Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 ΘΟΡΥΒΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
(8741 OWENSMOUTH , CANOGA PARK)

Τις ώρες τις μικρές:
η πόρτα που ανοιγοκλεί γι αυτούς που αργά γυρίζουν.
Η βορινή μου διπλανή που μαγειρεύει, πλένει,
και κάνει όλες τις δουλειές νύχτα παρά ημέρα.
Οι μεξικάνοι που μιλούν δυο-δυο, τρεις τρεις αντάμα
θυμίζοντάς μου τις παλιές βεγγέρες στην πατρίδα.
Οι κλαγγές από τα ξίφη
τ' ασημένια της σελήνης
που χτυπάνε στ' ατσαλένια
των λαμπτήρων της αυλής μου
σ' εν' αγώνα για τη νύχτα και για την ψυχή του ανθρώπου.

To ψυγείο μου που βρυχιέται σα λιοντάρι κουρασμένο.
To ρολόϊ μου που μέσα στης νυχτιάς την ησυχία
μοιάζει σαν βαριά καμπάνα σε μεγάλη εκκλησία.
Η νοτινή μου διπλανή που ηδονικά βογγάει
κατω από έναν εραστή καινούργιον κάθε τόσο.
Η βουή του σύμπαντος καθώς απλώνεται ολοένα.
Κλάμα μωρού από κάτω μου-νομίζω από το πέντε.

Τις ώρες τις μεγάλες:
Ο εφημεριδομοιραστής που τρέχοντας πετάει
εφημερίδες δω και κει κανείς που δε διαβάζει,
κι οι πονεμένες, απαλές, φωνούλες των γραμμάτων
όταν χτυπάει το χαρτί επάνω στο τσιμέντο.
Η βουή του σύμπαντος καθώς απλώνεται ολοένα.
Του Πόνου το φτερούγισμα μες στο κλουβί της πλάσης.
Κάποιος που τρεις φταρνίζεται φορές λίγο πριν φέξει.
Η νοτινή μου διπλανή που αφού βροντά την πόρτα
με βήματα τρανταχτερά διασχίζει την αυλή μας
πηγαίνοντας για τη δουλειά.
Κουδούνισμα τηλέφωνου κάπου από μακριά-
κουδούνισμα επίμονο και συνεχές για ώρα
(χρόνια εννιά κάθε αυγή
για ποιόνε να σημαίνει..
και από ποιόνε και γιατί..)
Της νύχτας η περήφανη αναφορά στη μέρα.
Υπόκωφο κι απόκοσμο κι ανήλεο και στριγγό
του ήλιου το σκαρφάλωμα ως τη ράχη του βουνού
και από κει ψηλότερα ώσπου παντού να λάμψει
τη στοργική σκοτώνοντας και πάλι άγια νύχτα.
To ψυγείο.
To ρολόϊ.

Γιώργης Χολιαστός

 ΟΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΑΝΩΘΕΝ
RESTAURANT "EARLY WORLD"
DOWNTOWN L.A.

Με βία ανασαίνουν
με βία περπατούν
στο RESTAURANT μπαίνουν
μαγκούρα κρατούν.

Μιλούν σαν να ψέλνουν-
τα μάτια ογρά-
αργά παραγγέλνουν
και τρώνε αργά.

Με τακτ κι αξιοπρέπεια
τους γύρω κoiτούν
σωστά, με συνέπεια
τα ρέστα μετρούν.

Κατόπι τη θύρα
διαβαίνουν δειλά
(τα μάτια τα στείρα
να βλέπουν ψηλά)

και παν και πεθαίνουν
με βήμα αργό
στο δώμα που μένουν
το πάντοτε υγρό.

Γιώργης Χολιαστός

ΕΛΛΗΝΙΣΜΌΣ ΚΑΙ ΈΛΛΗΝΑΣ

-Δεντρί με κούρβουλο κάθε κλωνί σου,
Γλυκέ, Μαυρόντυτε, Πικρέ Πατέρα
ακόμα ποιο ακριβό θρηνείς παιδί σου;
-Τη Σμύρνη-την τρανή μου θυγατέρα!

