ΗΓΗΣΩ
Στου τάφου της το χείλος καθισμένη
με συντροφιά τη δούλη σύνοδό της
η Ηγησώ θρηνεί τον εαυτό της
κι ας είν' αιώνες τώρα πεθαμένη.
Στο χέρι δε θα βάλει το απαλό της
το κόσμημα που βλέπει έτσι θλιμμένη
και θα 'θελε και κείνο να πεθαίνει
να το 'χει και στο θάνατο δικό της.
Θρηνεί το μαρμαρένιο της το στήθος
για χάδι που ποτέ δε θα γνωρίσει…
το στόμα για φιλιά που δε θα πάρει...
Κι αυτή δοσμένη στο δικό της βύθος
πικρά θρηνεί για το μαργαριτάρι
το χέρι της που πια δεν θα στολίσει.
Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025
ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ
Πάντα μου θεέ μου
σ' όλες τις εικόνες
γελαστόν σε νιώθω
μέσα στους αιώνες.
Λάθος θα 'χουν κάνει
τ' άγιο πρόσωπό σου
σοβαρό όσοι φτιάξαν-
δεν είν' το δικό σου.
Μες στη δυστυχία
ο θεός μας γέλιο
πρέπει να σκορπάει
και το ευαγγέλιο
πρέπει τόμος να 'ναι
φίνων ανεκδότων-
πρέπει θε μου να ’σαι
κλόουν εκ των πρώτων.
Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025
Η ΤΕΓΕΑ
στα βάθη των αιώνων
Το χώμα σήμερα τεγεάτη που πατάς
και που κι εγώ από μικρός πατούσα
έχει πολλά να πει για την περφάνια
και για τη δόξα και την προκοπή του.
Φίλε τεγεάτη κοντογείτονά μου
που ευγένεια την ψυχή έχεις γεμάτη,
καθώς στης γης τη φλούδα πάνω ζούμε
που τη χαρά με τη σταγόνα δίνει,
έλα να ψάξουμε να βρούμε κάτι
που την πικρή ζωή μας να ομορφύνει.
Έλα και μακριά πολύ ας πάμε
σε περασμένων χρόνων τα λημέρια
εκεί που θα μετράμε μόνο δόξες
κι αντρείες και δάφνες και μεγαλοσύνες.
Τεγέα! Πόλη από τις μεγάλες
τότε που η Ελλάδα ιερουργούσε
την ιστορία υφαίνοντας της γης μας
και τον πολιτισμό της καλλιεργώντας.
Τεγέα! ακούγανε τα τότε πλήθη
και σεβασμού σιγή το στόμα κλειούσε.
Τεγέα! προφέραν των λαών τα χείλη
και θαυμασμό εγέμιζε η ψυχή τους.
Η Αθηνά η Αλέα το ιερό της
στη γη αυτή εδιάλεξε να χτίσει
κι ήταν, στης Πελοπόννησου το χώρο,
το ιερό αυτό το πιο σεβάσμιο.
Όποιοι σ' αυτό κατάφευγαν ικέτες,
κανείς να τους πειράξει, όχι μόνο,
μα ούτε να ζητήσει δεν τολμούσε
να πάνε πίσω απ' όπου είχανε φύγει,
ακόμα κι αν τη Σπάρτη ή και το Άργος
οι ικέτες τύχαινε πατρίδα να 'χουν.
Από των Μυκηναίων τα χρόνια κιόλας
εκατοικούνταν η όμορφη Τεγέα.
Η ακρόπολή της ήτανε χτισμένη
στον σημερνό το λόφο του Αη-Σώστη.
Στον Κλάριο λόφο, στον Αη-Σώστη δίπλα,
εμάζεψε τους γιους του ο Αρκάδας
και τους εμοίρασε την Αρκαδία.
Ο τόπος γύρω από την Τεγέα
έλαχε στον Αφείδοντα, που ο γιος του,
ο Αλεός, έχτισε την Τεγέα,
εννιά ενώνοντας τριγύρω δήμους.
Ανάμεσά τους δήμος Κορυθέων,
Γαρυατών, Οιατών και Μανθυρέων,
και των Καρυατών και Αδειμαντίων.
Στον πόλεμο της Τροίας οι τεγεάτες
να μην ειν' απ' τους πρώτους δε γινόνταν΄
με άξιον αρχηγό το βασιλιά τους-
τον Αγαπήνορα- πήρανε μέρος.
Ο Αγαμέμνονας του είχε εξήντα
πλοία δοσμένα, για να βάλει μέσα
και στο Ίλιο τους στρατιώτες του να πάει.
Εκεί κι ο βασιλιάς και οι στρατιώτες
πολέμησαν γενναία και γυρνώντας
και πλανεμένοι φτάνοντας στην Κύπρο
την Πάφο ιδρύσαν, τη μεγάλη πόλη.
Ο Αγαπήνορας ήταν μες στ' άλλα
κι ένας απ' τους μνηστήρες της Ελένης
που για χατίρι της ’ματοκυλίστη
ο τότε ελληνισμός στης Τροίας τα μέρη.
Κι η Κυδωνία κι η Γόρτυνα στην Κρήτη,
το φως να δούνε, στην Τεγέα χρωστάνε.
Και κει στην Καλυδώνα, τη χτισμένη
στου Εύηνου τις όχθες, τεγεάτες
από τους πρώτους πρώτους πήραν μέρος
στου καλυδώνιου κάπρου το κυνήγι.
όπου εσκοτώθη ο εγγονός του Αλέα,
ο Αγκαίος, που η κόρη του η Αύγη
τον Τήλεφο στον Ηρακλή γεννάει
που βασιλιάς εγίνη της Μυσίας
κι ενάντια επάλεψε στον Αχιλλέα
εκεί, στην πολυπαίδευτη την Τροία.
Κι ήταν οργανωμένο το κυνήγι
απ' τον Μελέαγρο, γιο του Θεστία.
Κι ας δούμε ο Μελέαγρος πώς γεννήθη
και πώς άδοξα τόσο είχε πεθάνει,
αφού στην ιστορία της θανής του
ακούεται τ' όνομα και του Κηφέα,
γιου του Λυκούργου από την Αρκαδία,
αλλά και του αδερφού του του Αγκαίου
και της αρκαδοπούλας Αταλάντης:
Ο Οινέας, βασιλιάς της Καλυδώνας,
πόλης της Αιτωλίας, που εκτεινόταν
στον ποταμό τον Εύηνο τριγύρω,
παντρεύτηκε την κόρη του Θεστία
που τ' ονομά της ήτανε Αλθαία.
Αυτή πολεμικές ήξερε τέχνες
κι αρματηλάτισσα ήτανε γενναία
κι αγωνιστήκαν για την ομορφιά της
ο Ηρακλής κι ο άσπρος Αχελώος.
Η Αλθαία τον Μελέαγρο γεννάει.
Μετά τη γέννα του εφτά ημέρες,
πάνε στην κούνια του οι τρεις οι Μοίρες
και λένε το παιδί πως θα πεθάνει
όταν ένας δαυλός, που εκαιγόταν
την ώρα εκείνη στου σπιτιού το τζάκι,
θα καίγονταν τελείως να γίνει στάχτη.
Τ' ακούει αυτό η μητέρα του και πάει
και βγάζει τον δαυλό από τις φλόγες
και σε σεντούκι μέσα τον φυλάει.
Τώρα ο Οινέας, κάνοντας θυσία,
τους πρώτους που 'κανε καρπούς η γη του
ξέχασε μες στην κούραση της μέρας
στη θεά Άρτέμιδα να θυσιάσει.
Εκείνη, θυμωμένη απ' τη λησμόνια
στην Καλυδώνα στέλνει έναν κάπρο
σε σώμα και σε δύναμη τεράστιον
που τους κατοίκους έκλεινε στα σπίτια-
για του αγριογούρουνου το φόβο-
κι αγρό κανένας δεν καλλιεργούσε
κι ο Καλυδώνιος ο λαός πεινούσε.
Τότε ο Μελέαγρος όλους μαζεύει
τους άντρες τους γενναίους της Ελλάδας
να πάνε να σκοτώσουνε τον κάπρο.
Και πρώτη και καλλίτερη διαλέγει
και τη γενναία παίρνει Αταλάντη,
που, δίχως να το λέει, την αγαπούσε.
Παίρνει και τον Κηφέα και τον Αγκαίο,
τους γιους του βασιλέα της Τεγέας.
