! οι παντοδύναμοι, εμείς! οι πανέξυπνοι, εμείς! οι πολιτισμένοι!, εμείς που ένα μικρό κομματάκι σίδερο, που εμείς οι ίδιοι με την τόση εξυπνάδα μας κατασκευάσαμε, μας στερεί τώρα τον ύπνο μας, το φαγητό μας, την ελευθερία μας, την αξιοπρέπειά μας.
ΡΟΝΙΣ
Ο κόσμος όμως προχωρεί κυρία Σενά. Και προχωρεί στον δρόμο του πολιτισμού που ο ίδιος έχει αναπτύξει, κάνοντας πραγματικότητα σιγά σιγά τα όνειρά του.
ΣΕΝΑ
Έχω κι εγώ ένα όνειρο κύριε Ρονίς.
Να φτιάξω μία συσκευή που να εκπέμπει ακτίνες, θανατηφόρες για τους ανθρώπους μόνον.
Και να ξεπαστρέψω όλους τους ανθρώπους, αφήνοντας τη γη να ξαναγίνει όπως ήταν πριν ο άνθρωπος υπάρξει: αγνή, αμόλυντη, θεία.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά είναι τόσο απλησίαστες οι θέσεις μας για το θέμα, ώστε νομίζω ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε γι αυτό.
ΣΕΝΑ
Έχετε εν μέρει δίκιο κύριε Ρονίς. Γιατί και σ’ αυτό έχουμε διαφορετική άποψη. Και η δική μου επ’ αυτού είναι ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε καθόλου και για τίποτα.
(μεγάλη σιωπή)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Δώδεκα ώρες μετά. Ο επιστάτης μπαίνει στο γραφείο του κυρίου Ρονίς. Ο Ρονίς και η Σενά σηκώνονται.)
ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
(έκπληκτος)
Κύριε Ρονίς… κυρία Σενά… είναι αυτό που φαντάζομαι; Η αλλαγή της ώρας;…
ΣΕΝΑ
Καλημέρα Αντρέ. Ναι, καλά κατάλαβες.
(βγαίνοντας, στον κύριο Ρονίς)
Καλή σας μέρα κύριε Ρονίς.
ΡΟΝΙΣ
Καλημέρα σας κυρία Σενά.
(τοποθετεί την καρέκλα του στη θέση της στο γραφείο του και κάθεται.)
Αντρέα, φέρε μου ένα καφεδάκι σε παρακαλώ. Διπλό!
ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
Έγινε κύριε Ρονίς!
(βγαίνει)
ΑΥΛΑΙΑ
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.
ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Πάτερ, εκεί που κάθομαι λέω καμιά φορά
πόσο θα ήταν πιό καλές στη γη επάνω οι μέρες-
προς το καλό πόσο τρανή θάταν η διαφορά
όπως εσύ αν ήτανε της Γης όλοι οι πατέρες.
Όμως οι στίχοι μου αυτοί, πάτερ, οι φτωχικοί
για σένα θα μιλήσουνε-δε γράφτηκαν για κείνους
για τη λιακάδα γράφτηκαν κι όχι για τη βροχή
εγράφτηκαν για Καίσαρες κι όχι για Κυμβελίνους.
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει να στο πει
αφού δεν είναι μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου.
Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι.
Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη,
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου.
Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει
(Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.)
Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό;
Είναι η καλοσύνη σου; Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό;
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά οου;
Άραγε τι απ’ ολ’ αυτά (η όλα είναι μαζί;)
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει;
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο πριν δαγκάσει;
Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα.
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό.
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.
Γιατί στον τόπο αυτόν εδώ, σε τούτη τη μικρή
κοιλάδα που λυμαίνονται λογής λογής κανάγιες
μία γλυκιά παρηγοριά στη ζωή μας την πικρή
είναι οι λέξεις σου οι σοφές-οι φράσεις σου οι άγιες.
Πράος και γλυκομίλητος, βαθύνους και απλός
κόσμιος, καλότροπος, μεστός σεμνότητος κι ελέους
στέκεις αγγελοφάνταχτος στα μάτια μας εμπρός
ελπίδα για τους γέροντες και φάρος για τους νέους.
Πάτερ και δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς
Και για να κάνεις αγιασμό δε θέλεις πετραχήλι.
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής.
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη.
Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω απ’ τους Θεούς.
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια.
Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι:
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.
Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιο έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.
Η μετριοφροσύνη σου ίσως εξεγερθεί
κι ίσως το μέτρο να ειπείς πως έχω ξεπεράσει.
Μα ξέρει όποιος γύρω σου για λίγο έστω βρεθεί
υπερβολής τα λόγια μου έτι δεν έχουν τάση.
Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί.
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δε χρειάζεται να ψάξει.
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή.
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει.
Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε.
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε.
Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος.
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος.
-----
ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ
Ενώ γράφω,
σταματώ για λίγο.
Ρίχνω ένα βλέμμα στα πόδια μου
και βλέπω άσπρα κόκκαλα.
Τα μάτια μου κοιτάζω στον καθρέφτη
και αντικρίζω δυο μαύρες χάσκουσες οπές.
Σκύβω στην κοιλιά μου,
και κάτι σπονδύλους ξεχωρίζω να προβάλουν
ανάμεσα από σάρκες μισολιωτές.
