Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

 ΠΕΡΙ ΟΠΕΚΕΠΕ

Για καθήστε ήσυχα όλοι οι έξυπνοι εκεί έξω! 
Για σταματήστε να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Για σταματήστε να εργάζεστε ενάντια στο ελληνικό κράτος!
Για σταματήστε να υπονομεύετε ό,τι καλό έχει πετύχει η χώρα μέχρι τώρα!
Αρκετά πια σας ανεχτήκαμε!
Σταματήστε αν σας έχει μείνει λίγη αγάπη για την πατρίδα… αν σας έχει μείνει λίγη τσίπα!..

Ναι, σε σας μιλάω, στους «ευαίσθητους», στους «τίμιους» πολιτικούς και αρχηγούς πολιτικών Κομμάτων!
Έχετε το θράσος να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Τόσο λίγο μυαλό σας έχει μείνει λοιπόν;
Ή είστε ανθέλληνες και όχι έλληνες;   
Τι σας έχει πιάσει και πολεμάτε ενάντια στις κλεψιές και στις καταχρήσεις;
Θέλετε να πλήξετε την Ελλάδα-να καταστρέψετε όλα όσα έχει πετύχει και να ξαναγυρίσουμε στην επαιτεία και στην ανυποληψία όλων πάλι;

Τι ζητάτε φωνάζοντας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; 
Να πάψει το κράτος μας να υπάρχει;
Να γίνει μήπως υπόδουλο πάλι στους Τούρκους ή να πάει ακόμα πιο πίσω, στον μεσαίωνά του;

Πάψτε πια να σκάβετε θέλοντας να ξεθεμελιώσετε την πατρίδα μας.
Θέλετε τιμιότητα λέτε.
Δεν θέλετε διαφθορά.
Δεν θέλετε κλοπές του Δημόσιου χρήματος.
Δεν θέλετε οικονομικά σκάνδαλα.