Κι οι δυο αυτοί ελέγανε στους άλλους
ότι τιμή μεγάλη δεν τους κάνει
να πάνε με γυναίκα στο κυνήγι.
Μα ο Μελέαγρος είχε άλλη γνώμη
κι η γνώμη του επικράτησε στο τέλος.
Και συμφωνία έγινε το δέρμα
να πάρει του αγριόχοιρου εκείνος,
που τ' άγριο θηρίο θα σκοτώσει.
Κι όλοι τραβήξανε για το κυνήγι.
Και πρώτη το θηρίο η Αταλάντη
στα νώτα χτύπησε. Του Αμφιάραου
το βέλος μες στο μάτι του το βρήκε,
και του Μελέαγρου ίσα στην κοιλιά του
και πάει, αποτελειώθηκε ο κάπρος.
Το δέρμα που ο Μελέαγρος επήρε
χάρισμα το 'δωσε στην Αταλάντη.
Τότε οι θειοί του, οι αδερφοί του Θέστιου,
πήραν το δέρμα από την Αταλάντη
λέγοντας πως αυτοί να το 'χουν πρέπει
αν ο Μελέαγρος ίσως δεν το θέλει
γιατί αυτοί συγγένεια είχαν μαζί του
την πλέον κοντινή απ' τους άλλους όλους.
Μα ο Μελέαγρος μ' αυτά θυμώνει
και τους δυο θείους του ευθύς σκοτώνει.
Και τότε η μητέρα του, η Αλθαία,
για να εκδικηθεί των αδερφιών της
το θάνατο απ' το ίδιο το παιδί της,
βγάζει και, το δαυλό, απ' το σεντούκι
μέσα στο ίδιο τζάκι τόνε ρίχνει
και ο δαυλός ολόκληρος εκάει.
Κι αμέσως ο Μελέαγρος πεθαίνει.
Αυτά και ο Μελέαγρος είχε πάθει
από την ομορφιά μίας γυναίκας-
γιατί αυτά τα είχε όλα κάνει
για τα ωραία της Αταλάντης μάτια…
Και οι αρχαίοι συγγραφείς λεν όλοι
πως η Τεγέα όλο της χρωστάει
στην Αθηνά το κλέος και τη δόξα
γιατ' είχε στον Κηφέα, γιο του Αλέα,
λίγη αυτή απ' την κόμη χαρισμένη
της Μέδουσας, για φυλαχτό της πόλης.
Και με τη μεσολάβηση είχε γίνει
αυτό, του Ηρακλή, όταν εκείνος
συμμάχους τους τεγεάτες εζητούσε.
Κι ας δούμε το γιατί τους εζητούσε
και πώς η κόμη 'δόθη στους τεγεάτες:
Ο Ηρακλής εκδίκηση ποθώντας
για τους λακεδαιμόνιους που σκοτώσαν
τον Οιωνό, ένα καλό του φίλο,
σύμμαχους έψαχνε απ' την Αρκαδία
και στην Τεγέα έφτασε ζητώντας.
Μα ο Κηφέας, βασιλιάς της πόλης,
δεν ήθελε να φύγει απ' την Τεγέα
γιατί φοβότανε πως οι Αργείοι
ενάντια της σα φύγει θα εκστρατέψουν.
Κι ο Ηρακλής, ζητώντας να τον πείσει,
απ' τη θεά την Αθηνά επήρε
πλεξούδα από της Μέδουσας την κόμη,
σε χάλκινη μια στάμνα τήνε βάζει
και στου Κηφέα την κόρη τήνε δίνει
που τ' όνομά της ήτανε Στερόπη.
Της είπε, αν ερχόνταν οι Αργείοι,
ν' ανέβαινε στα τείχη της Τεγέας
και από κει να υψώσει την πλεξούδα
για τρεις φορές, χωρίς να την κοιτάζει
(γιατί αν το κάνει πέτρα θα γινόνταν.)
Κι όταν οι Αργείοι βλέπαν την πλεξούδα
θα το 'βαζαν σαν τους λαγούς στα πόδια.
Και πήρε τον Κηφέα έτσι μαζί του
ησυχασμένον πια για την Τεγέα,
και κρίμα που στον πόλεμο εσκοτώθη
και κείνος και τα είκοσι παιδιά του.
Και είναι ύστερα απ' αυτό που όταν
απ' την Τεγέα ο Ηρακλής περνούσε
ο,τι εγίνει εγίνει με την Αύγη.
Και να κι η ιστορία με την Αύγη
την όμορφή μας τεγεατοπούλα
που σαν αυγούλα Μάη όμορφη ήταν:
Από το γιο του Δία, τον Αρκάδα,
κι απ' τη Λεάνειρα, κόρη του Αμύκλα
γίναν ο Έλατος και ο Αφείδας.
Τώρα ο Αλεός, γιος του Αφείδα
και η Νεαίρα, κόρη του Περέα
ένα κορίτσι απόκτησαν, την Αύγη,
και δύο γιους: Κηφέα και Λυκούργο,
που βασιλιάδες γίναν της Τεγέας.
Ο Ηρακής αγάπησε την Αύγη
κι απ' την αγάπη αυτή παιδί ’γεννήθη,
που η Αύγη το 'κρυψε στο περιβόλι
του ιερού της Αθηνάς, που η ίδια
από τις πρώτες του ήταν ιέρειες.
Αλλά δεν ευλογείται η ασέβεια :
η γη καρπούς σταμάτησε να δίνει
και λέγαν οι χρησμοί πως μες στ' ωραίο
του ιερού της Αθηνάς περβόλι
ασέβεια μια μεγάλη εκρυβόνταν.
Όταν αποκαλύφτηκε το πράγμα,
της Αύγης ο πατέρας τήνε πήρε
και στου Ναυπλίου τον κτήτορα τη δίνει,
τον Ναύπλιο, μ' εντολή να τη σκοτώσει.
Τη διαταγή εκείνος παρακούει
και απ' αυτόν, την Αύγη πήρε ο Τεύθρας,
ο βασιλιάς της εύφορης Μυσίας-
χώρας της Μικρασίας απ' τις πλούσιες-
και την παντρεύτηκε. Ως για το βρέφος
τ' άφησε μόνο στο βουνό Παρθένι
και μια λαφίνα το 'θρεψε. Για τούτο
και τ' όνομά του Τήλεφος το είπαν.
Και οι βοϊδοβοσκοί κάποιου Κορύθου
που εκεί κοντά τα βοσκοτόπια του είχε
στο σπίτι του το είχαν αναθρέψει.
Κι όταν μεγάλωσε κι απ' το μαντείο
έμαθε της μητέρας του την τύχη,
στον Τεύθραντα επήγε -στη Μυσία-,
θετό του γιό ευθύς αυτός τον κάνει
και άξιο διάδοχο στο βασίλειό του.
Ο Έχεμος ο τεγεάτης πάλι
που είχε παντρευτεί με την Τιμάνδρα,
την αδερφή της άπιστης Ελένης,
το γιο τού Ηρακλή νικάει, τον Ύλλο
στο στένωμα του ισθμού της Κορινθίας,
ματαιώνοντας με τον ηρωισμό του
την εισβολή των πρώτων Δωριέων-
των βάρβαρων απ' το Βορρά που ήρθαν.
Και η αντίσταση που οι τεγεάτες
στων Δωριέων την κάθοδο προβάλαν
είν' η αιτία που στην Αρκαδία
μόνη απ' την υπόλοιπη Ελλάδα
δεν έχαν τότε Δωριείς πατήσει.
Κι όταν ο Πολυμήστωρ, στην Τεγέα
ήτανε βασιλιάς και οι σπαρτιάτες
στην Αρκαδία εμπήκαν, οι τεγεάτες
όχι τους νίκησαν μονάχα πρώτοι,
μα και πολλούς αιχμάλωτους επιάσαν
και δούλους τους τούς είχαν στα χωράφια
και στα σεπτά τα σπίτια της Τεγέας.
(Στου Παυσανία τον καιρό ακόμα,
όπως ο ίδιος στα βιβλία του λέει,
σώζονταν τα δεσμά κι οι αλυσίδες
που οι τεγεάτες δέναν τους σπαρτιάτες!).
Στις μάχες των Ελλήνων με τους Πέρσες
οι τεγεάτες πρώτοι. Ο Λεωνίδας
με τους τρακόσους του αν είχε μείνει,
και μόνο αυτούς θυμάται η Ιστορία,
φαίνεται αυτή μνήμη καλή δεν έχει.
