Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΑΡΕΑΣ

ΒΟΤΗ
(Όταν ο Μπούλης μου ζήτησε να του γράψω ένα ποίημα με θέμα τη λέξη «ΒΟΤΗ»)

Μ’ αυτό το ΒΟΤΗ τι σ’ έπιασε ρε Μπούλη δε μου λες
Ποίημα να γράψω; Βέβαια λέξη κι αυτή μαθές,
Μα μια ξεκάρφωτη, άσχετη, στην τύχη μια λέξη.
Σε ποιόν ειρμό-ποιά λογική μονάχη της ν’ αντέξει;;

Να είχε μία σύνδεση μ’ένα ουσιαστικό…
Ενα ρήμα.. Μιά κατάσταση... κάτι χειροπιαστό...
Μα η μόνη της διασύνδεση είναι με τις σακκούλες
Άσημη τόσο δηλαδή που φέρνει αναγούλες.

Μα θα μου πεις, οι ασήμαντοι, σήμερα προχωρούν
Κι όσοι αξία έχουνε στη ζωή καθυστερούν.
Ναι, μα λες τάχα να ισχύει το ίδιο για τις λέξεις;..
Α! Μπούλη! Άλλον ποιητή έπρεπε να διαλέξεις.

Τι να σου γράψω για το ΒΟΤΗ; Μια αντωνυμία εκεί…
Τουλάχιστο να ήτανε κι αυτή Ελληνική…
Αλλά και πάλι θα ’χαμε τις ίδιες ιστορίες:
Συ από μένα να ζητάς κι εγώ να γράφω αηδίες.

Πετάς μια λέξη εσύ εκεί κι άντε να γράψω εγώ!
ΒΟΤΗ-είναι σαν να πέταγες πέτρα σε ναυαγό.
Γράφεται ποίημα γι αυτήν που κάποια αξία να ’χει;
Μου φαίνεται όχι ποίημα σου πρέπει, μα μπερντάχι.

ΒΟΤΗ. Που σημαίνει "και οι δυό". Μα ποιοι ειν' αυτοί οι δυο;
(λογοκρισία)       Η ο Γιάννης κι η Μαριώ;
Η μήπως η Εύα κι ο Αδάμ; Η Μπόνυ και ο Κλάΐντ;
Δύο γατιά; Δύο σκυλιά; Α! Φτάνει. Νεβερ μάιντ…

Φίλε μου κύτταξε λοιπόν που αστεία-σοβαρά
Το ΒΟΤΗ επήγε κι έγινε ποίημα μια φορά.
Κι έτσι που τέτια ποιήματα έστω, γοργά τα κλώθω
Θε ν’ αρχινίσω σίγουρα να κάνω τον καΒΟΤΗο…

----
ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΑΡΕΑΣ

ΠΑΡΕ-ΔΩΣΕ

Η Αμερική 'πουτάνα!
Οι πόρνοι Αμερικάνοι.
Στο κλέψιμο κανένας     
Στον κόσμο δεν τους φτάνει.

Και κλέβοντας απ' όλους
Κλέβουνε κι από μένα
Λεφτά που τώρα βγάζω
Ή πριν είχα βγαλμένα.

Μου παίρνουνε για γκάζι
Μου παίρνουνε για νοίκι
Μου παίρνουν να μου δώσουν
Για τα γυαλιά μου θήκη.

Παίρνουν-ποτέ δε  δίνουν
Και ρέστον με αφήνουν-
Και τι τους παίρνω εγώ;
Τ' αρχίδια τους τα δυο!

Για ν' αναπνέω μου παίρνουν
Μου παίρνουν για να τρώω
Μου παίρνουν για να φτιάξουν
στους χέστες τους ηρώο.

Για να μιλώ μου παίρνουν,
Μου παίρνουν για να βήχω
Μου παίρνουν για να γράψω
Αυτόν εδώ το στίχο.