Όμως πώς θα πάει μπροστά αυτή η χώρα; 
Δεν το σκέφτεστε;
Θέλετε να ξεριζώσετε την κλεψιά από τη χώρα μας;
Είναι σαν έτσι να θέλετε να βγάλετε τον Μάρτη από την Σαρακοστή!
Σαν να θέλετε να γκρεμίσετε ό,τι ως τώρα έχει γίνει, αλλά και να πάψει η χώρα αυτή να προοδεύει, όπως κάνει μέχρι τώρα που αισίως ζει και μεγαλουργεί επί διακόσια τόσα χρόνια ως σήμερα.
Δεν βλέπετε τους προγόνους σας; Αυτοί δεν έκλεβαν νομίζετε; 
Πριν καλά καλά γίνουμε κράτος δεν κατακλέψαμε το δάνειο που πήραμε από την Αγγλία ώστε να φτάσει στην κυβέρνηση το ένα δέκατο από όσο χρεωθήκαμε; 
Οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί μας δεν τρώγανε με δέκα μασέλες κλέβοντας από τον λαό;
Ο μεγάλος μας Μακρυγιάννης δεν τόκιζε χρήματά του με ξέρω ’γω πόσο παραπάνω από το κανονικό ώστε να γίνει πάμπλουτος;-και όμως αυτός δεν έδωσε Σύνταγμα στην χώρα;
Υπουργοί και πρωθυπουργοί όλων των κομμάτων δεν κατακλέψανε τη χώρα; Ή μήπως δεν το ξέρετε;
Από τα μεγάλα έργα που γίνανε στη χώρα αγνοείτε ότι οι υπεύθυνοι γι αυτά έκλεψαν απίθανα ποσά κάθε φορά;
Όταν οι βουλευτές σας μπαίνουν πάμπτωχοι στη Βουλή και φεύγοντας μετράνε δεκάδες εκατομμύρια, από που νομίζετε τα βρήκαν; Έχει κανένα δέντρο η Βουλή που να φυτρώνουν χρήματα επάνω του-και οι βουλευτές αυτοί δεν είναι που ψηφίζουν τους νόμους ώστε η χώρα μας να μην μένει ακυβέρνητη;
«Τι έγιναν τα εκατόν ενενήντα τρία δις;», έγραφε η τότε «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» εφημερίδα για χρόνια στην προμετωπίδα της. Και βέβαια ποτέ δεν απαντήθηκε το ερώτημά της. 
Και όμως, και ας έκλεψαν κάποιοι, πάλι σήμερα η Ελλάδα δεν βρίσκεται περήφανο κράτος μέσα στην Ευρωπαϊκή κοινότητα;
Τι σας έχει πιάσει λοιπόν με τις κλεψιές και όταν ακούτε γι αυτές μου εξεγείρεστε, σαν κάθε φορά να συμβαίνει κάτι πρωτάκουστο, και  θέλετε να χαλάσετε το οικοδόμημα που με όλες αυτές τις κλεψιές τόσο  περήφανο στέκεται ανάμεσα στα κράτη και επαινείται από όλους;
Και τα βάζετε με τη Νέα Δημοκρατία.
Οι Παλαιές δεν σας πείραζαν; 
Δεν ρωτάτε τους πατεράδες σας και τους παππούδες σας να σας πουν τι κλέψιμο έπεφτε και στον καιρό τους; Γιατί εσείς θέλετε να διαφέρετε από εκείνους που μας έκαναν κράτος και από αυτούς που μας διατηρούν, με όλες τις κλεψιές τους, ένα περήφανο κράτος ως σήμερα;
Ποιο Κόμμα δεν έκλεψε; Αν μου βρείτε ένα πέστε το και σε μένα.
Ή μήπως οι λίρες που πέταγαν από τα αεροπλάνα τους οι Άγγλοι στους αγωνιζόμενους ενάντια στους Γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πήγαιναν στον Αγώνα, πηγαν στον αγώνα; Βίλες και αποθέματα στις Τράπεζες έγινα  κι αυτές.
Ή οι περιουσίες των πολιτικών-αρχηγών κομμάτων ή όχι- έγιναν από την αποταμίευσή τους σε κουμπαράδες;
Και κάθε Κόμμα τους δικούς του δεν κάνει πλούσιους όταν έρχεται στην Εξουσία;
Ο ίδιος ο Αντρέας Παπαντρέου, ο «σοσισλιστής» ο «κινηματίας», δεν καυχιόταν ότι «τα πήρε από τους δεξιούς και τα έδωσε στους δικούς του»;
Και ο ίδιος δεν είπε «ε!  Όχι και πενήντα  εκατομμύρια…» για κάποιον υπουργό του που λαδώθηκε με το ποσό αυτό;
Μα με όλα αυτά αν θέλετε να ξέρετε κύριοι φωνακλάδες, με όλα αυτά πάει μπροστά η χώρα!
Τι θέλετε ; Να πάει πίσω; Γιατί αφού πάει μπροστά έτσι, φυσικά και θα πάει πίσω αν αλλάξει και αντί να κλέβει γίνει τίμια.
Και μου ζητάτε παραίτηση της Κυβέρνησης και τέτοια. Ποιοι; Εσείς που τα κόμματά σας κατάκλεψαν τη χώρα.
Για συγκεντρωθείτε! Για βάλτε λίγο μυαλό! 
Ξέρω, βιάζεστε να φάτε κι εσείς. 
Μα υπομονή.
Ο λαός δεν θα σας αφήσει έτσι και σας.
Θα σας ταϊσει και σας. Αλλά μην βιάζεστε. Με τη σειρά σας. Άλλωστε όσο πιο αργείτε να γίνετε Εξουσία, με τόσο περισσότερη μανία θα φάτε όταν και η δική σας σειρά έρθει.
Μόνον ως τότε μην φωνάζετε.
Αφήστε μας όταν κοιμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι εσείς, όταν θα κυβερνήσετε, δεν θα κλέψετε, και μην μας προκαλείτε.
Σας πείραξε ο ΟΠΕΚΕΠΕ! 
Αρκετά φωνάξατε. 
Κάνατε το κομμάτι σας-παίξατε το ρόλο σας. 
Βουλώστε το πια!