Γιατί με τους τρακόσους τους σπαρτιάτες
στη μάχη που αγίασε την Ελλάδα
και πεντακόσιοι επέσαν τεγεάτες.
Και στις Πλαταιές χιλιάδες τρεις τεγεάτες
δώσανε τον καλλίτερο εαυτό τους
και στο στρατόπεδο πρώτοι εμπήκαν-
όταν αυτός σκοτώθη-του Μαρδόνιου.
Μετά, στην εκστρατεία της Σικελίας
στη μάχη της Μαντίνειας παίρνει μέρος,
στη συμμαχία των Αιτωλών συντρέχει,
και πια η Τεγέα στα χέρια των Ρωμαίων
καθώς και όλες οι άλλες πόλεις πέφτει,
και ο Αντίγονος την κάνει ο Δώσων
της Αχαϊκής Συμπολιτείας μέλος.
Το άγαλμα το θεσπέσιο της Αλέας
ύστερα από τη νίκη του στο Άκτιο
ατός του ο βασιλιάς Οκτάβιος παίρνει
στη Ρώμη το πηγαίνει και το στήνει
στην Αγορά που έχει τ' όνομά του.
Το χώμα σήμερα τεγεάτη που πατάς
αθέρας τέχνης πάνω του σπαρμένος.
Του Σκόπα η σμίλη έχει εδώ δουλέψει.
Το ναό αυτός σχεδίασε της Αλέας
κι η τέχνη του τον έχει διακοσμήσει.
Οι βάσεις του από ντόπιο ήταν λιθάρι.
Κίονες, αετώματα, επιστύλια
όλα με ντόπιο μάρμαρο φτιαγμένα.
Χρυσελεφάντινο άγαλμα εντός του-
έργο του γλύπτη Ευδοίου-της Αλέας
(αυτό που είχε ο Οκτάβιος πάρει).
Ακόμα του Ασκληπιού και της Υγείας
τα μαρμαρένια αγάλματα είχε μέσα,
έργα του θείου Σκόπα και τα δυο τους.
Με θέματα απ' τους μύθους τους εντόπιους
ανάγλυφες βρισκόνταν παραστάσεις
στις πάνω στα επιστύλια μετόπες
του πρόναου και του οπισθοδόμου.
Από τ' αγάλματα των αετωμάτων
σωθήκαν λείψανα που μας φωτίζουν
προσωπικότητα κι έργο του Σκόπα.
Και να του κάπρου μπρος μας το κυνήγι.
Στη μέση ο κάπρος και η Αταλάντη.
Στο ανατολικό αέτωμά του
όσοι αγωνίστηκαν ήρωες μαζί της:
Μελέαγρος, Θησέας, Τελαμώνας,
Ιόλαος, Πηλέας, Πολυδεύκης,
ο Έποχος, που τον Αγκαίο βαστάει
ετοιμοθάνατον απ' το θηρίο,
Κάστορας, Αμφιάραος και άλλοι.
Στο δυτικό, του Τήλεφου ο αγώνας
(της Αύγης γιου, αφέντη της Μυσίας),
ενάντια στον ταχύποδο Αχιλλέα
στην πράσινη του Καύκου την πεδιάδα.
Κυμάτια κι έλικες μ' άκανθας φύλλα,
λεοντοκεφαλές και υδρορρόες
την πανδαισία της Τέχνης συμπληρώνουν
που το ναό κοσμούσε της Αλέας.
Όσα γλυπτά εσώθηκαν, εκφράζουν,
και κύρια τα κεφάλια-με τα μάτια
βαθιά μέσα στις κόγχες τους βαλμένα
και το που στρέφουν προς τα πάνω βλέμμα-
και τα ευγενικά τα μέτωπά τους,
όλο το πάθος και την αγωνία
τους κύριους δηλαδή τους χαρακτήρες
της πάντοτε άφταστης σχολής του Σκόπα.
Μπροστά από το ναό βωμού θεμέλιο-
βωμού που όλος ήταν στολισμένος
με των Μουσών αγάλματα ωραία
και της μητέρας τους της Μνημοσύνης,
και τις ανάγλυφες τις παραστάσεις
της Ρέας, γυναίκας του παμφάγου Κρόνου,
και της Οινόης με το Δία βρέφος,
κι άλλων Νυμφών, φτιαγμένων απ' το χέρι
του Σάτυρου, του Σκόπα συνεργάτη.
Στα βόρια του ναού ίχνη της κρήνης
που ο Ηρακλής συνάντησε την Αύγη.
Την πόλη ακόμα της Τεγέας στολίζαν
ναοί περίλαμπροι, καθώς εκείνος
της Αθηνάς Πολιάτιδας κι ακόμα
του Αίπυτου Ερμή, της Αφροδίτης,
της Καρποφόρου Δήμητρος και Κόρης,
του Απόλλωνα μ’ επίχρυσο άγαλμά του
που έργο ήτανε του Χειρισόφου,
ιερά πολλά-του Διόνυσου τα δύο-,
βωμοί αναρίθμητοι με ανάμεσά τους
τον αψηλό βωμό του Τέλειου Δια.
Έξω απ' το τείχος που 'κλεινε την πόλη-
που μήκους ήταν έξη χιλιομέτρων
και μέτρα εξήμισυ που είχε ύψος-
το ιερό της Δήμητρος βρισκόνταν
με ειδώλια πλήθος που ήταν χάλκινα άλλα
κι άλλα που ήσαν με πηλό φτιαγμένα.
Είναι αυτά που σήμερα θα βρούμε
στο τοπικό τεγεάτικο Μουσείο.
Τρία χιλιόμετρα από την Τεγέα,
στα δυτικά, ιερό του Ποσειδώνα,
και άλλο της Αρτέμιδας που Σώζει,
σε δωρικό οικοδόμημα, που ήταν
τον έκτο χρόνο προ Χριστού φτιαγμένο.
Η Άρτεμις η Κνακεάτις πάλι
ναό μαρμάρινο είχε στο Μαυρίκι
που βρίσκεται παρέκει απ' την Τεγέα,
κι αυτόν του έκτου προ Χριστού αιώνα.
Κι εκεί που σήμερα είναι το Στάδιο,
βρίσκονταν τότε-άλλο τι;-το Στάδιο,
φκιασμένο από χώμα σωρεμένο.
Και μέσα κει γινόνταν τ' Αλεαία
σ' ανάμνηση της ένωσης των Δήμων,
μα και τ' Αλώϊα, για να μην ξεχνιέται
η νίκη ενάντια στους δεινούς σπαρτιάτες,
κι ότι αιχμάλωτους πιάσανε τόσους.
Στης Παλαιάς Επισκοπής τη θέση
που της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
χτίστηκε αργότερα η εκκλησία,
το Θέατρο βρισκόνταν της Τεγέας
που ο Αντίοχος έχτισε ο Τρίτος,
ο Επιφανής. Εκεί στημένα ήσαν
χάλκινα αγάλματα΄ κι απ' όλα ένα
τον Φιλοποίμενα αναπαριστούσε,
το στρατηγό το μεγαλοπολίτη
της Αχαϊκής κραταιάς Συμπολιτείας.
Μα και στα γράμματα δεν υστερούσε
η πόλη σας η τότε, η Τεγέα.
και άξια ήσαν της αίγλη της κι εκείνα.
Ο Αρίαθος, ο ιστορικός, τεγεάτης.
Ο τραγωδός Αρίσταρχος επίσης
που μέχρι τα εκατό έζησε χρόνια
και εβδομήντα έγραψε τραγωδίες
που με τις δυο απ' αυτές είχε νικήσει
στους τότε που διεξάγονταν αγώνες.
Και ο Κλωνάς ο ποιητής ο μέγας,
στα μέσα του έβδομου που 'ζησε αιώνα,
το δέκατο παιδί της Μνημοσύνης,
ο λυρικός ο ποιητής, που είχε
της αύλησης τους νόμους καθιερώσει
για να 'ρθουνε κατόπι του οι άλλοι
του πέμπτου του αιώνα οι μεγάλοι
και στα καλούπια που 'φκιασεν εκείνος
τους στίχους τους δικούς τους να ξεχύσουν.
Κι είχε Βουλή μια τότε η Τεγέα
από τρακόσους βουλευτές, σαν τώρα
που τόσους έχει ολόκληρη η Ελλάδα
(να τους χαιρόμαστε τους τωρινούς μας…)
Κι είχε προστάτες, στρατηγούς, ιππάρχους,
κι είχε και θεωρούς και αγορανόμους,
και θεωρούς και ηλιαστές' κι ακόμα
νομίσματα δικά της είχε κόψει.