Μου παίρνουν για το ένα
Μου παίρνουν για το άλλο
Για το μικρό μου παίρνουν
Παίρνουν για το μεγάλο.

Παίρνουν για να μ' αλλάξουν
Στο κάρο μου τα λάδια
Παίρνουν για να μ' αφήνουν
Να έχω φως τα βράδια,

Στο ξύπνο μου μού παίρνουν
Μου παίρνουνε στον ύπνο
Μου παίρνουν για το γεύμα
Μου παίρνουν για το δείπνο.

Μου δίνουνε δολλάρια
Διακόσα κάθε μήνα
Και μ' ένα ΤΟW ΑWAY
Τα παίρνουνε κι εκείνα.

Μου δίνουνε δολλάρια
πενήντα τη βδομάδα
Και μου τα παίρνουν όλα
Για μια πορτοκαλάδα.

Παίρνουν-ποτέ δε δίνουν
Και ρέστον με αφήνουν
-Και τι τους παίρνω εγώ;
Τ' αρχίδια τους τα δυο!

Για γέφυρες μου παίρνουν
Μου παίρνουνε για δρόμους
Κι όλο καινούργια χρέη
Μου βάζουνε στους ώμους.

Για τούτο δω μου παίρνουν
Μου παίρνουνε για κείνο
Κι εγώ -κι αλλιώς ας κάνω-
Ατέρμονα τους δίνω.

Μου παίρνουνε για άδειες
Μου παίρνουνε για ρούχα
Μου παίρνουν κείνα πούχω
Μου παίρνουν κείνα πούχα

Για ντύσιμο μου παίρνουν
Μου παίρνουν για φαΐ
Μου παίρνουν και μου παίρνουν
Συνέχεια-μια ζωή.

Παίρνουν-ποτέ δε δίνουν
Και ρέστον με αφήνουν—
Και τι τους παίρνω εγώ;
Τ' αρχίδια τους τα δυο!

Μ' απ' τις πολλές κατάρες
που από τον κόσμο ακούνε
στη γη αυτή επάνω
χαϊρι δε θα δούνε.

Και δίχως να το πάρουν
Καλά καλά χαμπάρι
Από το πάρε-πάρε
Ο διάολος θα τους πάρει.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΑΣ ΓΑΤΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΥΠΝΟ ΔΙΧΩΣ ΟΝΕΙΡΑ
(Οταν πέθανε η γάτα του Μπούλη)

Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς τη γάτα
που και ποντίκια κι ερπετά
μακριά εκράτα;

Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς ψιψίνα
που μες από τα μάτια της
το φως ’ξεκίνα;

Και τώρα πως θα ζήσουμε
χωρίς κατσούλι
που σα γυναίκες θάμαστε
χωρίς τον Μπούλη;

Ποιόν θα ταΐζει η γιαγιά;
Στα πόδια μας ριγώντας
για ώρες ποιος θα τρίβεται
το σώμα του λυγώντας;

Σε τόσα μπρος ποιος άτομα
στητός θα καμαρώνει;
Ποιος το παχύ στο πάτωμα
κορμί του θα ξαπλώνει;

Ποιος μ’ ένα "νιάου" ναζιάρικο-
ποιος μ’ ένα λάγνο βλέμμα
κι ύφος παραπονιάρικο
θα μας ανάβει το αίμα;

Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς ψιψίνα
που μες από τα μάτια της
το φως ’ξεκίνα;

Ποιον τώρα ο Μήτσος δυνατά
θα πιάνει από τη ράχη
και αψηλά θα τον κρατά
κι ανάγκη αυτός δε θα ’χει;

Έφυγε η γάτα. Εκεί  ψηλά
θεέ μου που θα πάει
έτσι όπως πέρναγε καλά
εδώ, κι εκεί ας περνάει.

Ας έχει κήπο με πουλιά
ένα ζεστό κονάκι
σπίτι στρωμένο με χαλιά
και πάντοτε φαγάκι.

