Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

 ΟΙ ΚΑΡΤΕΣ
(Αμερική)

Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
τα μαύρα φορούν και θυμίζουνε τάφο.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
με κίτρινο στόμα ξερνούν ό,τι γράφω.

Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
πικρό καθεμιά τους ξεχύνει φαρμάκι.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
κινούν θλιβερά το ξανθό κεφαλάκι

και "όχι", μου λένε, "μη-μη-μη μας στέλνεις
μας ξέχασε πια της πατρίδας το χώμα.
Λυπήσου και σένα και μας-μη μας στέλνεις-
εκεί ένα θάνατο θα βρούμε ακόμα".

Η ΧΑΛΑΣΜΕΝΗ ΤΣΑΝΤΑ

Η αγαπούλα του η μικρή του μήνυσε
να πάει να πάρει την τσαντούλα της
που μάστορα χρειαζόνταν.

Το αυτοκίνητο πήρε και πήγε.

Έπεφτε βράδυ.
Την κάλεσε και βγήκε
 φέρνοντας την τσαντούλα της μαζί.

Φυσούσε ένα τρελονοτιάς που,
ενώ η γλυκειά του αγάπη τού εξηγούσε
να διορθωθεί τι έπρεπε στην τσάντα,
ο αέρας
μια της σήκωνε και μια άφηνε να πέσει
την μπλε με κίτρινα πουα φουστίτσα της,
ολάσπρα αφήνοντας να φέγγουνε στο μισοσκόταδο
τα ποδαράκια κι οι μηροί ως πάνω.

«Κράτα μωρό μου σηκωμένη τη φουστίτσα σου», της είπε.
Με νάζι και μ’ επίπληξη γεμάτη μια φωνούλα του ψιθύρισε
με το καυτό της ενώ βλέμμα του ’δείχνε
μια κυρία που πλησίαζε:
 «Μπροστά στον κόσμο! Τι σου ήρθε;»

Πέρασε η κυρία,
της βλάβης η περιγραφή τελείωσε
του ’δωσε την τσαντούλα της σ’ ένα χαρτί ωραία τυλιγμένη,
κι αφού είχανε χαιρετιστεί,
και πριν χωρίσουν
«Να! Τώρα ναι!» του είπε αθώα αθώα,
σηκώνοντας ως πάνω τη φουστίτσα της
κι εκεί κρατώντας την
σαν σηκωμένη αυλαία στου Παράδεισου το Θέατρο-
που εξάλλου άρχισε αμέσως ύστερα.
 

ΞΕΝΟΣ

Κάτι μου λεν όταν με βλέπουν τα δεντράκια.
Τα βράδια όταν μες στ' άλση τους βρεθώ τα σκοτεινά
ψιθυριστά στην ησυχία ακούγονται λογάκια-
κάτι κρυφό η σιγανή φωνή τους μου μηνά.

Κάτι γυρεύουν από μένα οι πετρούλες.
μόνος καθώς στα έρημα και στ' άγρια περπατώ
με απαλές, τραγουδιστές με κράζουνε φωνούλες
που δώρο γλυκοπρόσφερτο στη μνήμη μου κρατώ.

Και το νερό φορές φορές το μούρμουρό του
δίπλα μου στ’ άβαθο καθώς ρυάκι του περνά
το άρωμα και η δροσιά του δροσερού του χνώτου
στων κοχυλιών μου τις στροφές λόγια πικρά κερνά.

Αγαπημένα μου τη γλώσσα σας δεν ξέρω
μα μη μ’ αδικοκρίνετε-ψυχή μου, σώμα, νους
δικά σας είναι. Aπό σας κι αν στη μορφή διαφέρω
αντάμα σελαγίζουμε στους ίδιους ουράνούς.

Ξένος εγώ είμαι στους άλλους τους ανθρώπους.
Αυτό εσείς το ξέρετε από μένα πιο καλά.
Κι ας ειν’ αυτό το ποίημα-δεν έχω άλλους τρόπους
η απόκριση στα λόγια σας που ακούω τα πολλά.

 

                                   ΑΝΑΙΤΙΑ

Μικρός θυμάμαι χάρτινο που 'φπαχνα ένα βαρκάκι,
το έριχνα στου κήπου μας το βιαστικό ρυάκι
κι ύστερα στους υδάτινους τ’ ακολουθούσα δρόμους
μέχρι που έπεφτε μ’ ορμή μέσα στους υπονόμους.

Κλεισμένο μες στο χάρτινο εφήμερό του ψέμα
να παραδέρνει το ’βλεπα στου ρυακιού το ρέμα
στις λάσπες και στα χώματα της όχθης να χτυπιέται,
κύκλους να παίρνει, να βουτάει, να χάνεται, να σβηέται.

Θα είχα κόψει από νωρίς του βίου μου το νήμα
όμως εκείνη η παιδική συνήθεια με κρατάει-
πριν πέσω ανυπεράσπιστος μέσα στ’ ογρό μου μνήμα
με λυπημένη κι ήρεμη θέλω μια ειρωνεία
να βλέπω κάθε κύματος καινούργιου τη μανία
καθώς, αναίτια, πριν σβηστεί, στους βράχους με πετάει.

EPHMIA
(Σοφοκλέους. 11-8-05, ώρα 10.20)

Άδειασε η πολυκατοικία-
πού πήγατε όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ' την πόλη.

Φως πια δε φέγγει ούτε ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες,
φύγαν μαμάδες.

Σιγά τις σκάλες ανεβαίνω,
μην ένα χτύπο,
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ’ τον κήπο.

Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχετε πάει;
Το πόδι σας ποιο τάχα χώμα
τώρα πατάει;

Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω
σε σπίτι ξένο.

Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σα να χαράζω
πάνω σε τάφο.
 

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αφού περίμενα
περίμενα
περίμενα
και δεν ήρθες

πήρα τηλέφωνο
τηλέφωνο
τηλέφωνο
μία φίλη

κι ότι θα μου ’δινες  
θα μου ’δινες
θα μου ’δινες
με το ζόρι

αυτή μου το ’δωσε
μου το ’δωσε
μου το ‘δωσε
μ’ ένα ρόδο.
 

ΑΛΙ

Ξέρω κάτι τι
ξέρω κάτι
για την ακριβή
την αγάπη.

Ξέρω κάτι τι
κάτι μέγα
που ούτε οι σοφοί
δε θα λέγαν.

Θλίβει και πονά
και τρομάζει
και τα ιδανικά
όλα σκιάζει.

Όμως θα το πει
τούτη η πέννα
δίχως να σκεφτεί
ούτε εμένα.

Κλείσετε το νου
 να μη νιώσει
το φριχτό παντού
μην προδώσει.

Κι αν το μάτι δει
τα γραμμένα
κάποιος ας του πει
πως ειν’ ψέμα.

Γιατί η καλή-
ζωή να ’χει-
η αγάπη-αλί!
δεν υπάρχει.