Όταν το γράψιμο τελειώνω
φορώ το δέρμα μου
και βγαίνω για τις καθημερινές δουλειές
στην πόλη όπου άγνωστη είναι
ακόμα και η λέξη
«οφθαλμίατρος».
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025
ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ
Πήγα στην Πρέβεζα.
Kαι ΕΙΔΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΕΙ
ΖΩΝΤΑΝΟ
ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ!
Τα μάτια που τον έβλεπαν για ολόκληρο ένα μήνα.
Που καθημερινά τον έβλεπαν.
Ήταν τα μάτια της σπιτονοικοκυράς του.
Στην Πρέβεζα.
Μιας γηραιάς κυρίας
σεμνής και καταδεχτικής.
Ανέβηκα τις σκάλες που ανέβαινε.
Άγγιξα το πόμολο της πόρτας
που Εκείνος άγγιζε κάθε ημέρα.
Μετά
πέντε-έξη βήματα
πάνω στο παλαιό ξύλινο δάπεδο
μέχρι την πόρτα
του δωματίου του Ποιητή.
Και ύστερα το όραμα.
Το θάμα.
Το γειτόνεμα
με ό,τι ο Χρόνος είχε απείραχτο αφήσει
από κακίες,
από ζήλειες και μισήματα-
με ότι πιο ιερό μετά την Τέχνη του
είναι για έναν Ποιητή: με την ζωή του.
Μικρό δωμάτιο με κρεβάτι,
τραπεζάκι και καρέκλα.
Στο τραπεζάκι επάνω ένα κύπελλο
και σύνεργα γραφής.
Στεκόμουν και κοιτούσα.
Να! το κύπελλο
απ’ όπου ήπιαν
οι αξεδίψαγοι αλλιώς
νομπελίστες μας.
Να! η πένα που ζωγράφισε
τον άνθρωπο σωστόν…
Στεκάμενος στην πόρτα εμπρός του δωματίου,
τον είδα
στην καρέκλα του
σκυφτόν
να γράφει.
Τον είδα να κοιτάζει απ’ το παράθυρο τον κόσμο.
Τον είδα να ξαπλώνει στο κρεβάτι
κοιτώντας στο ταβάνι
τ’ ωραίο του γύψινο στεφάνι...
Να περπατεί τον έβλεπα
μες στο μικρό το δωματιάκι.
Και δρασκελώντας το
να το πλαταίνει
ώσπου τον κόσμον όλο να χωράει.
Η καλοσυνάτη και απλοϊκή γηραιά κυρία-
η σπιτονοικοκυρά του,
για ώρα έτσι στεκάμενον μπροστά στην πόρτα βλέποντάς με,
«περάστε μέσα», με παρότρυνε.
Και με το χέρι ακόμα δείχνοντάς μου,
πάλι και πάλι μου έλεγε: «Περάστε! Περάστε!..»
Η καημένη η καλή κυρία… ακόμα
Ιδιοκτησία της θεωρεί
αυτό το δωματιάκι του σπιτιού της.
Όταν τέλος δυνήθηκα
και γύρισα στο τώρα:
«Πώς ήτανε;.. Τι έλεγε;.. Τι συνήθιζε να κάνει;…»
ρώτησα.
Και πήρα την απάντηση που επερίμενα.
«Πάντοτε ευγενικός.
Χωρίς λόγια πολλά.
Ένα καλημέρα κι ένα γεια σας μόνον.
Χωρίς άλλο τίποτα.
Και χωρίς παρέες. Από το σπίτι στο γραφείο
και από το γραφείο στο σπίτι…
Κάποιες φορές μόνον,
του δωματίου του άνοιγε την πόρτα
και μου ζητούσε λίγο νερό…»
Και το φρικιαστικό: «Όταν πέθανε,
Και καθάριζα το δωμάτιο
Βρήκα κάτι χαρτιά γραμμένα πάνω στο κομοδίνο του …
Και-πού να ήξερα τι είναι…
τα πέταξα στα σκουπίδια!»
Βγήκα γεμάτος απ’ τη μια,
μα και ανάλαφρος από το σπίτι εκείνο.
Το χρέος μου το πιο βαρύ
το είχα ξεπληρώσει.
Και η σκέψη «τώρα και να πεθάνω δεν θα μ’ ένοιαζε»
Διαπότιζε όλους μου τους λογισμούς.
Και βγήκα.
Και βρέθηκα στον δρόμο,
τον κάτω απ’ το παράθυρό του ακριβώς,
με τα εμπορικά και τα ιχθυοπωλεία του.
Μα ως εβάδιζα
αγκάθι ένα μου κεντούσε
την ακόμα απωθημένη
από τα τόσα υπερκόσμια
λογική:
«…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!»
Κι όπως στα γήινα πάλι ξαναγύριζα,
Η πρώτη μνήμη που μου ήρθε ήταν αυτή:
ο «γιος», η «αδερφή» κι ο «αδερφός» μου,
τα ποιήματά μου
όπου για φύλαξη τους έστελνα
όταν παράδερνα στα ξένα,
τα έκαψαν.
Κι απ’ τον καπνό τους
βρώμισε ο τόπος.
Και να το αγκάθι:
Αντίς μες στα σκουπίδια να τα ρίξει
η σπιτονοικοκυρά
τα ποιήματα του Καρυωτάκη,
δεν τα ’καιγε
να ευωδιάζει ο τόπος εσαεί
Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων…
Και Ελεγείες…
και Σάτιρες…