Και, θε, στον νεροχύτη Σου
άστηνε  ν’ ανεβαίνει
να πίνει από τη βρύση Σου:
έτσι ήταν μαθημένη.

Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς τη γάτα
δεσπόζουσα κι αγέρωχη
που επερπάτα;

Και τώρα πως θα ζήσουμε
χωρίς κατσούλι
που όλοι της σαγήνης του
ήμασταν δούλοι;

Και τώρα πώς θα ζήσουμε
χωρίς ψιφίνα
που σαν Ελλάδα θα ’μαστε
χωρίς Αθήνα;
GREEK GOD
(Όταν ο Μπούλης έγραψε στην πινακίδα του αυτοκινήτου του τις λέξεις GREEK GOD)

Ξέρεις εκείνο τον παπά που απ’ τήν πολλή σοφία
Τα δώδεκα ευαγγέλια τάβγαζε δεκατρία;
Ετσι και συ τον αριθμό των θεών τον μεγαλώνεις
και δεκατρείς πως ήτανε άξαφνα μας δηλώνεις.

Ποιος είδε αητό βουνότροφο μες σε κοτέτσι διάνου;
Ποιος είδε Ελληνα θεό σε Μπε Εμ Βε απάνου;
Κι όμως κι ετούτο τόδα εγώ σε τούτον δω τον τόπο
Που τόσο είναι περίεργα τα χούγια των ανθρώπω’.

Ρε Μπούλη-πες-πώς σκέφτηκες κι έκανες-στο Θεό σου
Εναν απ’ τούς Ολύμπιους θεούς και τον εαυτό σου!
(Κι αφού κι αυτό απ’ τά χείλη σου τ’ ακούσαμε, ποιος ξέρει
η επόμενη σου δήλωση τί άλλο θα μας φέρει...)

Μα δε μας είπες-τι θεός; Κάθε συνάδελφος σου
Είχε και κάποιο επάγγελμα. Ποιο είναι το δικό σου;
Αλλος τους ήταν σιδεράς, άλλος ηλεκτρολόγος, 
θαλασσινός και έμπορος άλλος τους, γυρολόγος,

Και τα λοιπά και τα λοιπά. Πες μας λοιπόν εν πρώτοις
Εσέ της θεοσύνης σου ποια ειν' η ειδικότης.
Η μήπως είσαι νιος θεός μες στων θεών την τάξη
Και πρέπει πρώτα θεϊκή να πάρεις κάποια τάξη;

Αλλά κι αν είσαι νεαρός και πρωτοδιορισμένος
Η δύναμη σου υπέρμετρη θα είναι ωρισμένως
Και όσες σου ζητήσουμε μπορείς να κάνεις χάρες.
Πάρε λοιπόν τα ντόρτια μας και δώσε μας εξάρες.

Η ένα τηλεφώνημα από τη Μπε Εμ Βε σου
Κάνε, και τις κατάλληλες δώσε τις διαταγές σου
Ωστε να γίνουν πράγματα που αδύνατα φαντάζουν
Και που οι πιστοί κάθε θεού θαύματα τα ονομάζουν.

Κι ας είναι μες στα θάματα το θάμα σου το πρώτο
Τους τυχερούς τους αριθμούς να μας ειπείς του Λοττο.
Να πάρει ο Μήτσος Μερσεντές κι ο Αρης Ααμποργκίνι
Και.. ε.. κι οι φίλοι σου οι καλοί να βολευτούν κι εκείνοι.

Δώσε τη γλύκα στα πικρά, κάνε τους γέρους νέους
ιιλούσιους κάνε τους φτωχούς, τους άσχημους ωραίους.
Με άλλα λόγια φρόντισε ώστε η μικρή η γη μας
Να πάψει να ’ναι η φρικτή, άχαρη Κόλαση μας.