Τώρα οι έλληνες μακριά από δόξες
ψάχνουμε από κάπου να πιαστούμε
λαός πως είμαστε κι εμείς να πούμε
που κάτι αναμετάξυ μας μάς δένει.
Βλέπουμε τη φριχτή αγραμματοσύνη
καταστροφή μας να μας έχει γίνει
χάμου καθώς δεμένους μας κρατάει.
Βλέπουμε λίγους που κοκορευόνται-
που σαν το εικοσιένα οι φαναριώτες
δούλοι σα να 'μαστε μας διαφεντεύουν.
Τους άλλους βλέπουμε λαούς να υψώνουν
ελευτεριάς σημαίες και προόδου
και τους χλευάζουμε γιατί θαρρούμε-
γιατί μας έχουν έτσι μαθημένους-
πως λευτεριά σημαίνει ανηθικότη
και πρόοδος σημαίνει αμαρτία.
Βλέπουμε τους λαούς να 'χουνε μπέσα
κι ο λόγος τους συμβόλαιο να μετράει,
και μεις τους θεωρούμε-γιατί έτσι
μας έχουν οι αφεντάδες μας διδάξει-
"κουτόφραγκους" και "αμερικανάκια".
Βλέπουμε πόλεις καθαρές να έχουν,
βλέπουμε να δουλεύουν, με συνέπεια
να υπακούν στους νόμους τούς θωρούμε-
πολιτισμένοι να 'ναι μ' ένα λόγο-
και λέμε ’μεις-γιατί τ' αφεντικά μας
έτσι συφέρο έχουνε να λέμε-
"ω! τους καημένους! σκλάβοι της δουλειάς τους,
των νόμων και της καθαριότητάς τους!
ενώ εμείς...κάνουμε ό,τι θέ 'με!"
Και μας οικτίρει Αμερική κι Ευρώπη.
Και για μονάχο έχουμε όπλο ενάντια
στην ανεπάρκεια και στη δυστυχιά μας
να λέμε: "ναι, αλλά, οι πρόγονοί μας..."
και ν' αραδιάζουμε πράγματα τέτοια
καθώς κι εγώ πιο πάνω έχω αραδιάσει.
Μα μόνο γιατί ζούμε σ' ένα τόπο
που κάποτε όσοι μέσα τους εζούσαν
κάτι καλό εκάμαν, δε σημαίνει
ότι κι εμείς κολλάμε από κείνων
τις δόξες και τις Τέχνες και τα κλέη.
Αν μόνος του κανείς δε φτιάξει κάτι,
κι όσα κι αν κλέψει ξένα και τα δείχνει
και περηφάνια όση γι αυτά κι αν νιώθει,
φρούδα κι η περηφάνια κι η χαρά του:
καλό για κάτι όχλος αν κοπιάσει
τότε θα τον δεχτεί λαό η Πλάση.
-----
ΤΕΜΠΗ 28-2-23
Αδέρφια μου
ταχύτερο απ’ τον φτεροσάνταλον Ερμή
το νέο μάς ήρθε του ξολοθρεμού σας.
Ένα όνειρο πικρό τα φρένα εξέσχισε των Ολυμπίων
τον γαληνό ταράζοντάς τους ύπνο.
Οι Συμπληγάδες της ψυχής μας
ακίνητες μιας κι άνοιξαν εμείναν
ακέριο αφήνοντάς το να περάσει το καράβι
της Θλίψης, της Οργής και των Συγκλονισμών.
Στην πλώρη του επάνω
πελιδνός
χωρίς φωνή και πρόσωπο
της Τραγωδίας ο Άγγελος να διασαλπίζει:
“Πενήντα εφτά Έλληνες νεκροί!”
Ο απρόσμενος χαμός σας
στις πιο ψηλές κορφές του Πόνου μάς ανέβασε-
εκεί που κόβεται η ανάσα
εκεί που άλαλα τα χείλη μένουν
εκεί που δεν μπορεί το δάκρυ ν’ αναβλύσει.
Η υπομονή αδέρφια μου
έφτασε ξάφνω
στο ακρόχειλο του πιο βαθιού γκρεμού της
βλέποντας κάτω
αθέλητα υποψήφια αυτόχειρ.
Μες στη βροντή των σίδερων
μες στον ορυμαγδό
μέσα στο ξάφνιασμα του τρόμου
στριγκιά η φωνή ανάκραξε της Ήβης: «Σταθείτε!
Μη! Μη φεύγετε καλοί μου!..»
Μα εσάς το Φως σάς είχε κιόλας ξεχωρίσει.
Και σας πήρε.
Κι έμεινε το άρωμα χωρίς αγέρα
το στόλισμα χωρίς γυναίκα
και η αγάπη δίχως αγκαλιά.
Οι αναμνήσεις σας-όσες προλάβατε να φκιάστε-
στα φύλλα των τριαντάφυλλων ακούμπησαν θλιμμένες.
Η φλόγα του πυρσού της ανθρωπιάς
ετρέμισε στο ψήλωμά σας.
Χωρίς σας οι αλυσίδες μας εβάρυναν
σαν ρίζες να ’ριξαν βαριές στη γη.
Κι αφότου εφύγατε
αργά,
πολύ αργά,
το δρόμο της αδέρφια μου τραβάει η μέρα.
Τώρα κοιμόσαστε ήρεμα
γλυκά και αλαφρά.
Τώρα στο χώμα ανθούν τα όνειρά σας. Και τις κρύες νύχτες
ακοίμητη έρχεται η συμπόνια μας
και στοργικά τα σκεπάζει.
Αδέρφια μου,
δε θα κιωθούν του Πόνου μας τα λόγια.
Μεσίστιες οι σημαίες θα κυματίζουν της ψυχής μας.
Κάθε ανάπνια μας θα είναι στεναγμός
κι εσάς θα βλέπουμε όπου κοιτάμε…
Μα και η γη!
Κι η γη!
Η γη μας!-πώς αδέρφια μου να σας ξεχάσει;
Πώς να σας ξεχάσει η γη μας
που καθεμία και καθένας σας
τόσο πολύτιμοι της ήταν;
Που όλο βλέπει κάθε μέρα πιο να χαμηλώνει
το φως στο ακοίμητό της το καντήλι...
που του σκοταδιού θωρεί το στόμα
χάσκοντας όλο πιο να πλησιάζει...
Η γη,
η γη μας,
το σπιτάκι μας-
η γη μας πώς αδέρφια μου να σας ξεχάσει
που ό,τι ελληνικό
είναι το μόνο ζωντανό μέσα στη νέκρα της
είναι το μόνο ελπιδοφόρο μες στην ιστορία της
είναι το μόνο αληθινό μες στην ψευτιά της-
αχ! πώς να σας ξεχάσει αδέρφια μου η γη μας
που μόνον επειδή εσείς έχετε υπάρξει
μπορεί και πέρφανα σηκώνει το κεφάλι
καθώς ανάμεσα σε πλήθη άλλων άστρων ταξιδεύει
ανεόρταστων;..
Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025
ΓΕΝΕΣΗ
Δυο Φαντασιές από τις άπειρες τις Φαντασιές
κουβέντιαζαν στην απεραντοσύνη μέσα
του χάους όπου
χωρίς να ξέρουν ποιος εκεί τις έβαλε
βρισκόνταν.
Είχανε παίξει τα ωραία φανταστικά παιχνίδια τους
και πια,
στις φαντασιώσεις της η καθεμιά είχε αφεθεί,
τις από δέσμευση καμιά περιορισμένες.
Κι έτσι όπως ξάπλωναν τελείως ξέγνοιαστες
και μακαρίως ανέμελες,
ξάφνω η μια είπε στην άλλη:
«Ξέρεις,
φαντάζομαι έναν κόσμο πραγματικό!»
Η άλλη: «Τι εννοείς;», απάντησε.
«Να!, έναν κόσμο όχι φανταστικό.»
«Έναν κόσμο… ας πούμε ύλης;»
«Ναι, από ύλη.»
«Δηλαδή άτομα, μόρια και τέτοια;»
«Ναι.»
«Μπρρρρρ», έκανε ανατριχιάζοντας η άλλη.