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ, 23 ΑΠΡΙΛΗ, Ο ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΡΙ, ΥΠΕΞ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ 
ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ:
……………………………………………………………
Ο Αντώνης κύριε Κέρι μου, μάθετε μια για πάντα,
δεν είναι φιλογερμανός. Λίγο μπερμπάντης είναι
κι η Μέρκελ του εγιάλισε. Αυτή λοιπόν του είπε
πως για να πέσει θα ’πρεπε να κάνει ό,τι του λέει.
Και του ’πε ότι «ναι» να πει έπρεπε στο Μνημόνιο.
Και τι να έκανε κι αυτός τη Μέρκελ για να ρίξει;..
Τόνε καταλαβαίνετε κι εσείς… είσαστε άντρας…
Όμως δεν εσταμάτησε τις ΗΠΑ ν’ αγαπάει.
Στις ΑΠΑ δεν εσπούδασε; Και πάμπλουτος δεν είναι;
Θα του ήταν δυνατό ποτέ να μη εσάς λατρεύει-
εσάς που του εγγυόσαστε την που ’χει περιουσία;
Πρέπει ύστερα να ξέρετε πως όλο του το σόι
και πλούσιοι ήταν και Δεξοί όσο δεν παίρνει άλλο.
Γι αυτό σας λέω φίλτατε μη τον παρεξηγείτε
που στο τηλέφωνο συχνά μιλάει με τη Μέρκελ.
Γλυκόλογα ανταλλάζουνε σαν εραστές που είναι.
Αυτός μάλιστα τίποτα δε λέει-λέει εκείνη
κι αυτός μονάχα λέει «ναι, ναι ναι ναι ναι γλυκειά μου…»
Τίποτε για πολιτικά δε λένε, όρκο παίρνω!
Μα όταν είδε ο Σαμαράς πως τον παραμελείτε
τα σούρτα φέρτα έπαψε που είχε στη Γερμανία
και μόνο εσάς αποζητά με περισσή μανία.
Και το Δεξό του γέρνοντας στον ώμο μου κεφάλι 
κάθε ημέρα ο φουκαράς κλαίει με μαύρο δάκρυ
και μου ζητά μες σε λυγμούς να έρθω να σας έβρω
κι αφού σας δώσω τα θερμά τα χαιρετίσματά του
να έβρω οπωσδήποτε και γρήγορα έναν τρόπο
ώστε είτε να ’βλεπε εσάς είτε τον Πρόεδρό σας.
Γι αυτό και σας παρακαλώ κι εγώ με τη σειρά μου
δεχτείτε κύριε υπουργέ λιγάκι να τον δείτε…
Κι όχι πως κόφτομαι γι αυτόν, μ’ αν δεν τα καταφέρω
τότε φοβάμαι μη αυτός από υπουργό με βγάλει
και τότε και τ’ αυγά εγώ και τα καλάθια χάνω.
Και τι ζητάει ο φουκαράς; Πέντε λεφτάκια μόνο
ίσα για να σας πάρουνε οι φωτογράφοι πόζες.
Κι ας μην ειπείτε τίποτε σπουδαίο ή μεγάλο
μόνο ένα «γεια σου» πέστε του καλέ μου κύριε Κέρι…
Σαν το παιδάκι το μικρό μου κλαίγεται ο καημένος:

«Μήτσο», μου λέει, «γιατί κανείς να με ιδεί δε θέλει;
Τι το στραβό έχω εγώ που ο Ερντογκάν δεν έχει
και κάθε τόσο πάει εκεί ο Κέρι και τα λένε;
Κι εμένα μάνα μ’ έκανε. Κι αν δεν επηρεάζω
Συρία, Ιράκ κι Αφγανιστάν, μα κι ούτε κάτι κάνω
που να θυμώσει τις πολύ αγαπητές μου ΗΠΑ.
Ούτε Μπουργκάς κάνω εγώ, ούτε στους ρώσους πάω,
ούτε απ’ τους πλούσιους λεφτά παίρνω. Και τα αέρια, 
κι όσα πετρέλαια θα βρουν δικά τους είναι όλα.
Το Ισραήλ το αγαπώ. Κι ό,τι αγαπούν οι ΗΠΑ 
με την αγάπη μου κι εγώ τη φλογερή τα σκέπω.
Σ’ ό,τι μου πούνε λέω ναι κι ό,τι μου λένε κάνω.
Ε, δεν αξίζω μια ματιά ή λέξη τους καμία;
Αφότου εδεχτήκανε στη χώρα τους τον Τσίπρα
εμένα μ’ απαράτησαν σα να ’μουν αποπαίδι.
Και αν η τύχη το ’φερε κι αγάπησα τη Μέρκελ
αυτοί γιατί να μ’ αγνοούν; Από έρωτα δεν ξέρουν;
Κι ακόμα να! Ορκίζομαι, πες τους, τη Μέρκελ πάλι
να μη ούτε στον ύπνο μου την ξαναδώ ποτέ μου.
Μήτσο μου αμάν! Πέντε λεφτών ακρόαση γυρεύω!»
Και συμπληρώνει φιλικά-ξέρετε, σαν αστείο..:
«Και κοίτα μην καταπιαστείς Μήτσο μου με τη μόδα
και την ιερή αποστολή που έχεις την ξεχάσεις.
Άσε για λίγο τσάκιση σπαθί στα παντελόνια,
ξέχνα γραβάτες ασορτί με ζώνες και παπούτσια
κι όλα τα δονζουανίστικα τερτίπια σου εκείνα.
Αυτά θα τα ’βρεις σα θα ’ρθεις και πάλι στην Αθήνα.
Για τώρα έχεις ιερό στη γη προορισμό σου
να πείσεις τους αμερκανούς να με δεχτούν. Ε Μήτσο;..
Όπως ο Ανταίος πα’στη γη δυνάμωνε ακουμπώντας
έτσι να μ’ ακουμπήσουνε λιγάκι τους ζητάω
αλλιώς ο Τσίπρας-Ηρακλής να με κερδίζει βλέπω…»