Κι αφού θεός εδήλωσες μα κι Ελληνας συνάμα,
Κάνε και για τη δύστυχη Ελλάδα κάνα θάμα-
Αύξησε το συνάλλαγμα το ξένο της λιγάκι
Η, ας πούμε την Κυβέρνηση δκώξε του Μητσοτάκη.

Και να μην κάνεις άλλονε Πρωθυπουργό κανένα
Απόσους δοκιμάσαμε σε χρόνια περασμένα,
Μα κάποιον που, αν γίνεται, να μη μασάει συνέχεια
Ενώ το δόλιο το λαό θα δέρνει η ανέχεια.

Αλλά καιρός ναφήσουμε τ’ αστεία και να δούμε
Μήπως και κάτι σοβαρό μπορούμε να ειπούμε.
Κάτι που με τον τρόπο του λίγο να μεγαλώσει
Την όποια ως τώρα έχουμε στην κεφαλή μας γνώση.

Ρε Μπούλη νάσαι όμορφος θέλεις σαν κάθε νέος.
Ωραία. Μα το παράκανες το πράγμα τελευταίως.
Όχι ρε Μπούλη και θεός. Αμάν μωρ' αδερφέ μου.
Αλλη φορά το πράγμα αυτό δεν τ’ άκουσα ποτέ μου.

Τις θεϊκές τις σκέψεις σου απ’ τό μυαλό σου σβύσε.
Την ταπεινή ανθρώπινη φύση σου μην αρνείσαι.
Ανθρωπος είσαι όπως κι εγώ κι όπως και τόσοι άλλοι
Με μάτια, μύτη, με κορμί, με χέρια, με κεφάλι.

Μα τι άνθρωπος! Με γκόμενες τριγύρω του μελίσσι
που όπου πάει, όπου σταθεί και όπου κι αν γυρίσει
Τριγυρισμένος βρίσκεται από γυναίκες πλήθος,
Τόσο που εκατάντησε στο τέλος ένας μύθος.

Αλλά μονάχα ως εδώ και όχι άλλο παρέκει.
Όχι να λες "είμαι θεός". Το πράγμα αυτό δε στέκει.
Κοίτα και την περίπτωση του αδερφού σου του Αρη:
Στ’ όνομα αρκείται του θεού-δε θέλει και τη χάρη…

Ασε λοιπόν τις βλέψεις σου για κάτι το Ουράνιο
και να ’σαι υπερήφανος για κάτι εξίσου σπάνιο:
Πως των γονιών σου η ανθρωπιά κι οι συνεχείς τους κόποι
Κάνανε ώστε όλοι σας να ’στε στο σπίτι ανθρώποι.

              -----
ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ
(Οταν η Αντζελα είπε όχι στον Μπούλη)

Μπούλη εδώ που βρέθηκες
Σαυτό το μαγαζί
Υπάρχει ότι ονειρεύτηκες
Κι ό,τι ποθείς μαζί.

Στο ράφι πάνω στέκεται –
Αστράφτοντας χρυσά
Ετσι ώστε να φαίνεται
Σε κάθε του μεριά.

Περνάς. Το βλέπεις. Χαίρεσαι
που θα το έχεις πια.
Δικό σου σαν το σκέφτεσαι
Τρελά χτυπά η καρδιά.

Το χέρι απλώνεις. Αφαντος
Ομως ένας φραγμός
Το σταματά. Εξαπαντος
Ελάθεψες… "Καιρός", 

Σκέφτεσαι,  "από κατεύθυνση
Αλλη να προσπαθώ".
Και πας. Μα η συναίνεση
Δεν είναι ούτε εδώ.

Πάλι. Και πάλι Τίποτα.
Εκείνο μένει εκεί
Και μόνος σύ. Αδίκιωτα
Ολα έχουνε χαθεί,

Τα όνειρα που άπλαθες
Δίπλα σου αυτό να ζει
Το πόδι σου όταν έβαζες
Σ’ αυτό το μαγαζί.

Και ό,τι άλλο θάθελες
Να πάρεις-να χαρείς,
Το ίδιο πάλι: θάβλεπες
ότι δεν το μπορείς.