«Λοιπόν, έναν κόσμο ύλης…»
«Να έχει και χρόνο μέσα του;…»
«Και χρόνο φυσικά… και λίγη ενέργεια…»
«Τρομαχτικό πολύ τον έκαμες.»
«Ή να φτιάχνεις ή να μη φτιάχνεις.»
Γελάσανε κι οι δυο.
Ύστερα συνεχίσαν τα δικά τους.
Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
15 ΜΑΡΤΗ,
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
Καταναλώνουμε. Και αγοράζουμε.
Παίρνουμε το μικρό και το μεγάλο,
μα ότι ακόμα θέλουμε φωνάζουμε
αυτό, ετούτο, το άλλο, το παράλλο…
Παίρνουμε πράγματα και όλο παίρνουμε
από τον έμπορο που τα πουλάει,
κι όταν στο σπίτι όλα αυτά τα φέρνουμε
από χαρά η καρδιά χοροπηδάει.
Μα σαν τα δούμε λίγο, όταν τα παίξουμε,
όταν τα φάμε ή μ’ αυτά χαρούμε,
τ’ αφήνουμε και θέλουμε να τρέξουμε
και νέα ν’ αγοράσουμε ζητούμε.
Και βέβαια πρέπει να καταναλώνουμΜ.
μα όχι αλόγιστα. Με μέτρο κάποιο.
Αλλιώς παιδιά μου το παραξηλώνουμε
κι η κατανάλωση είναι κάτι σάπιο.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δεν νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;
Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.
Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «σ’ αγαπώ»!
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΠΝΟΥ
Για σκέψου να υπάρχει ημέρα ύπνου!
Και όμως, του αξίζει τέτοια μέρα-
γιατί όλοι, απ’ τα στρωσίδια μας του λίκνου,
κανείς τον ύπνο δεν τον διώχνει πέρα.
Γι αυτό και σήμερα όλοι τιμούμε
το δώρο αυτό της φύσης της σοφής μας.
Κι ας το τιμήσουμε πριν... κοιμηθούμε
κάτω απ’ το βάρος όποιας κούρασής μας.
Γιατί αν ο ύπνος δεν μάς αναπάψει
θα είμαστε συνέχεια κουρασμένοι,
κι η νύστα που δεν θα ’λεγε να πάψει,
όλη μας τη χαρά θα ’χε παρμένη.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ
Κι αν είναι εβραίος κάποιος είτε γάλλος
τι με νοιάζει;
Κι αν είναι αλβανός ή πορτογάλος
τι πειράζει;
Και κείνος άνθρωπος τάχα δεν είναι
σαν και μένα;
Ή μήπως άλλο κάτι γίνεται
Κάποιος στα ξένα;
Και κείνος ίδια, κάτω αν θα πέσει,
δεν πονάει;
Και ίδια, κλαίει κι αυτός όταν πονέσει!-
δεν γελάει...
Γι αυτό έθνη και φυλές εγώ δεν ξέρω-
και σας λέω,
πως όταν κάποιος ξένος υποφέρει,
κι εγώ κλαίω.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ
Πρέπει να τα προσέχουμε τα δάση.
Αυτά μας δίνουν οξυγόνο, ξύλο,
και το νερό κρατούν μη μας χαλάσει.
Καθείς στα δάση έχει έναν φίλο.
Ας τα περποιούμαστε λοιπόν με ζήλο.
Ό,τι μας έπλασε κι αυτά έχει πλάσει.
Κι αν δε μας δίνουνε σύκο ή μήλο,
μα της ζωής μας δίνουν το γιορτάσι.
Μετά, σκεφτείτε λίγο και ρωτήστε:
δεν είναι τάχα υποχρέωσή σας
το κάθε γήινο να το αγαπήστε
αφού η μοίρα του είναι και δική σας;
Κι ακόμα λέω πως δάση αν δεν υπήρχαν,
το άχρωμο κι η θλίψη θα μας είχαν.
22 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
«Ρυάκια γλυκομούρμουρα
θάλασσα εσύ γαλάζια-
ρυάκια με τη χάρη σας,
θάλασσα με τα νάζια,
ποιος δεν σας αγαπάει αφού
στο αίμα μας κυλάτε;
Ποιος τάχα σας εχθρεύεται
χαρά αφού μας μεθάτε;
Κι ή σαν βροχούλα σιγανή,
κι ή σαν μεγάλη μπόρα,
να ξέρατε πώς θα ’θελα
να πέφτατε και τώρα...
Κυλήστε, τρέξτε, βρέξετε.
Τη γη βαθιά ποτίστε.
Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ,
ποτέ να μη μας λείψτε.»
23 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ
Βαριέμαι ομπρέλα πάντοτε να κουβαλώ μαζί μου.
Μα θέλω πάντα και στεγνό να έχω το κορμί μου.
Γι αυτό μετεωρολόγοι μου κάνετε τη δουλειά σας
και τα παιδιά όλα εμείς θα είμαστε κοντά σας.
Δουλειά τους νόμους έχετε της φύσης σεις να βρείτε.
Παρατηρήσετε λοιπόν, μετρήστε, κι ό,τι δείτε
ζυμώστε το, δουλέψτε το, ταξινομήσετέ το,
και ό,τι βρείτε σ’ όλους μας ανακοινώνετέ το.
Και γίνετε βοηθοί εσείς σε γεωργό, βαρκάρη,
ως και σ’ αυτούς που ορέγονται ταξίδια στο φεγγάρι.
Κι αν κάτι θέ ’τε κι από μας... μα σας το δώσαμε ήδη:
σήμερα εχάσαμε για σας λίγη ώρα απ’ το παιχνίδι!..
27 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
Τόσο κρυφοί είναι όλοι τους
και τόσο θλιβεροί
που λες κι ανακαλύψανε
τη γλώσσα, επειδή
να κρύψουνε γυρεύουνε
μ’ αυτήν κάθε κακό τους
από γειτόνους, φίλους τους
...μα κι απ’ τον εαυτό τους.
Και σιχασιά όταν νιώσουνε
απ’ αυτό τους το κρυφτό
στο θέατρο πηγαίνουνε
για να ιδούν σ’ αυτό
τον εαυτό τους μ’ όλα του
τ’ άσχημα και κρυφά του
κι έτσι να καταφέρουνε
να ’ρθούνε πιο κοντά του.
Κι όταν μας παίρνουνε μαζί
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι,
εμείς-και ας μην ξέρουμε
το έργο τι θα βγάλει-,
μα κερδισμένοι βγαίνουμε
από τα έργα όλα
γιατί σε κάθε διάλειμμα
πίνουμε κόκα-κόλα!..
2 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Αυτό, ναι! Mάλιστα! Σωστά οι μεγάλοι το εβρήκανε
και βιβλιαράκια και για μας να γράψουνε σκεφτήκανε-
βιβλία για μάγισσες καλές, για κοντορεβυθούληδες,
για φασολιές, για βάτραχους, για πρίγκηπες μικρούληδες.
Βιβλία ακόμα που εξηγούν όσα οι μεγάλοι ξέρουνε
ώστε αυτά σιγά σιγά κι εμείς να τα μαθαίνουμε-
βιβλία που γράψαν συγγραφείς σπουδαίοι και μεγάλοι
μα κι άλλοι που, κι ας ειν’ μικροί, ευχάριστοι είναι πάλι.
Ευχαριστούμε όλους σας λοιπόν που εργαστήκατε
βιβλία να φτιάξετε για μας-για μας που κουραστήκατε.
Και τόσο τα βιβλία αυτά αγαπάμε τα δικά μας
που άλλα θα φτιάξουμε κι εμείς, παρόμοια, στα παιδιά μας.
7 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΓΕΙΑΣ
«Γεια σου» λέμε χαιρετώντας.
Κι όταν πίνουμε, «εις υγείαν».
Λέτε σχέση ετούτα να ’χουν
με τη μέρα αυτή καμία;
Βέβαια κι έχουν. Η υγεία
ειν’ αυτή που τη ζωή μας
να την αγαπάμε κάνει
σαν την πιο τρανή γιορτή μας.
Ναι! Αλήθεια! Ένα παιδάκι
που το πόδι του έχει σπάσει,
τρέχει; χαίρεται μαζί σας;
και μπορεί να διασκεδάσει;
Και παιδί που άρρωστο είναι
και που ο πυρετός το ψήνει
δεν θα πρέπει ώσπου να γιάνει
στο κρεβάτι του να μείνει;
Προσοχή λοιπόν παιδάκια
στην υγεία την ακριβή σας.