Αυτά μου είπε ο Σαμαράς κλαίγοντας κύριε Κέρι.
Και να γνωρίζετε καλά πως λίγο αν τον δείτε,
μετά ό,τι κι αν ζητήσετε θα το ’χετε ορισμένως.
Την Κύπρο ας πούμε, κάντε την μετά ό,τι σας αρέσει.
Αντίρρηση η κυβέρνηση του Σαμαρά δε θα ’χει
σε ό,τι αποφασίσετε μαζί με τον Ομπάμα.
Τώρα που φτώχυνε κι αυτή κι αρχίσαν να τρωγόνται
μπορείτε να τη δώσετε ακόμα και στους Τούρκους.
Όχι κανείς δε θα σας πει. Και τα πετρέλαιά της
δικά σας κάντε τα κι αυτά. Οι ρώσοι έχουν δικά τους.
Εμείς ό,τι γυρεύουμε η προστασία σας είναι
και δυο λεφτών συζήτηση στις κάμερες μπροστά.
Σας ξαναλέω μόνο εσάς ο δόλιος αγαπάει.
Κι αν μια τον τράβηξε φροϊλάιν-αυτή η μαργιόλα η Μέρκελ,
αυτό είναι το χούι του φίλτατε κύριε Κέρι:
οι γκόμενες! Κι από μικρός, όχι μονάχα τώρα.
Greek lover τόνε λέγανε σα φοιτητή οι γυναίκες.
Και αν του κάνανε φορές πολλές ζημιά μεγάλη
δε λέει το χούι του αυτό να το απαρατήσει.
Πρόσφατα η Μέρκελ. Μα και πριν δεκαετίες δύο,
που ήταν Εξωτερικών, του είχε γιαλίσει άλλη-
μια τσαπερδόνα απ’ το Βορά, κάποια Μακεδονία,
που κι ο πολύς Καραμανλής-ξέρετε, ο Εθνάρχης
είχε με δάκρυα καυτά πολύ για κείνην κλάψει.
Κι οι δυο μονομαχήσανε για χάρη της μια μέρα
κι ο Σαμαράς νικήθηκε και πάει το υπουργιλίκι.
Και τώρα δυο έχει χρονιές που αγάπησε μιαν άλλη
την Εξουσία-τι να σας πω-και τι δεν έχει κάνει
για να την έχει: φίλησε ποδιές κατουρημένες,
έκλαψε, παρακάλεσε, χαρτιά έχει υπογράψει
που ούτε τα εδιάβασε, υπόγραψε Μνημόνια,
έναν ολόκληρο λαό ψέματα τον εγέμισε,
τέλος τα εκατάφερε-την Εξουσία εκέρδισε!
Κι αυτή επειδή τη στείλατε εσείς να πάει σε κείνον,
δε σας πειράζει βέβαια που φιλενάδα του είναι.
Αχ!  Κύριε Κέρι μου! άρρωστος με τις γυναίκες είναι.
Δείξετε κατανόηση. Σας λέω και τη Μέρκελ
θα την ξεχάσει (άρχισε κιόλας να μη τη βλέπει)
όπως τελείως εξέχασε και τη Μακεδονία.
Θα την ξεχάσει σίγουρα! έχει αρχίσει κιόλας 
να μην ακούει τι του λέει, λουλούδια δεν της στέλνει,
τηλέφωνο δεν απαντά. Σίγουρο είναι πλέον
(κι αυτό το παίρνω πάνω μου) τελειώνει με τη Μέρκελ.
Και για να με πιστέψετε όρκο βαρύ σας κάνω:
Να μη χαρώ την τσάκιση του μπεζ παντελονιού μου!
Να μη χαρώ τη βυσσινιά γραβάτα που φοράω!,
η Μέρκελ για το Σαμαρά παλιά είναι ιστορία.
Βαρείς κύριε Κέρι μου βλέπετε όρκους κάνω.
Τι άλλο να σας έλεγα; αυτό τα λέει όλα.
Η Αμερική είναι γι αυτόν η αγάπη του η μεγάλη.
Να πούμε είναι ο σύζυγος που κι αν ξενοκοιτάει
στο τίμιο στεφάνι του πάλι ξαναγυρνάει. 
Μία συμπάθειας ματιά ρίξτε του κύριε Κέρι…
Η φλόγα είναι ο φουκαράς στων ΗΠΑ τ’ αγιοκέρι
που η Δεξά η Ελληνική για δεκαετίες ανάβει.
Κλείστε του ένα ραντεβού με τον Ομπάμα ω! Κέρι!
Να πάψει να μου κλαίγεται και πια να ησυχάσει.
Κι όπως σας είπα, όσα πια θέλετε απ’ την Ελλάδα
δικά σας θα ’ναι κιόλας πριν ακόμα τα ζητήστε.
………………………………………………………