-Φτάνει Πατέρα. Σκούπισε το δάκρυ.
Θεός τα παίρνει όλα και τα δίνει.
Κι αν ίσως έχασες της γης μιαν άκρη
μα της ζωής δε στέρεψε η κρήνη.

-Δεν ήταν γης μα ολάργυρο φεγγάρι.
Χρυσάμαξα που αγγέλοι τηνε σύραν.
Κι ήταν διαμάντι και μαργαριτάρι.
Και δεν την πηρ' ο Θεός-Τουρκοί την πήραν!

Γιώργης Χολιαστός
 

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Όταν λοιπόν θα πάω στην Αθήνα
και θα 'μαι εκεί κοντά τους ένα μήνα
τ' αδέρφια εμείς να πούμε κάτι πρέπει
το φως αμίλητα να μη μας βλέπει.

Λοιπόν ας πούμε όσα στριμωγμένα
μέσα μας βρίσκονται καιρό θαμμένα-
καθείς αυτό στον άλλο το χρωστά
έτσι που ζούμε χρόνια χωριστά.

Απ' όσα κλει' η καρδιά και η ψυχή μας
κι η δίψα όσα ποθεί η αδερφική μας
ας δώσουμε όσα πρέπει να δοθούν.
...Μα όχι,αυτά δεν πρέπει να ειπωθούν…

Του νου ας πούμε τότε τα παιχνίδια'
της φαντασίας τ' άσωστα παιχνίδια'
τα όνειρα που πλαντούνε στη σιωπή.
...Μα ποιος ακούει τέτoια αν ο άλλος πει…

Να λέγαμε για πάθη και για μίση;
Καθείς τον άλλο θα παρεξηγήσει.
Ισορροπία έτσι μια λεπτή
σε τέτοια δεν αντέχει κριτική...

Για ποίηση-που να 'ναι ξορκισμένη;
Όλων τα λέκτρα η σεπτή δε χλιαίνει.
Για το ηλιοφώς τη φύση που μισεί;
Λόγο ποιος θα 'στεργε τέτοιον θρασύ;

Μα να! Ας πούμε για Φιλοσοφία!
Για Τέχνες! Για των άστρων την πορεία!
Τα τέτοια μάλλον λέγονται ευχερώς.
...Όμως κανείς μ' αυτά είναι ανιαρός...

Λοιπόν στην πάντα τα απαγορευμένα.
Ας πούμε κάτι απ' τα συνηθισμένα-
για χόμπυ, για συνήθειες, για δουλειές,
για γνωριμίες νέες και παλιές...

Ναι! Αυτά θα λέγαμε ανυπερθέτως
αν αιστανόμασταν κάπως ανέτως.
Μα κάτι άλλο και την ώρα αυτή
να γίνει από κάποιον θα βρεθεί….

Καλά. Κάτι θα βρούμε. Υπάρχουν τόσα.
Δεμένη δε θα μένει έτσι η γλώσσα.
Δε θ' απομείνουμε βουβοί εντελώς.
...Ορίστε! Ο καιρός είναι καλός!
Ακόμα η γλώσσα κι άλλο θες να τρέξει;
Αμέσως: αύριο μάλλον θα βρέξει!...

Γιώργης Χολιαστός

(Λος Άντζελες)
 

ΠΩΣ; 

 

Πώς θα πας να κοιμηθείς

και θ’ αφήσεις το φεγγάρι;

Τέτοια θλίψη, τέτοια χάρη

πώς μπορείς ν’ απαρνηθείς;

 

Ρέει το φως του σαν ασήμι

και λαμπρύνει το βουνό.

Ρέει από τον ουρανό

Και τη γη νυφούλα ντύνει. 