Απ’ τον αγώνα απόκαμες
Και στέκεις και κοιτάς
Δικό σου ό,τι δεν έκαμες
Κι απέραντα πονάς.

Και ν’ αντηχούνε βήματα
Ανάμικτα ακούς
Με βακτηριών χτυπήματα.
Και βλέπεις τους τυφλούς

Να προσπερνούν τα εκθέματα
Χωρίς να τους δονούν
Ψευδή χαράς πλάνεματα-
Χωρίς ν’ αγωνιούν.

Φεύγοντας απ’ τό άχαρο
Το μαγαζί αυτό
Της δυστυχιάς το σάβανο
θάχεις για φυλαχτό.

Μα και μια γνώση ολάκριβη
Καινούργια θα κρατείς
Σα μυγδαλιά πρωτάνθιστη:
Πως δεν υπάρχει ελπίς.

Κι έτσι όπως θάσαι δυστυχής
Κι απελπισμένος, ναι!:
Για όλα είσαι έτοιμος
Τα πιθανά καινά.

Τώρα θα βλέπεις άναιμα.
Ψυχρά θα προσπερνάς.
Και ούτε σένα διάνεμα
Το βλέμμα θα γυρνάς.

Τώρα θα στέκεις άπρακτα
Σ’ όποιο κι αν βλέπεις φως
Ιδια και απαράλλακτα
Σα να ’σουνα τυφλός.

Και τώρα σ’ όποιο αν έμπαινες
Καινούργιο μαγαζί 
Ονειρο δε θα έπαιρνες
Κανένα πια μαζί. 
                   -----
ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΑΡΕΑΣ

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΖΕΛΑ

Αντζελα όταν της άφωτης νύχτας το δρόμο πάρεις
Του σκοτεινού Αχέροντα ο γέροντας βαρκάρης
ο τελευταίος ζωντανός θάναι που θ’ αντικρίσεις-
Το τελευταίο το όραμα της σύντομής σου ζήσης.

Κανένας δε θα νιάζεται πλέον εκεί για σένα.
Εκεί δε θάχεις θαυμαστές με μάτια λιγωμένα
Και για συντρόφια μόνιμη στο πικραμένο στόμα
θάχεις το κρύο το φιλί που σούδωσε το χώμα.

Εκεί δε θάχεις Μπούληδες για σένανε να λυώνουν
Και την καρδούλα τους βαριά για σε να βαλαντώνουν.
Και ούτε Πήγασοι εκεί σπάταλοι φτερουγίζουν
Μ’ ένα καλό (αν σου βρίσκεται) είκοσι αυτοί να χτίζουν.

Δέξου τον έρωτα λοιπόν που τώρα σου προσφέρω
(Οσο ακόμα στο ζητώ, γι αργότερα δεν ξέρω).
Ελα να βγούμε οι δύο μας ένα ραντεβουδάκι
Και μη μου κάνεις τη σκληρή -μαλάκωσε λιγάκι.

Μάνατζερ είμαι. Μπε Εμ Βε έχω που όλη αστράφτει.
Το μάτι μου όπου κι αν ιδεί μύριες φωτιές ανάφτει
Φάτσα καινούργια. Τα κλειδιά στην τσέπη μου βροντάνε
Και το πτυχίο απτό ΣΙΣΑΝ το παίρνω όπου νάναι.

Τι άλλο θέλεις; Βασιλιά να έβρισκες κανένα;
Αυτοί σπανίζουν σήμερα. Ελα λοιπόν σε μένα
που είμαι ολοζώντανος και που όταν με κοιτάζεις
Την καψερή καρδούλα μου κομμάτια τήνε σπάζεις.

Και μην αρχίσεις τη χαζή σε μένανε να κάνεις
Κι ότι αυτό που εννοώ πως τάχα δεν το πιάνεις.
Μα κι αν αλήθεια είσαι χαζή, χωρίς καιρό να χάνω
Αμέσως τώρα εγώ κι εδώ, λιανά θα σου το κάνω.