Άβλαβη να την κρατάτε.
Η ευθύνη είναι δική σας:
ό,τι οι δάσκαλοι σας λένε
για το θέμα ν’ ακλουθείστε
έτσι που ίσως και ποτέ σας
να μην έρθει ν’ αρρωστήστε.
Όμως κι ούτε ο φόβος πρέπει
της αρρώστιας να σας πιάσει
γιατί, ό,τι κι αν σας έβρει...
πού θα πάει-θα περάσει!
22 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΓΗΣ
Της μάνας Γης ημέρα.
Της Γης που όλους μάς κρατεί
καθώς στα χάη κρεμαστή
όλο πηγαίνει πέρα.
Να πούμε τι γι αυτήνε
παρά ότι πρέπει της φιλί
φιλί γλυκό γλυκό πολύ
κι αυτό λίγο θα είναι;
Κι ανάγκη λέτε να ’ναι
όπως τα μάτια μας τα δυο
να πούμε πως-κι ακόμα πιο-
πρέπει να την φυλάμε;
Όχι-καθείς γνωρίζει
πως αν κακό σ’ αυτήν συμβεί,
ή κάποια γίνει αλλαγή
καθώς στριφογυρίζει,
τότε και κείνη πάει,
αλλά μαζί μ’ αυτήνε πια
και μάς-κακότροπα παιδιά-
ο Άδης θα μας φάει.
23 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Βιβλία μικρά, βιβλία μεγάλα,
βιβλία έξυπνα, βιβλία κουτά,
βιβλία χαρούμενα ή λυπηρά,
βιβλία για μεγάλους και παιδιά.
Διαλέξτε φίλοι μου: πλήθος βιβλίων.
Πάρτε στα χέρια σας να τα κoιτάξτε.
Άλλα απ’ αυτά ωφελούν και άλλα βλάπτουν.
Πάρτε και όποιο θέλετε διαβάστε.
Κι ό,τι διαβάστε, κρίνετε μονάχοι:
καλό είναι; ταιριάζει στο μυαλό σας;
Αν όχι, κάποιο άλλο βιβλίο βρέστε
ή γράψτε σεις ένα βιβλίο δικό σας.
Κι αν κάποιος κάποτε για ένα βιβλίο
σας έλεγε καλό ή άσχημο κάτι,
μη βγάλτε σεις απόφαση αν πρώτα,
δεν το ’ξετάσει το δικό σας μάτι.
24 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΖΩΑ
Εδώ δεν ξέρω φίλοι τι να πω.
Κι εγώ πολύ τα ζώα τ’ αγαπώ.
Μα όμως αγαπώ και τους ανθρώπους.
Ν’ αποφασίσω-όχι-δεν έχω τρόπους.
Καθείς ας απαντήσει μοναχός του
στο μέγα θέμα αυτό που στέκει εμπρός του.
Μη με ρωτήσετε-δεν έχω γνώμη.
Ίσως Θεός αν γίνω... μα όχι ακόμη...
29 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΧΟΡΟΥ
Χορός! Το σώμα γίνεται αγέρας
Κι αχτίδα χαρωπή στο φως της μέρας.
Και στρέφει και λυγίζει και πετάει
κι η Λευτεριά του νου μαζί του πάει.
Χορός! Ο χορευτής τα σκότη σχίζει
και άυλος-σαν πνεύμα φτερακίζει!
Χορός! Της Φύσης δώρο στους ανθρώπους
που πέρα κάνει βάσανα και κόπους!
Και το χορό αν χορεύει νιος λεβέντης
της γης και τ’ ουρανού ειν’ αυτός αφέντης.
Κι αν λυγερή κοπέλα τον χορεύει
τους άντρες όλους γύρω της παιδεύει.
6 ΜΑΗ
ΗΜΕΡΑ ΓΕΛΙΟΥ
Ξέρετε τι τον άνθρωπο τον κάνει
από τα ζώα αυτός να ξεχωρίζει;
Το γέλιο! Τ’ άλλα και τα ζώα τα ’χουν,
κανένα όμως το γέλιο δεν γνωρίζει.
Όλοι αυτό οι σοφοί της γης το λένε.
Κι ακόμα λένε ότι με το γέλιο
μακραίνει η ζήση-για μακροζωϊα
φάρμακο πως το γέλιο είναι τέλειο.
Αντίρρηση ποιος γίνεται να έχει;
Όλα το γέλιο δεν τα καταφέρνει;-
αν κάποιος να γελάσουμε μάς κάνει
και λύπη αυτός και πόνο δεν μάς παίρνει;
Γελάτε το λοιπόν και σεις παιδιά μου.
Με ανέκδοτα και μ’ έξυπνες ταινίες
με γκάφες που σκαρώνετε, με αστεία,
με κόμικς κι έξυπνες γελοιογραφίες.
Γελάτε. Η ζωή ζητάει το γέλιο
αλλά και κείνο τη ζωή ζητάει.
Παντρέψτε τα τα δυο. Και για κουμπάρα
Η αθώα σας χαρά να στέκει πλάϊ.
5 ΙΟΥΝΗ
ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Περιβάλλον είναι αυτή η γειτονιά μου,
και ο χώρος είναι ακόμα ο κοσμικός.
Είναι η πόλη μου, η χώρα μου, η φύση,
είναι ο κήπος του σπιτιού μου ο μικρός.
Και μεγάλη προσοχή πρέπει να δείχνω
για να μην λερώνω δρόμους, και να μη
στου πικ νικ την απλωσιά πάνω ν’ αφήνω
τα σκουπίδια που ’χω κάνει εγώ εκεί.
Όμως όσο κι αν εγώ πολυπροσέχω,
να το κάνουν πρέπει αυτό και οι μεγάλοι
γιατί εγώ αν θα λερώσω ένα δρόμο
τη γη όλη αυτοί θα κάνουν ένα χάλι.
21 ΙΟΥΝΗ, ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Από το χτύπημα ενός ταμπούρλου
μέχρι την πολυόργανη ορχήστρα,
ίδια η μουσική μαγεία έχει
κι όμοια για όλους είναι ξεμυαλίστρα.
Ας ειν’ καλά οι συνθέτες οι καλοί μας
που τις εμπνεύσεις τους ήχους τους κάνουν
τέτοιους που κι όταν όλα θα χαθούνε
οι μελωδίες-αυτές!-δεν θα πεθάνουν.
8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ
Βου και α βα… που και ι πι. Γελάτε...
αυτό ήθελα κι εγώ. Λοιπόν αστείο
δεν είναι, άνθρωποι ούτε αυτό να ξέρουν
όπου πολύχρονο έχουν κιόλας βίο;
Μα όμως δυστυχώς για κλάματα είναι
κι όχι για γέλια τέτοια μια κατάντια.
Άνθρωπος δίχως γράμματα ζει σάμπως
να παίζει μποξ κανένας δίχως γάντια.
Η ανθρωπότητα δεν θα προοδέψει
αν γράμματα όλοι οι άνθρωποι δεν μάθουν.
Αλλιώς -όπως και τώρα το παθαίνουν-
θα τους αξίζει κι ό,τι άλλο αν πάθουν.
Οι δυνατοί τους κάνουν ό,τι θέλουν
και οι γραμματισμένοι τους αγνοούνε.
Στο περιθώριο ζουν της κοινωνίας
και δεν μιλάνε-δεν λαλούν: βοούνε.
Μα αν οι γραμματισμένοι θα πληθύνουν,
τότε θα λιγοστέψει η δυστυχία,
που τώρα πάνω της για να ψηλώσει,
26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
Αφόντας στο νερό ένα ξύλο ρίξαν,
πάνω του ανέβηκαν και είχαν πλεύσει,
το θάμα κατορθώθηκε-την πρώτη
οι άνθρωποι ναυτιλίας πήραν γεύση.
Κι όταν ανοίχτηκαν μες στα πελάγη
ο νους ανοίχτη τότε των ανθρώπων
κι εμπορευτήκαν, κι ήθη εγνωρίσαν
καινούργια, σ’ όποιον νέο έπλεαν τόπον.
Η ναυτιλία! Της οικονομίας
χωρών παραθαλάσσιων στυλοβάτις!
Η ανθρωπότητα άλλαξε με κείνη,
κι ο κόσμος, του νερού έγινε πελάτης...
Ας τη γιορτάσουμε λοιπόν κι αυτήνε.