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC
(από το περιοδικό ΛΟΓΙΑ) 

Όταν έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό! 
-Στο χορό;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μίαν άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Λιγάκι κάνοντας μασάζ 
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιονε τον Μπους.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες

Και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι 
πρωθυπουργός το Μάρτη.

Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου 
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;

 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β´ 1 - 12

1 Καὶ Χαζοχαρούμενος εἰσῆλθε δι’ ἡμερῶν πάλιν εἰς Αθήνας εκ Βρυξελλών καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς Δημοψήφισμα ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν, το Δεύτερον Μνημόνιον παράλυτον φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ’ ᾧ το Δεύτερον Μνημόνιον παραλυτικόν κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος την αφροσύνην αὐτῶν λέγει τῷ Δευτέρω Μνημονίω τω παραλυτικώ· Τέκνον, αἱ ἁμαρτίαι σου μεγάλαι και ου δύνανται αφεθείναι. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν Δεξιών Πολιτικών ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος λαλεῖ τοιαύτας βλασφημίας; ούτως ισχυρός ών ου δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Χαζοχαρούμενος τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικώ Δευτέρω Μνημονίω: ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ αντ’ αυτού ποιήσαι Μνημόνιον Τρίτον, Νέον, ευδιάθετον και ζωηρόν; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ Λαϊκισμού δημιουργείν ἐπὶ τῆς γῆς  - λέγει τω Δευτέρω Μνημονίω τῷ παραλυτικῷ. 11 Σοὶ λέγω, ὕπαγε εἰς την γέενναν του πυρός. 12 καὶ εὐθέως, το Δεύτερον Μνημόνιον το παραλυτικόν ηφανίσθη ἐναντίον πάντων, και Τρίτον Μνημόνιον ζωηρόν και ευδιάθετον εγεννήθη, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ βλασφημείν τὸν Χαζοχαρούμενον λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν. 

 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΑ´ 1 – 45 
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ 