Δε θέλω το χαμόγελο που δίνεις στους πελάτες
Που χάνεται απ' τα χείλια σου όταν γυρίστε πλάτες.
Δε θέλω να καμώνεσαι τάχα πως με προσέχεις
Κι έτσι ανόητα κι άσκοπα από κοντά να μ’έχεις.

Δε θέλω εγώ ευγένειες και ψεύτικες διαχύσεις
που κάνεις σ’ όποιο σου γνωστό ή φίλο συναντήσεις.
Στον εαυτο μου κάτι εγώ τέτιο δεν επιτρέπω.
Δε θέλω μόνο στης δουλειάς τις ώρες να σε βλέπω.

Εγώ ειμ' ο Μπούλης ξακουστός, ο Μπούλης παινεμένος
Και αν με σένα ειμ' εγώ ερωτοχτυπημένος
Ομως δεν είμαι απ’ αυτους που ξέρεις τους μογγόλους. 
Δε μου αρκούν εμένανε αυτά που δίνεις σ’ όλους.

Εγώ ζητάω τα γλυκά χάδια και τα φιλιά σου.
Δε θέλω μια λέξη σου-ζητάω τη μιλιά σου.
Δε θέλω ένα παράθυρο μα τ’ ουρανού τα πλάτια.
Δε θέλω ένα βλέμμα σου-θέλω τα δυο σου μάτια.

Λοιπόν ξηγήσου όμορφα και μίλα μου σταράτα:
Μπορείς σαυτην που σου ζητώ να περπατήσεις στράτα;
Κι εσύ το νιώθεις σαν και με το πράγμα; Ολα τ’ άλλα
τα λέω κουραφέξαλα είτε μικρά ή μεγάλα.

Η σου αρέσω κι έρχεσαι ή όχι και αντίο.
Ενα και ένα κάνουνε αν δεν το ξέρεις δύο.
Και μην προσμένεις από με κλάψες και παρακάλια.
Είναι κι αλλού πορτοκαλιές. Και από πορτοκάλια...

                                 ---------
ΤΗΣ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΑΡΕΑΣ

ΣΤΗΝ ΕΥΣΤΑΘΙΑ
(μητέρα του Μπούλη)

Ευσταθία Ευσταθία
όλη μέρα εργασία
δίχως σκόλη και στασό
πού θα πάει πια αυτό;

Τα πλυμένα για ν’ απλώσεις, 
ύστερα να σιδερώσεις
και μετά να διπλωθούν
και στη θέση τους να μπουν. 

Το λουτρό να καθαρίσεις,
να σκουπίσεις, να ψωνίσεις 
και μετά τρεχαλητό
για να κάνεις φαγητό.

Να μαζέψεις τ’ αποφόρια
που αφήσανε τ’ αγόρια 
να μαζέψεις την ποδιά
που εξέχασε η γιαγιά.

Άντε πλύσιμο τα πιάτα
και ξεσκόνισμα και λάτρα
άντε κι ένα μπακλαβά
να γλυκάνεις τα παιδιά.

Να βουρτσίσεις, να μαζέψεις,
να γιαλίσεις, να πορέψεις, 
όλα αυτά είναι δουλειές
κι όχι λίγες μα πολλές.


Μια το ένα μια το άλλο
αχ! τι βάσανο μεγάλο!
μια κι εκεινο μια κι αυτό
και δε στέκεσαι λεφτό.

Ύστερα έρχεται ο κήπος-
ή δεν είναι αλήθεια μηπως;
να κλαδέψεις τα κλαδιά,
που πετούν στη λεϊμονιά, 

θέλει χάραγμα το κλήμα,
και τα λάχανα-τι κρίμα
δεν εκάναν προκοπή
λίγο θέλουνε φουσκί.