Αλλά και αν την είχαμε ξεχάσει,
θα μας την θύμιζαν τα τόσα πλοία
που τρέχουνε στις θάλασσες με βιάση.
4 ΟΧΤΩΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Πουλάκια που λαλούν πάνω στα κλώνια,
ελάφια που τον ίσκιο τους φοβούνται
μύγες, ελέφαντες, λιόντες, γατούλες,
αρκούδες που ολοχείμωνα κοιμούνται...
Τι πλήθος ποικιλόμορφο τα ζώα!
Τόσα δεν θα ΄πλαθε όποια φαντασία:
κραυγές και τιτιβίσματα… φωνούλες…
ενστίκτων και χρωμάτων πανδαισία!
Ένα τεράστιο τσίρκο η γη μας μοιάζει
και μια μεγάλη κιβωτός του Νώε
την τίγρη μέσα του που κλει΄ του Ρίλκε,
και το κοράκι το φριχτό του Πόε.
Κι είναι τα ζώα το μέτρο των ανθρώπων.
Γιατί αν στη γη μας ζώα δεν υπήρχαν
θα ’λεγαν πως τα μόνα είναι όντα,
κι οίηση πιότερη γι αυτό θα δείχναν...
17 ΟΧΤΩΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ
Στον κόσμο εκατομμύρια οι φτωχοί
που ή σπίτι, ή φαϊ, ή δουλειά δεν έχουν,
και που αμόρφωτοι και άρρωστοι είναι
ή που να ζούνε μόλις που αντέχουν.
Κι όλοι τούς συμπαθούμε τους καημένους
καθώς τους βλέπουμε μέρες ή βράδια
να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρούνε
πράγμα ένα χρήσιμο, ή αποφάγια.
Μα φίλοι μου νομίζω συμφωνείτε
πως δεν θα υπήρχε ο θόρυβος ετούτος
της φτώχειας η ντροπή που ξεσηκώνει,
αν δεν υπήρχε κάπου αλλού ο πλούτος!
3 ΔΕΚΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ
Όλη η αγάπη μας στους αναπήρους.
Κι όλη η βοήθεια μας για να μπορέσουν
να ξεπεράσουν την αναπηρία
και με την όλη κοινωνία να δέσουν.
Μα μέλημά μας πρέπει να ’ναι κύριο
μες στης ζωής τους άπονους τους γύρους-
όσο από ανθρώπους εξαρτάται-
να μην δημιουργούμε αναπήρους.
Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΕΣ
ΤΟΥ ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
μετάφραση
Δάφνες και φίλτρα Θεστυλί! Πού είναι; Φέρε μού τα.
Πάρε το πρόβιο το μαλλί το ραφιναρισμένο
και το ποτήρι σκέπασε για να τον μαγιοδέσω
αυτόν που εγώ τον αγαπώ κι εκείνος με παιδεύει.
Που ο άθλιος μέρες δώδεκα τώρα χαμένος είναι,
Κι αν ζω ή αν επέθανα δε ρώτησε να μάθει.
Την πόρτα μου ο αχάριστος δε χτύπησε-και βέβαια
αλλού τον αλαφρόμυαλο τον έχουνε τραβήξει
η Αφροδίτη κι ο Ερωτας. Αύριο στην παλαίστρα
του Τιμαγήτου να τον δω θα πάω, να τον ψάλλω
για όσα μούκανε. Αλλά, τώρα θα τόνε δέσω
Με τούτα δω τ' αρώματα. Φώτα καλά Σελήνη
γιατί θα πω ένα σιγανό τραγούδι και σε σένα
και στην Εκάβη που στης γης τα μαύρα βάθη μένει
και που την τρέμουν τα σκυλιά, όταν από τα μέρη
των πεθαμένων έρχεται περνώντας μαύρο αίμα.
Εκάτη! χαίρε τρομερή! Και ώσπου να τελειώσω,
στα μάγια μου βοήθα με, και κάνε από της Μήδειας
ή απ' της Κίρκης ή από της ξανθής της Περιμήδης,
να μη γινούν χειρότερα, αλλά με κείνων ίδια.
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Πρώτα τ' αλεύρι στη φωτιά να πέσει πρέπει. Ελα,
πασπάλιζέ το Θεστυλί… άθλια-πού τρέχει ο νους σου;
Αραγε με τη λύπη μου μη χαίρεσαι βρωμιάρα;
Σκόρπα το, και "τα κόκκαλα", να λες, "σκορπώ του Δέλφι"
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Ο Δελφις μ' έκαψε, κι εγώ, δάφνη στο Δέλφι καίω.
Κι όπως φουντώνει ξαφνικά κι αυτή τριζοβολώντας
και καίγεται αναλάμποντας και στάχτη δεν αφήνει,
και το κορμί του να χαθεί εκείνου μες στη φλόγα.
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ιυγγα φέρε μού τον.
Κι ως με βοηθό μου τη Θεά, του’ το κερί εγώ λιώνω,
έτσι να λιώσει από ερωτά ο Μύνδιος ο Δελφις.
Κι ως η Αφροδίτη τον χαλκό αυτόν γυρίζει δίσκο,
έτσι κι αυτός στην πόρτα μου απόξω να γυρνάει.
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Τώρα θα κάψω, Αρτεμη, τα πίτουρα σε σένα,
που και τα σίδερα μπορείς του Αδη να κουνήσεις,
και ό,τι άλλο, όσο κι αν αυτό είναι στεριωμένο.
…Για μας στην πόλη Θεστυλί ουρλιάζουνε οι σκύλοι.
Θα ’ναι η θεά στα τρίστρατα… Χτύπα το δίσκο! Βιάσου!..
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Να! Ησυχάζει η θάλασσα, ’συχάζουν κι οι άνεμοι.
Μόνον ο μες στα στήθια μου πόνος δεν ησυχάζει,
παρά για κείνον καίγομαι ολάκληρη-γιά κείνον,
που αντίς να ’μαι γυναίκα του μ' έχει ξεπαρθενέψει,
και πομπεμένη μ' άφησε τη δύστυχη εμένα.
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Φορές τρεις στάζω Δέσποινα, και τρεις φορές φωνάζω:
«Είτε γυναίκα δίπλα του κοιμάται, είτε άντρας,
Τόσο απ’ αυτόν να ξεχαστεί, όσο ο Θησέας στη Δία
Λεν την ομορφοπλέξουδη πως ξέχασε Αριάδνη.»
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Υπάρχει αλογοβότανο ένα, στην Αρκαδία,
που αν οι γρήγορες το φαν φοράδες και πουλάρια,
παίρνουνε όλα τα βουνά. Έτσι να δω τον Δέλφι
παρόμοια να πετάγεται απ' τη λαμπρή παλαίστρα,
και σαν τρελός μέσα σ' αυτό να μου ’ρχεται το σπίτι.
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Αυτή την άκρη που απ' του Δέλφι εκόπηκε τη χλαίνη,
ξεφτώντας την, στην άγρια φωτιά τη ρίχνω τώρα.
Αλίμονο! Γιατί Ερωτα σαν τη λιμνίσια βδέλλα
έχεις κολλήσει επάνω μου και πίνεις μου το αίμα;
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Ένα πιοτό της συφοράς αύριο θα σου φέρω,
μια σαύρα κοπανίζοντας. Τώρα ετούτα πάρε
συ Θεστυλί τα βότανα, και πήγαινε με τρόπο,
κι άλειψε το κατώφλι του όσο ειν' ακόμα νύχτα.
Και φτύνοντας «Τα κόκκαλα», να λες, «του Δέλφι αλείφω».
Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μού τον.
Τώρα που μόνη έμεινα, πούθε να πρωταρχίσω
να κλαίω την αγάπη μου; Πώς το κακό που μ' ήβρε
τούτο να πω; Η Αναξώ, του Εύβουλου η κόρη,
κανιστροφόρα έφτασε στης Αρτεμης το δάσος.
Πίσω και πλάι της πολλά πηγαίνανε θηρία,
κι ανάμεσα τους μάλιστα ήταν μια λιονταρίνα.
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα Σελήνη.
Και τότε μια Θρακιώτισσα, τροφός του Θεοχαρίδα,
γειτόνισσά μου-δε ζει πια- μ’ εθερμοπαρακάλει
μαζί να δούμε την πομπή. Και η δύστυχη, επήγα,
τον βυσσινί ωραίο μου φορώντας τον χιτώνα,
και τυλιγμένη στο μακρύ παλτό της Κλεαρίστας.
