ΕΙΜΑΣΤΕ…
Είμαστε ποταμάκια
χωρίς νερό.
Είμαστε σαν πουλάκια
χωρίς φτερό.
Κακόβουλο κοράκι-
τάχα γιατί;-
φτεράκια και νεράκι
μας τα κρατεί.
Βουνάκια δασωμένα
δε μας θωρούν...
ζωάκια διψασμένα
δεν ξεδιψούν...
Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025
ΖΩΓΡΑΦΙΣΕ ΜΕ
Ζωγράφισέ με μ’ ένα στέμμα
στην κορυφή του κεφαλιού.
Ζωγράφισέ με μ’ ένα βλέμμα
υπερηφάνου αγριμιού.
Και στου χεριού κρύψε την όψη
μια νευρικότητα όταν γράφει
κανείς αμέσως να μη νιώθει-
ξέρετε δα σεις οι ζωγράφοι...
Τ’ άλλα ως συνήθως να τα φκιάσεις
ούτε πολύ κοινά ούτε σπάνια.
Μόνο αυτά να μην ξεχάσεις:
δύναμη, πείσμα, περηφάνια.
ΔΕΕΤΑΙ
Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος
μες στου αλσυλλίου τις σκιές
που μαγίστρες μοιάζουνε γρηές
κάποιος πικροκλαίει στη γη πεσμένος.
Κάποιος κλαίει πάνω στο χορτάρι.
Σφίγγουνε τα χέρια του τη γη.
Κάτι να της δώσει προσπαθεί;
κάτι από κείνηνε να πάρει;
Σχίζουν οι λυγμοί του το σκοτάδι.
Στ’ άπονα τα χώματα χτυπούν.
Οι ψυχές ξυπνάνε και ακούν
μες από τον άπελπο τον Άδη.
Τάχα στο αλσύλλιο ποιος να κλαίει
ποιος στην ησυχία τη βραδινή-
ποιος μες στη νυχτιά τη σκοτεινή
δέεται στον Πλάστη-και τι λέει;
ΕΝA ΑΓΓΙΓΜΑ
Πώς έτσι εφτάσαμε λοιπόν σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ’ άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή...
Εσμίλεψε το πνεύμα μας όχι του μίσους σμίλη
αλλά της αναντίρρητης κι απλής αποδοχής
όσων κι αν έρχονταν δεινών κι ευφρόσυνα τα χείλη
δε μισανοίξανε παρά για λόγια προσευχής.
Το δρόμο της εβάδισε η ζωή όχι πατώντας
πάνω στ’ ολόπαχο χαλί της σκέψης της φτηνής
μα σε βουνών τις μυτερές τις πέτρες σκαρφαλώντας
κατ’ από δηώσεις, απειλές, και διώξεις απηνείς.
Εξασκηθήκαμε στα πιο εξαίσια μέρη του όλου
κάθε ημέρα φτάνοντας ψηλότερες κορφές
η ορμή μας το προπέτασμα του επουράνιου θόλου
διέσχισε, πίσω αφήνοντας πρωτόγονες μορφές.
Απ’ του νερού κι απ’ της φωτιάς τα χέρια ξεκινώντας
μες στο νερό βρεθήκαμε πάλι και στη φωτιά
όχι στεκάμενοι, αλλά, το μέγα κύκλο κλειώντας
που άγνωστα του βρίσκονται και τέρμα και πρωτιά.
Σε κάθε που φαινότανε να φτάνει καταιγίδα
κι ενώ τη μάχη ετοίμαζε ο μαύρος ουρανός
του έαρος μεις εφέραμε στους ώμους τη χλαμύδα-
κι από ελπίδες ξαστεριάς ο σάκος μας κενός.
Ο πόνος για το πάτημα της χλόης και το κλάμα
για του χιονιού το λιώσιμο στην ήσυχη βροχή
αντί ν’ ανοίγουν τον κρουνό στερεύανε το νάμα
του λυτρωμού απ’ την άδικη κι αναίτιαν ενοχή.
Άραγε πώς εφτάσαμε σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ’ άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια
φωνή…
ΜΑΣ ΕΙΠΕ
Μας είπε πως η κόρη της σκοτώθηκε
σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Η φωνή της χωρίς πνοή και χρώμα ηχούσε
σαν κάτω από τη γη να ’ρχόνταν. Και σαν
τα εικοσιτρία χρόνια της σκοτωμένης κόρης της
να προστεθήκαν στα δικά της,
έτσι τα πόδια έσερνε ως περπατούσε
λες ξάφνου έγινε πολύ γριά.
Και καφέ μας έφτιαξε με άλλα χέρια.
Μ’ ας πάει να λέει και να κάνει.
Την κόρη αυτήνε δεν την είχαμε ποτέ μας δει
άραγε κόρη δεν υπήρξε.
Ας πάει να λέει και να κάνει.
ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ
Ελάτε να τηρήσωμε ενός λεπτού σιγή
για τις γλυκές τις λέξεις που δε λέχτηκαν
για τις ματιές που δε φλογίσαν άλλα μάτια.
Ελάτε να τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή
στη μνήμη των φιλιών που δεν εδόθηκαν-
στη μνήμη των χαδιών που ασυντέλεστα-
που ερυθρά σχεδιάσματα πυρακτωμένα
φλογίζουν κι ανταριάζουνε το αίμα.
Ελάτε να τηρήσωμε ενός λεπτού σιγή
για όσους αναστεναγμούς κρατούσαν
του Πόνου αντί του Πόθου το μαχαίρι
και δάκρυα να χύσωμε καυτά
για τα κορμιά που δόθηκαν στο θάνατο
αντί μες στην αγάπη να χαθούνε.
ΣΤΗ ΜΠΛΟΥΖΑ
Το καλοκαίρι που έφυγε ήταν πολύ ζεστό
και κάθε μέρα ήταν για μας μια νέα ευκαιρία
να μαζευτούμε στην "ΠΗΓΗ"( δρόσιζε εκεί γι αυτό)
εγώ, ο Γιάννης, ο Φωκάς, ο Πέτρος κι η Μαρία.
Και μια θυμάμαι ξαφνική που έπεσε βροχή
καθώς τα ούζα πίναμε αμέριμνοι ένα βράδυ
κι όπως ακάλυπτοι ήμασταν στην αίθριαν εξοχή
το ’βλογημένο το νερό μας έβρεξεν ομάδι.
Απ’ τη θεσπέσια του υγρού χώματος ευωδιά
γλυκομεθύσαμε όλοι μας το βράδυ αυτό τ’ ωραίο
και σαν μικρά να ήμασταν κι ανέμελα παιδιά
το κάθε τι μας φαίνονταν παλιό σαν να ’ταν νέο.
Κι ενώ η Μαρία ύστερα απ’ την μπόρα της στιγμής
απ’ την αρχή μας πρόσφερε τα νερωμένα ούζα,
αθώους τάχα γράφοντας κύκλους τριγύρω εμείς
τα στήθη της κοιτάζαμε που κόλλαγαν στην μπλούζα.