Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

ΣΤΥΛΙΑΝΉ ΑΝΤΩΝΊΟΥ

-Στυλιανή Αντωνίου.
Τι είναι αυτή η Στυλιανή Αντωνίου;
-Χριστός με Όπλο.
Πρόεδρος με Τσίπα.
Λαός Υπεύθυνος.
Τίμιος Πρωθυπουργός.
Ο Καθρέφτης του Μέλλοντός σου.

-Και, η Αντωνίου η Στυλιανή τι κάνει;
-Ξεπλένει την Ντροπή σου.
Μαθαίνει στα Παιδιά της Ανθρωπιάς το Δρόμο.
Ναρκοθετεί την Ύλη με  Ιδέες.
Γράφει την Ιστορία όπως της πρέπει να γραφτεί.

-Ε και να κάνω τώρα τι
μ’ αυτή την Αντωνίου τη Στυλιανή;
-Να την υψώσεις Σημαία της Αξιοπρέπειάς σου.
Με Πανιά σου το Παράδειγμά της ν’ αρμενίσεις.
Ν’ ανάψεις στην Αγιοσύνη της Κερί τη Βουλή
και να της κάψεις Λιβάνι-Τσίκνα από των Πλούσιων τα Κορμιά.

Κι αν πάλι δε θα σηκωθείς Δούλε Λαέ,
τουλάχιστο σκυφτός έτσι όπως είσαι
στρέψε σ’ αυτή και ζήτα της συγνώμη
γιατί και πάλι τ’ Όνειδος διαλέγεις.
 

Η ΑΓΙΑ ΘΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΑΥΛΙΟΥ
ΤΟΥ CHARITY HOSPITAL ΤΟΥ LA

Σαν ύπερος σε στήμονες ανάμεσα
η κεφαλή προβάλλει της Αγίας.
Τα χέρια
παράλυτα κρέμανται κάτω.

Η Αγία σε Έκσταση. Ο Έρωτας
και άλλην αν ήθελε έκφραση να δώσει
σε πρόσωπο,
δεν θα μπορούσε,
άλλη απ’ αυτήν
που της Αγίας το πρόσωπο
ολοκληρωτικά κατέχει.

Και που είναι η Αγία μαρμαρίνη
καλλίτερα έτσι η Μεγάλη Άφεση
δείχνεται: Κρύο κι Αιώνιότητα
από παντού κυκλώνοντάς την
τη διαπερνούνε
και την ύλη της καταργούν.

Άυλη.
Έτσι να μένει.

 Ο ΜΠΑΝΤΑΒΌΣ
    
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.

Που ’τρωγε τη σούπα του
με πηρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».

Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες όλο ετρυγούσε.

Κι όταν ήταν να μετρήσει
απ΄το ένα ως το δύο
κειος ανάποδα μετρούσε-
μείον ένα μείον δύο.

Και στο γάϊδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας
για κεφάλι γαϊδουρίσο.

Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.

Του ελέγαν: «στάσου ορθός»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος τράβαγε στον πάτο.

Απ΄τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι,
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το τσαμπί απ’ το σταφύλι.

Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.

Κι όλοι τονε κοροϊδεύαν
κι ολοένα τον πειράαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.

Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.

Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.

Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.

Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν
σύμβουλό του να τον κάνει.

Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό δεν το ’λεγε ίσο».

Και τον είχε σύμβουλό του
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.

Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά»,τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»

(Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι,
η ειρήνη ότ’ είναι μάχη
και κοιλιά πως είναι η ράχη).

Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα.»

ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Μέσα στο δάσος
χωρίς οδηγό
χωρίς παρέα προχωρεί.

Τα πουλιά βαστούν επάνω στα φτερά τους
Την καλοσύνη του πρωιού
Και από δέντρο σε δέντρο
χαρούμενα την περιφέρουν.