Ράντισμα ζητούν τα δέντρα, 
δεν επιάσανε τα κέντρα, 
χώμα θελει η λεϊμονιά
και χαλκό η πορτοκαλιά.

Κι ολοένα ξεσκαλίζεις
και κλαδεύεις και ποτίζεις
και φυτεύεις πιπεριές,
ντοματιές, κολοκυθιές…

Και ο κήπος σε κουράζει
και η μέση σε πειράζει
το στομάχι σε πονεί
και η πίεση θ’ ανεβεί. 

Και απέ η εκκλησία
εκεί άλλη εργασία
εκεί άλλος σκοτωμός
(όμως άγιος αυτός).

Α! δουλειές και φασαρίες!
μηπως κάθεσαι κι αργίες;
σα στη λεϊμονιά οι ανθοί
όλο κάτι θα βρεθεί.

Ευσταθία κάνε κράτει,
μείνε λίγο στο κρεβάτι
παραπάνω-και απέ
κάτσε και στον καναπέ. 

Ευσταθία μου καημένη
το γεράκι περιμένει-
θα σε πάρει αν του σταθείς
και τι κάνουμε εμείς;

Τον καφέ ποιος θα μας ψήνει;
ποιος ορμήνιες θα μας δίνει;
Ποιος με γλώσσα γνοιαστική
τότε πια θα μας μιλεί;

Ευσταθία ξεκουράσου
στάσου λίγο και στοχάσου
αν σκοντάψεις, σα σε δουν
όλοι τύφλα θα σου πουν.


Ευσταθία όλα τελειώνουν
μόνο οι δουλειες δε σώνουν
πίσω άφηστες μαθές
και τον εαυτό σου δες.

Βγες μια βόλτα παραπέρα
κι άλλον γνώρισε αέρα
στη ζωή τη λιγοστή
λίγο ξέσκασε κι εσύ.

Πήγαινε όπου δεν επήγες
ευκαιρίες μένουν λίγες
πιάστες-άρπαξτες γερά
η ζωή δεν καρτερά.

Οι χρονιές Σταθία περνάνε
και οι άνθρωποι γερνάνε
πριν πολύ να είναι αργά
ας γλεντήσουμε γοργά.

Γιατί αυτά που λέω για σένα
είναι βέβαια και για μένα:
γέροι θα μαστε κι οι δυο
μετά κάμποσον καιρό.

Κι αν μου πεις πως ειν’ ωραία
όπως είσαι τώρα, είναι,
όμως απ’ τα τωρινά
πάντα υπάρχουν πιο καλά.

Τη γιαγιά βλέπεις πώς στέκει
ανημπόρευτη περέκει;
αλλά ακόμα συ μπορείς!
γέλα-γλέντα-μην αργείς. 

Γιατί κι όλα στην εντέλεια
να τα έχεις, ποια η ωφέλεια;
Ούτε ένας θα σκεφτεί
ευχαριστώ για να σου πει.

Μήτσος, Άρης και Θοδώρα
εμεγάλωσαν πια τώρα
κι όσο κι αν σε αγαπούν
το έχε γεια θα σου το πουν.

Θα σ’ αφήσουν μοναχή σου
να περάσεις τη ζωή σου
γιατι νύφες και γαμπροί
μια φορά κάθε Λαμπρή.

Στης ζωής μέσα τη δίνη
μόνο ο Μπούλης θα σου μείνει
στοργικά να σε κοιτάξει.
Οι άλλοι θα ’χουνε πετάξει.

Γι αυτό πάντα όχι λέγε
σ’ όσους να πονάς σου λένε
και σε γλέντα και χαρές
όχι πια ποτέ μη λες.

Οι δουλειές και αν βραδύνουν
πάλι κάποτε θα γίνουν.
Κείνο που δεν καρτερεί
ειν’ οι όμορφοι καιροί.

Ευσταθία Ευσταθία
όλη μέρα εργασία
δίχως σκόλη και στασό
πού θα πάει πια αυτό;

        -----