 

Πώς θα στέρξεις και θα χάσεις

τέτοιο ψέμμα; Πώς της γης

όσο απόψε κι αν λαμπρής

 την αλήθεια θ’ αγκαλιάσεις;

 

Πώς, που στρώμα της το χώμα

κι ύπνος αιώνιος το φιλί;

Πώς, γλυκά που σε καλεί

απ΄τα ουράνια τέτοιο σώμα;

 

Άπελπε ονειρευτή 

ρίξε κάτου το μαχαίρι:

πώς εσύ, σελήνης ταίρι

θα κοιμόσουνα τη γη;

 

 Γιώργης Χολιαστός

 

ΣΤΗΝ ΑΚΕΦΙΑ

 

Διάβαζα ένα Ποιήσεως βιβλίο.

Χτύποι, στην πόρτα μου τη φτωχική.

Κάποιος θα υποφέρει μες στο κρύο.

Ας πάω να δω ποιός είναι εκεί.

 

Ανοίγω. Η Αθλιότητα μπροστά μου

Μέσα να μπει ζητάει φορτικά.

Να μπει και να μου πάρει  τα κλειδιά μου

Και τα γυαλιά μου τα πρεσβυωπικά.

 

Καλή μου καλώς ήρθες. Πέρνα μέσα.

Πάντα μου ήθελα μια συντροφιά.

Πάντοτε αναζητούσα μια μαιτρέσσα

Στη λύπη  σύντροφο-στην ακεφιά.

 

Γιώργης Χολιαστός

 

(Όταν ο Ανδρέας ασθενών ευρίσκετο κλινήρης

και ποιήματα του έγραφε ο Τηλέμαχος Χυτήρης,

Μήτρος και Γιάννος βρίσκονταν στην πόλη των Αγγέλων

 και μ’όσα άκουαν από κει, είτε έκλαιον είτε εγέλων.)

 

(Μιας και στο Νοσοκομείο δεν μπορούν οι δυο να πάνε

Από δω Μητρός και Γιάννος όσο το μπορούν βοηθάνε)

 

Η υγεία του Πρωθυπουργού συνέχεια επιδεινώνεται

Και τούτο το περιοδικό πάλι ανασκουμπώνεται

Να σώσει ανιδιοτελώς και πάλι την κατάσταση

Που είναι η χειρότερη από την Επανάσταση.

Κι αυτό γιατί αμφισβήτηση υπάρχει τεραστία

Για το αν υπάρχει πράγματι πρωθυπουργός ή όχι.

Και όσο η κατάσταση κι αν μοιάζει ναναι αστεία

Ομως η Ελλάς επί ξηρού βαδίζει τώρα κώχη.

 

Υπάρχει ο πρωθυπουργός ή τάχα δεν υπάρχει;

"Ναι" λέει ο επίτροπος ο κυβερνητικός.

"Οχι", ο Εβερτ απαντά ο σ’ όλα ειδικός,

"Κι αν λέει ο Χυτήρης ναι, τελείως χαμένα τάχει."

"Υπάρχει!" λέει η Μιμή το σοβαρό της παίρνοντας.

"Υπάρχει!" λέει το ΠΑΣΟΚ τα φτωχαδάκια γδέρνοντας.

"Υπάρχει!" λεν οι γέροντες απανταχού του κόσμου.

"Υπάρχει!" λέει κι ένας τυφλός-'Όρκίζομαι στο φως μου"

"Δεν υπάρχει!" λέει με πείσμα η διωχθείσα Μαργαρίτα.

"Δεν υπάρχει!" λένε όσοι του ΠΑΣΟΚ δεν τρώνε πίττα.

"Δεν υπάρχει!" λεν ατάκα οι αβάσταγοι δελφίνοι.

"Δεν υπάρχει!" λένε κι όσοι το βαλάντιό τους φθίνει.

 

Κι όλοι λένε μες στο κράτος

Και φωνάζουνε αρκούντως

"Δεν τον βλέπετε; Να-νάτος!'"