Σκέφτηκε ότι
Βγαίνοντας από το δάσος στην πλατιάν οδό   
Που γι ανθρώπους ήτανε φτιαγμένη
κάτι ανάρμοστο θα ήτανε μια τετιαν ώρα.

Γι αυτό περίλυπος προχώρησε κατά το δρόμο.

Μα και το δάσος
Έτσι γι αυτόν εσκέφτονταν.

Και βγαίνοντας εκείνος
Πήγε κι αυτό μαζί του.
 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί αργά ο ήλιος
κι ως κουρασμένος ανατέλλει.
Και κάθε που τραβάει στη δύση
μαζί του να με πάρει θέλει.

Τον νιώθω δυνατά να έλκει
ψυχή και σκέψη και βουλή μου.
Και μοναχό τού αντιστέκει
το χοντροκάμωτο κορμί μου.

Τι τάχα-αυτός τη γη που σέρνει
στα ουρανογυρίσματά του
και με μαζί του να τραβήξει
δεν είναι μες στη μπορεσιά του;

Τόσο πολύ λοιπόν η σάρκα
έχει θεριέψει μες στην Πλάση,
που ως και ο γίγαντας ο ήλιος
αδυνατεί να τη δαμάσει;
 

ΟΙ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ

Πώς τρέχουν οι εβδομάδες σαν νερό
Που πάνω απ’ το κεφάλι μου κυλάει!
Και πώς να σταματήσω δεν μπορώ
Το τάχος τους που σαϊτα ίδια πάει!

Κι όποια περνάει δε θα ξαναρθεί-
Τέρας που τρώει το ίδιο το κορμί του...
Κι όποια περνάει δε θα ξαναρθεί-
Και πάω στο χαμό κι εγώ μαζί του...
 

BOWBIRD

Πήρα μικρά γεροδεμένα ξυλαράκια
κι έφτιαξα μία πρόσοψη φωλιάς
έτσι που ο ήλιος πάνω της να ισκιάζεται.
Ύστερα μάζεψα τις πιο πολύχρωμες μικρές
γυαλιστερές και στρογγυλές πετρούλες που εβρήκα
και μπρος τις έβαλα απ’ τον χώρο της σπηλιάς
μ’ αυτό τον τρόπο φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο
λαμπρό κι ωραίο ψηφιδωτό.

Έχουμε τώρα μια σκηνή θεάτρου
με δάπεδο καθώς σας είπα
και τη φωλιά από πίσω της για σκηνικό.

Τι μένει τώρα;
Οι χορευτές κι οι θεατές.
(δε συνηθίζω να επαίρωμαι αλλά
τι ομορφιά που έχει αυτή η σκηνή!
Αρκεί μονάχα να σας πω ότι φορές
θα ’θελα να ’μουν θηλυκό
για να μπορώ να χαίρομαι τέτοιες εικόνες
συχνότερα και, βέβαια
με κάποια ποικιλία...)

Ο χορευτής λοιπόν θα ειμ’ εγώ.
Με μια ετικέτα που κατέχω άριστα-
κι εγώ δεν ξέρω πώς-
θ’ αρχίσω να λυγώ,να σκύβω,να υποκλίνωμαι,
να τρέχω δεξιά κι αριστερά με χάρη
με νόημα να γέρνω μπρος και πίσω
ν’ ανοίγω τα φτερά σαν τάχα να ίπταμαι,
απότομα να στρέφω, να τεντώνομαι
κι ένα σωρό να κάνω ακόμα ανόητες τέτοιες φιγούρες.
Και ολ’ αυτά γιατί;
Για να μπορεί το θηλυκό-που τώρα
που σας μιλώ στέκει απέναντι και βλέπει-
για να μπορεί το θηλυκό
να μαγευτεί απ’ τ’ ωραίο θέαμα
και να ‘ρθει στη φωλιά μου επιτέλους.

Λοιπόν θαυμάστε με κι εσείς-
η επίδειξη αρχίζει!