Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 

ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ

(Los Angeles-1995)

 

Θεούλη μου οι όπου πλανή-

τη γης ξενητεμένοι

Καθένας από Σένανε

Βοήθεια περιμένει.

 

Δε Σου ζητάνε και πολλά.

Να τους βοηθήσεις μόνο

Να βγούνε τέλος νικητές

Στην πάλη με τον πόνο.

 

Για Σε δεν είναι δύσκολο.

Μια σκέψη Σου μονάχα

Κι αμέσως όλα γίνονται.

Δύσκολο είναι τάχα;

 

Στο κάτω κάτω της γραφής

σκέφου πως άμα γίνει

Κάνεις το θαύμα Σου και Συ, 

Βολεύονται κι εκείνοι.

 

Γιργης Χολιαστός

ΛΥΠΗΜΕΝΗ

(Los Angeles, 1986)

 

Φωτογραφία απέναντί μου

στέκει στον τοίχο κρεμασμένη.

Εκστατική κι αγαπημένη.

Βάλσαμο σκέψης αποδήμου.

 

Ενα τοπίο νησιού Πατρίδας.

Κομμάτι Χώρας-το λιμάνι.

Ο,που να δει το μάτι φτάνει

Φως απ’ τον λύχνο της ελπίδας.

 

Ο,που τ’ αυτί μπορεί ν’ ακούσει

Γέλια, χαρές, φωνές, τραγούδια

Και πολυχρώματα λουλούδια

Που και σε πέτρες πάνω ανθούσι.

 

Σπίτια κάτασπρα από ασβέστη

Χρυσή λαμπράδα στον αέρα

Ηλιογιορτή κάθε ημέρα

Κάθε στιγμή Χριστός ανέστη.

 

Μες στο χαρτί χιλιάδες μάτια

Μ’ αποζητούνε! Με φωνάζουν!

Αλλ’ αλμυρά νερά σκεπάζουν

Του γυρισμού τα μονοπάτια…

 

Φωτογραφία κρεμασμένη

Στέκει στον τοίχο απέναντί μου.

Κι είν' το τοπίο της ερήμου.

Κι ειν' η θωριά της λυπημένη.

 

Γιώργης Χολιαστός

 

Η ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

 

Κάθε που μαύρα σύννεφα τον ουρανό σκεπάζουν

Κι η μέρα νύχτα γίνεται σα να ’ναι άλλη Πλάση,

Πόσο ειν' της θλίψης τα φτερά πλατιά και με τι βιάση

Μες στην ψυχή απελπισία κι απόγνωση σταλάζουν…

 

Μα όμως σαν τ’ ατσάλινα τα σύννεφα τρυπήσει

Με το γλυκό κι επίμονο φώς της μια ηλιαχτίδα

Μαζί της πώς μες στην ψυχή γεννιέται η ελπίδα!

Κι αν πεις της θλίψης τα φτερά: πια έχουνε μαδήσει.

 

Γιώργης Χολιαστός

 

ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

 

Σε μία χώρα μακρινή

Σ’ ενός βουνού τα πλάγια

Την ώρα που η ξενύχτισσα

Γρικιέται η κουκουβάγια,  

 

Που τα ελάτια τα ψηλά

Ψιλή κουβέντα στήνουν

Με το νεράκι που κυλά

Από τις πηγές, και δίνουν

 

Στον γύρω αέρα ευωδιά

Και σιγουριά στο χώμα

Ενώ μερεύει την καρδιά

Το πράσινό τους χρώμα…

 

Εκεί που ο ήλιος ο πρωινός

Μεριάζοντας τις σκάλες

Κατρακυλά και χαρωπός

Γλυκοφιλάει τις στάλες

 

Της παγωμένης της δροσιάς

Σα να ’ναι αγαπημένος

Που της καλής του φορεσιάς

Τ' ασημικά ντυμένος

 

Ερωτα νέον ξεκινά

Και γνώρα νέα δένει

Με κάθε στάλα σαν με μια

Καινούργια αγαπημένη…

 

Στη μακρυνή αυτή πλαγιά

Που έλατο μυρίζει,

Μέσα στων δέντρων τα κλαδιά

Ενα χωριό ανθίζει.

 

Εκεί ο νους μου τριγυρνά

Κι η σκέψη μου πετάει.

Εκεί και θέλω στα στερνά

Του βίου να με πάει

 

Η Μοίρα εμέ-να ξαπλωθώ

Στο χώμα του επάνω-

Τούτο είν' όλο που ποθώ

Και έτσι να πεθάνω.

 

Γιώργης Χολιαστός