«Δεν τον βλέπουμε.Που-πούντος;»

 

Κι όλα τάχουν παρατήσει

Κι έχουν όλοι παλαβώσει

Να ρωτάνε αν θα ζήσει

Η' αισίως θα τα τεντώσει.

 

-Ακουσα ότι σε μία πυρετού μεγάλη κρίση

Πριν ακόμα ν’ αναπνέει με αναπνευστήρα μόνο

Φίλησε το Μητσοτάκη.

 

                                        -Και τον Εβερτ θα φιλήσει

 

Κι ίσως και τη Μαργαρίτα. Αρκεί νάχει λίγο χρόνο.

 

-Λες ο θεός να τον φωτίσει έτσι τώρα πουν' κοντά του

Κι ο Αντρέας να ξεχάσει τ’ άθεα φερσίματά του

Και ν’ απλώσει τα δυό χέρια σαν Χριστός επί του Όρους

Κι από το φτωχό κοσμάκη ν' αφαιρέσει λίγους φόρους;

Λες να βρει καλό ένα λόγο και για την Αμερική;

Λες τη νέα να χωρίσει τη γυναίκα πούχει πάρει

Και τη Μαργαρίτα πάλι νάχει σταφανωτική;

Λες στα δέντρα ν’ ανεβούνε και να κελαδούν οι σπάροι;

 

-Δεν πιστεύω.Είδα όμως ένα όνειρο κακό.

Πως ακέφαλο εβρήκαν οι γειτόνοι μας το κράτος

Και τους άναψε το αίμα το πολύ γειτονικό

Και μας κάνανε πολέμους κι είχαν νίκες κατά κράτος.

 

-Μη φοβάσαι τέτια. Οχι. Εχουμε πρωθυπουργό.      

Κι αν λιγάκι πρωτοτύπως και με τρόπο όχι γοργό

Μα η Κυβέρνηση δουλεύει κι αντίς λόγων του ριπές

Από τώρα ο Αντρέας θα μιλάει με ζωγραφιές.

 

-Δηλαδή;    

 

                    -Να! Υποθέτω πως για ό,τι τον ρωτάνε 

Σχήματα πολλά θα κάνει που αντίς του θα μιλάνε.

Θα τόνε ρωτάν ας πούμε τι προβλέπει για τον τόπο

Και θα ζωγραφίζει εκείνος ένα πλοίο δίχως κόπο,

Που μοναχά το κατάρτι θάχει αβούλιαχτο ακόμα.  

Θα τόνε ρωτούν ελπίδες αν κρατάει για το κόμμα

Και θα ζωγραφίζει εκείνος πρόβατα που χώρια βόσκουν.

Θα τόνε ρωτάνε "Κρίσεις στο Πολίτευμα υποφώσκουν;"

Και εκείνος, φιλαλήθης, θα σχεδιάζει πέντε βόμβες.

Και «προβλέπετε θυμάτων να υπάρξουν εκατόμβες;» 

Μια σελίδα μέχρι κάτου με σταυρούς θα τη γεμίζει.

"Και τί βλέπετε σα λύση στη φουρτούνα που εγγίζει;"

Και κατάπληκτοι θα βλέπουν να σχεδιάζει ένα στέμμα. "

Μήπως είναι αυτό το σχήμα ένα ευτράπελο σας ψέμμα;

Στη Μιμή σας και στον θώκο μας ορκίζεστε επάνω;"

Και πετώντας το μολύβι θα ψελλίσει "να πεθάνω".

 

-Τελικά ποια γνώμη έχεις; Έχουμε πρωθυπουργό; 

Αν εμένανε ρωτήσεις, ναι και όχι λέω εγώ.

 

-Αι απόψεις μας δεν ήσαν ουδεπωποτε κοιναί.

Αντιθέτως από σένα,όχι λέω εγώ και ναι.-

 

                                 ----------------