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.
Στου δρόμου μας θα ήμουνα τη μέση, όταν είδα
εκεί, κοντά στου Λύκωνα, τον Δέλφι να βαδίζει,
μαζί με τον Ευδάμιππο. Απ' της γαζίας τ' άνθη
είχανε γένια πιο ξανθά' και λάμπαν τους τα στήθια
πιότερο κι από σένανε, Σελήνη, έτσι ως είχαν
μόλις αφήσει τους καλούς αγώνες της παλαίστρας.
Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.
Τον είδα και τρελάθηκα! Κι αμέσως η καρδιά μου
της δόλιας, επληγώθηκε. Χάθηκε η ομορφιά μου,
Και δεν σκεφτόμουν πια πομπή. Πώς βρέθηκα στο σπίτι,
ούτε που το κατάλαβα. Και μ’ έπιασε μια θέρμη
που ήρθε και με ρήμαξε. Έπεσα στο κρεβάτι
και δέκα μέρες έμεινα εκεί και δέκα νύχτες.
Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.
Εκιτρινοφυλλιάστηκα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Πετσί και κόκκαλο έμεινα. Και τι δεν είχα κάνει…
Και ποια γριά δε ρώτησα που ξέρει να ξορκίζει…
Τίποτα δε μ' αλάφραινε. Μόνο περνούσε ο χρόνος.
Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.
Ωσπου τη δούλα φώναξα και της τα είπα όλα.
«Βρες μου», της λέω, «βρε Θεστυλί κάποια γιατρειά σε τούτη,
την τρομερή αρρώστια μου. Μ' έχει σκλαβώσει ο Μύνδιος.
Στου Τιμαγήτου πήγαινε και φύλα, την παλαίστρα-
τ' αρέσει εκεί να κάθεται κι έτσι συχνοπηγαίνει".
Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.
«Κι όταν τον δεις μονάχο του, τότε με τρόπο γνεψ' του
και πες του ότι τον ζητά η Σιμαίθα-κι εδώ φέρτον».
Όταν της το ’πα πήγε αυτή, και τον λαμπρό το Δέλφι
τον έφερε στο σπίτι μου. Κι ως ένιωσα πως ήρθε,
κι ακόμη πριν το πόδι του την πόρτα να περάσει…
Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.
...από το χιόνι έγινα πιό κρύα, κι ο ιδρώτας
μου ’σταζε από το μέτωπο σαν νοτινή δροσούλα,
και η μιλιά μου κόπηκε, και δε μπορούσα ούτε
φωνή να βγαλω, όπως αυτή που βγάζουν τα μωράκια,
σα μες στον ύπνο τους καλούν την π' αγαπούν μητέρα.
Και νέκρωσα, σα να ’μουνα κερένια μια κούκλα.
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.
Κι όταν με είδε ο άπονος, χαμήλωσε τα μάτια,
κι έκατσε στο κρεβάτι μου κι αυτά τα λόγια μου ’πε:
«Σιμαίθα, αλήθεια, όπως εγώ τον όμορφο Φιλίνο
Στο τρέξιμο ξεπέρασα τις άλλες, και συ εμένα,
Το ίδιο με ξεπέρασες καλώντας με κοντά σου...»
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.
"...Γιατί θα ’ρχόμουνα εγώ. Στ' ορκίζομαι- θα ’ρχόμουν,
Μα το γλυκό τον Ερωτα, στο σπίτι σου απόψε!
Κι ας είχες αγαπητικόν άλλονε. Και θα είχα
τα μήλα μες στον κόρφο μου του Διόνυσου κρυμμένα,
Και θα ’χα στο κεφάλι μου στεφάνι απ’ το κλωνάρι
Το ιερό του Ηρακλή, κομμένο από λεύκα,
και στολισμένο ολόγυρα με κόκκινες κορδέλες".
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.
Κι αν με δεχόσουνα καλά όπως μ’ εδέχτης τώρα
(όλοι το λένε όμορφος και λυγερός πως είμαι
στα παλληκάρια ανάμεσα), θα ησύχαζα, ακόμα
κι αν μοναχά το στόμα σου τ’ όμορφο εφιλούσα.
Αλλά κι αν μ’ έδιωχνες κι η πόρτα ήταν μανταλωμένη,
Τότε τσεκούρια και δαυλοί θα μ' έφερναν σε σένα… "
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σεληνη.
"…Και πρώτα-πρώτα χάρη εγώ στην Κύπριδα χρωστάω,
κι ύστερα από την Κύπριδα σε σένανε καλή μου,
που μ' έβγαλες απ’ τη φωτιά μισοκαμμένον έτσι
καλώντας με στο σπίτι σου. Πολλές φορές ο Ερως
έχει φωτιά πιο δυνατή και απ’ αυτήν ακόμα
του Λιπαραίου του Ήφαιστου-και πιο πολύ φλογίζει…"
Πες από πούθε ο έρωτας μου ’ρθε κυρα-Σελήνη.
"…και την παρθένα σαν τρελή την κάνει από το σπίτι
να φεύγει, και τη νιόπαντρη να παρατάει το στρώμα
που απ’ το κορμί του άντρα της ζεστό είναι ακόμα!".
Έτσι μου είπε αυτός. Κι εγώ τον πήρα από το χέρι
κι έπεσα, η ευκολόπιστη, μαζί του στο κρεβάτι.
Και γρήγορα τα σώματα τα δυο αγκαλιαστήκαν
και μια απαλή τα τύλιξε ζέστα. Τα πρόσωπα μας
απ’ όσο ήτανε πιο πριν, είχανε τωρα ανάψει
περσότερο, και οι γλυκοί οι ψίθυροι αρχίσαν.
Και για να μην πολυλογώ Σελήνη αγαπημένη,
καήκαμε κι οι δύο μας στον πόθο το μεγάλο.
Κι ίσα με χτες δεν είχε αυτός παράπονο από μένα
ούτε κι εγώ είχα απ’ αυτόν. Μα σήμερα, στο σπίτι,
ήρθε της αυλητρίδας μου η μάνα, της Μελίστας
-που έχει και τη Μελιξώ-, την ώρα που κινώντας
από τη θάλασσα, ψηλά, στον ουρανό ανεβαίνουν
τ' άλογα, τη ροδόθρεφτη που υψώνανε αυγούλα,
και μέσα σ' άλλα μούπε πως ο Δέλφις ξελογιάστη
και πως δεν είναι σίγουρη-με άντρα ή γυναίκα,
μα ξέρει πως πολλές φορές γέμιζε το ποτήρι
κι έπινε στης αγάπης του τ' όνομα, κρασί σκέτο
και ότι τέλος έφευγε λέγοντας πως θα πάει
στην πόρτα της αγάπης του στεφάνι να κρεμάσει.
Αυτά μου τα ’πε η ίδια αυτή, και πρέπει να ’ναι αλήθεια.
Γιατί και τρεις και τέσσερες φορές άλλοτε ερχόταν
κι ακούμπαγε πολλές φορές το δωρικό σταμνί του
στο σπίτι μου. Και τώρα τι; Δώδεκα μέρες πάνε
που δεν τον είδα. Σίγουρα κάποια καινούργια γλύκα
θα έχει βρει γι αυτό και με μ’ έχει αποξεχάσει.
Μα τώρα θα τον δέσουνε τα μάγια. Κι αν και πάλι
θα με πικράνει έτσι δα, ε, τότε, μα τις Μοίρες,
του Αδη την εξώπορτα θα πάει να χτυπήσει.
Τέτοια μες στο σακούλι μου-το λέω!-φαρμάκια κρύβω
που ένας ξένος, Δέσποινα, μου τα ’μαθε, Ασσύριος.
Οδήγα τ’ άτια σου εσύ χαρούμενη κυρά μου
απάνω απ' τον Ωκεανό, και όπως μέχρι τώρα
την πίκρα εγώ τη βάσταγα, πάλι θα τη βαστάξω.
Χαίρε Σελήνη λαμπερή και τ’ άλλα σεις αστέρια-
χαίρετε σύντροφοι ήσυχοι του άρματος της Νύχτας.
---------
(Ίυγξ: Νύμφη, κόρη του Πάνα και της Πειθούς-ή της Ηχούς-, η οποία με μάγια προκάλεσε ερωτικό πόθο στον Δία για την Ιώ. Για την πράξη της αυτή η Ήρα μετέτρεψε την Ίυγγα σε πουλί-την σημερινή σουσουράδα.)