ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ
Τα ρόδα και τα κρίνα φάνηκαν. Σε λίγο
το μάτι από λουλούδια τίποτ' άλλο δε θα βλέπει.
Κακόμοιροι εμείς! Για του ήλιου τα καπρίτσια
καταδικασμένοι να ’μαστε να χαιρόμαστε…
Και γιατί;
Για να ’χουμε να κάνουμε κάτι εδώ πάνω
που η γη,
καθώς βρύα τα κεραμίδια,
υγρασία γεμάτη
μας εκκόλαψε…
Ω! Άνοιξη, λοιπόν, ολανθισμένη!
Μα αρκετά! Ω! σιχαμένη Άνοιξη.
και συ κι οι εποχές όλες μαζί σου!
Του μυαλού μου αν μιαν άκρούλα πιάνετε
και μου πάτε και μου 'ρχόσαστε,
μην καμαρώνετε-
είναι γιατί εγώ το θέλω.
Τρίτη 1 Μαρτίου 2022
ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ
Σαν κάποιος που διαβάζει ολοένα και μέσα
στα βιβλία του κάποτε κάτι βρίσκει,
έτσι και το χέρι
που στα σκουπίδια μέσα ψάχνει της ζωής
κάτι βρίσκει-έναν αναπτήρα, μιαν αξιοπρέπεια,
πτώματα ελπίδων, ξέφτιους θυμούς,
μια ηθικότητα.
Περισσότερο βαραίνουν λόγια
που αγαπητά χείλη είπαν:
σαν αγάλματα οι λέξεις τους.
Κρυσταλλωμένες.
Ακόμα βρίσκει μικρές καθημερινές χαρές,
παλιωμένους έρωτες που ακόμα λίγη
από τη μυρωδιά τους κρατάνε,
σκελετούς πουλιών, χείμαρρους πόθων
με γύρω τους υψωμένες όχθες αδιαπέραστες,
συντρίμμια ιδανικών, και που και που έναν
χρυσοκόκκινο ήλιο κάποιας περασμένης δύσης.
ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ
Η ζωή υφαίνει το στεφάνι της
κόβοντας καρδιές αντίς λουλούδια
και στην πόρτα της απόξω
φρέσκο το κρεμάει κάθε πρωί.
Τις καρδιές τις ευαίσθητες διαλέγει
και τις τρυφερές,
όπως τρυφερά χορτάρια στο λειβάδι
τα ζωάκια για να φαν διαλέγουν.
Και όποιος ξέρει τον πόνο που οι καρδιές πονούν,
αυτός
και του χορταριού τον πόνο-
που στων χορτοφάγων λιώμα γίνεται τα δόντια-
μπορεί να νιώσει.
ΟΥΤΕ ΑΓΚΑΛΙΑ
Αγάπες και φιλιά και αγκαλιές
Χαμένα μέσα στ' όνειρο του χτες
και στεναγμοί και λόγια λιγωμένα
μες στ' όνειρο του αύριο χαμένα.
Κι ακόμα ενώ τρυγάει φιλιά και χάδια
Κοιτάει την αγκαλιά του κι είναι άδεια.
Κι ακόμα ενώ η γλυκιά τον ντύνει πάχνη
Βλέπει ξανά, κι ούτε αγκαλιά υπάρχει.
Και μόνο μένουνε απ' όλα τούτα
Παιδιά, που ως ωριμάζουνε τα φρούτα
έτσι κι αυτά γεννιούνται, αντριεύουν
και χάδια και φιλιά κι αυτά γυρεύουν.
ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Στου νεκροταφείου το πλατύ αλώνι
η μελαγχολία την ψυχή αλώνει
κάθε τάφος πλάκα και σβηστό καντήλι
κι έναν τρόμο γύρω η νυχτιά έχει στείλει.
Στο σκοτάδι κάτι φωτοσκιές κινούνται-
άραγε αξύπνητα οι νεκροί κοιμούνται
ή ασώματοι κι αγνοί όπως θέλαν να ’ναι
βγαίνουν απ’ τους τάφους τους κι άσκοπα γυρνάνε;
ΑΜΕΡΙΚΗ
Αμερική! Στα ξενοδοχεία
μπουφές γεμάτος εύγευστα, ελαφρά,
φαγητά λαχταριστά.
Αμερική! Δρόμοι πλατιοί
κήποι μεγάλοι σε κάθε σπίτι μπρος. Ουρανοξύστες
με ρίζες όσο το ύψος τους. Γυναίκες
με το χαμόγελο πάντα στα χείλη.
Αμερική! Μπάρμπεκιου Σάββατο με φίλους.
Ήρεμο την Κυριακή
και καθαρό γκαράζ-σέιλ.
Αμερική! Ελευθερία! Χιούμορ! Ξεγνοιασιά!
Αμερική! Τέικ γιουαρ τάιμ!
Αμερική! σε κάθε γειτονιά βιβλιοθήκη.
Κέντρο Πνευματικό σε κάθε πόλη.
Ορθάνοιχτα όλα. Μυστικό κανένα.
Αμερική.
Ωραία όλα την Αμερική.
Γι αυτό φροντίουνε-ας ειν’ καλά-
οι πύραυλοί μας.
(Λος Άντζελες 1994)
ΧΡΌΝΟΣ
Την ύστατη ώρα του ας στείλει απόψε ο Χρόνος
που για μένα φυλαγμένη έχει. Εγώ
το μολύβι μου καλά το έχω
και ωραία τοποθετήσει
στην κώχη δίπλα του κλειστού βιβλίου-
η μύτη του ν’ αγγίζει
στην κάτω ακριβώς γωνία του πίσω εξώφυλλου-
και το ποτήρι του καφέ
στου τραπεζιού την δεξιά πάνω γωνία
με το χερούλι του προς το παράθυρο.
Ας στείλει ο Χρόνος τη στιγμή του.
Έτσι που έχω ετοιμαστεί
από κει κι ύστερα
Χρόνος μαζί του θα ’μαι.