Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

 (ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ)
(ΑΤΜ)
44.

Όσο κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
κι είναι θολό to βράδυ
κι όσο κι αν μαύρες καταιγίδες τη χτυπούν
και μαύρες μπόρες
κάποιες απρόσμενες στιγμές
μιαν αστραπή θα σχίσει το σκοτάδι:
όσο κι αν είμαστε μικροί
υπάρχουν και για μας μεγάλες ώρες.

 
(ΑΤΜ)
43.

Τι σκοτάδι είχε η νύχτα χτες αγάπη μου!
Τι βροχή ήταν αυτή! Τι παγωνιά!
Και πώς σφύριζε ο αέρας όταν έσπαζε
τα ξερά της λεμονιάς μας τα κλαδιά!

Δε φαντάστηκα ποτέ πως τόσα πράγματα
θα μπορούσα να τα δω σε μια νυχτιά-
τα’ αστεράκια μας να βλέπω τα χαρούμενα
να σκεπάζονται με σύννεφα σταχτιά.

Είχα χάσει κάθε ελπίδα πως θα σ' έβλεπα
και σκεφτόμουν πως κι απόψε-τι κουτός-
της αγάπης σου το χάδι δε θα το 'παιρνα
πως και πάλι θα κοιμόμουν νηστικός.

Kι όταν άκουσα χτυπήματα στην πόρτα μου
τόση μ' έκαναν να νιώσω ταραχή
που εσκέφτηκα πως έπαιζε ο άνεμος
με παιχνίδι τη δικιά μου την ψυχή.

Μα πλησίασα στην πόρτα και την άνοιξα.
Κι ω! χαρά! Μι αχτίδα έλαμψε χρυσή
που εσκόρπισε της νύχτας τα σκοτάδια μου
και με γέμισε με φως-ήσουν εσύ.

Κι όταν κλείσαμε την πόρτα και σταθήκαμε
για ν' ακούσουμε της νύχτας τη βοή
δεν ακούγονταν πια τίποτα-παράξενο:
είχε πάψει κί ο αγέρας κι η βροχή.

 (ΑΤΜ)
42.

Καθόμασταν στης θάλασσας
την αμμουδένιαν άκρη
εκεί που σμίγουν τα θεριά
τα κύματα κι οι βράχοι.

To κύμα έγλυφε απαλά
του ακρόβραχου τις ρίζες
κι εχαδολόγα πονηρά
τις πέτρες του τις γκρίζες.

Κοιτούσες μια τα κύματα
και μια το βράχο πάλι.
Δε μ' έβλεπες, μα ήξερα
τ' είχες στο νου σου βάλει.

Κι όταν ο πόθος φούντωσε
και ζύγωσα σιμά σου
ο βράχος έγινες κι εγώ
το κύμα στα ριζά σου.  

 (ΑΤΜ)
41.

Παρίστατο το ζεύγος μόνον
η παράνυμφος,
δυο άνδρες-πλην του ψάλτου
και, βεβαίως, ο ιερεύς.

Ήτο τόσον αβεβαία η ένωσις
ώστε το "ναι"
μετά δυσκολίας ελέχθη υπ' αμφοτέρων.
Και η αβεβαιότης αύτη
όλον τον μετέπειτα βίον του ζεύγους επηρέασεν.
Επειδή προ πάσης συνευρέσεώς των
το "θέλω" ως το τότε "ναι" ελέγετο-
τόσον αβεβαίως.

Και έφθασε μια νύκτα που
"πρέπει"
εψέλλισαν τα χειλη.

 (ΑΤΜ)
40.

Δεν διαφωνώ.
To σώμα αυτό πρώτη φορά το βλέπω.
Μα το 'χα φαντασθεί πολλές φορές.

Πόσες φορές τα στήθη αυτά-ίδια
το μέγεθος, το σχήμα, το ρόδινον χρώμα-
δεν εσυντρόφευσαν τις νύχτες μου
πόσες φορές το πρόσωπον αυτό
το αισθησιακό προς έκφυλο
δεν ήρθεν εμπροστά μου
τα χείλη αυτά τα λάμποντα σαν
μάτια
τα μάτια ως τα χείλη υγρά
πόσες φορές δεν τα ονειρεύτηκα.

Μόνον η θέσις των δοντιών μου διέφευγε
το σχήμα του έρκους των δεν ήξερα να καθορίσω.
Τώρα το ξέρω.
Έτσι έπρεπε να είναι-όπως αυτό
που έχω τώρα εδώ μπροστά μου.

 (ΑΤΜ)
39.
Γράφω τη μοίρα μου.
Ακουμπισμένος πάνω στο τραπέζι
με το κεφάλι γερτό
και μάτια θολά από δάκρυα
γράφω τη μοίρα μου.

Τα πόδια μου αποσταμένα
από την αναζήτηση της ευτυχίας.
Τα χέρια μου να γυρεύουν ελεημοσύνη απ' το
θεό.
Η σκέψη μου να πλανιέται σε κόσμους
που ποτέ δεν μπόρεσε να γνωρίσει.

Τα όνειρά μου σκοτωμένα από το
χέρι της αγάπης.
Τα δακρυσμένα τα μάτια μου να βλέπουν μακριά
πράγματα που δεν υπάρχουν.
Τα χείλη μου στεγνά σα χείλη πεθαμένου.
Πεθαμένος
και γράφω τη μοίρα μου.

 (ΑΤΜ)
38.

Γράψαμε ένα γράμμα στο θεό.
Δεν είμαστε τρελοί;
Μα είχαμε τόση χαρά σαν ήρθε η απάντηση...