1 Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Ελληνικός Παραλογισμός , ἐκ τῆς  κώμης Χαζομάρας και Ηλιθιότητος τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. 2 ἦν δὲ Χαζομάρα ἡ ἀλείψασα τὸν Χαζοχαρούμενον παχυδερμία και μαλάξασα την γλώτταν αυτού ψευδολογία, ἧς ὁ ἀδελφὸς Ελληνικός Παραλογισμός ἠσθένει. 3 ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Διδάσκαλε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ. 4 ἀκούσας δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος εἶπεν· Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης του  Ασυναρτήτου, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς Ασυναρτήτου δι’ αὐτῆς. 5 ἠγάπα δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος τὴν Ηλιθιότητα καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Ελληνικόν Παραλογισμόν. 6 ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας· 7 ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθητευομένοις Βλακεία ακολούθοις του. Ἄγωμεν εἰς τὴν Αθήνας πάλιν. 8 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθητευόμενοι· Διδάσκαλε, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ έμφρονες των Δεξιών, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; 9 ἀπεκρίθη Χαζοχαρούμενος· Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν ακαταλόγιστος τις περιπατῇ είτε  ἐν τῇ ἡμέρᾳ είτε εν τη νυκτί, οὐ προσκόπτει, ότι ουδέ κόκκον έχει ευθύνης και συνειδήσεως.  ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Ελληνικός Παραλογισμός ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν· 12 εἶπον οὖν οἱ μαθητευόμενοι.Διδάσκαλε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. 13 εἰρήκει δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν-τόσο τους έκοβε-ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. 14 τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Χαζοχαρούμενος παρρησίᾳ· Ελληνικός Παραλογισμός ἀπέθανε, 15 καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν. 16 εἶπεν οὖν ο ενί νι Ιωάννης, ὁ λεγόμενος Παιγνιαστής τοῖς συμμαθητευομένοις· Άγωμεν καὶ ἡμεῖς και ας ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ. 17 Ελθὼν οὖν ὁ Χαζοχαρούμενος εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας δεκαετίας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ. 18 ἦσαν δε αι Αθήναι ἐγγὺς Ραφήνας 19 καὶ πολλοὶ ἐκ των Δεξιών ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Χαζομάρας και Ηλιθιότητος ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. 20 ἡ οὖν Χαζομάρα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Χαζοχαρούμενος ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Ηλιθιότητης δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. 21 εἶπεν οὖν ἡ Χαζομάρα πρὸς τὸν Χαζοχαρούμενον· Διδάσκαλε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. 22 ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τω Ασυναρτήτω , δώσει σοι ὁ Ασυνάρτητος. 23 λέγει αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Αναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. 24 λέγει αὐτῷ Χαζομάρα· Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 25 εἶπεν αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. 26 ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο; 27 λέγει αὐτῷ· Ναί, Διδάσκαλε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χαζοχαρούμενος ὁ υἱὸς τοῦ Ασυναρτήτου ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. 28 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Ηλιθιότητα τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· Ὁ Διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε. 29 ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 30 οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Χαζοχαρούμενος εἰς Αθήνας, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Χαζομάρα. 31 οἱ οὖν Δεξιοί οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ ψευδώς παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. 32 ἡ οὖν Ηλιθιότης ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν Χαζοχαρούμενος, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Διδάσκαλε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. 33 Χαζοχαρούμενος οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Δεξιούς κροκοδειλίοις κλαίοντας δάκρυσιν, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, 34 καὶ εἶπε· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; 35 λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ Διδάσκαλος. 36 ἔλεγον οὖν οἱ Δεξιοί· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν ως αδελφός αυτού πράττει· 37 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· Οὐκ ἐδύνατο οὗτος, ὁ επί δέκα επτά ώρας διαπραγματευθείς, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; 38 Χαζοχαρούμενος οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον·
 ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ. 39 λέγει ὁ Χαζοχαρούμενος· Ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Χαζομάρα· Διδάσκαλε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι. 40 λέγει αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Ασυναρτήτου; 41 ουκ οίδας ότι ίνα επιτελέσω την όζουσαν εργασίαν ελήλυθα ώδε ίνα δοξασθεί εν εμοί η δουλοπρέπεια; μετά ταύτα ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Χαζοχαρούμενος ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· Ω! Μέγα Ασυνάρτητε, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 42 ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα, εκλογών επικειμένων,πιστεύσωσιν ὅτι σύ α αγαπητός του έθνους των Ελλήνων με ἀπέστειλας. 43 καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Ελληνικέ Παραλογισμέ, δεῦρο ἔξω. 44 καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Χαζοχαρούμενος· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. 45 Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Δεξιών, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Ηλιθιότητα καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Διδάσκαλος, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Και ταύτα εγένοντο ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό Ησαίου του Προφήτου λέγοντος. ιδού η Ελλάς παραδίδοται αριστεροίς οίτινες μετά Παραλογισμού, Χαζομάρας, Ηλιθιότητος και του Χαζοχαρούμενου πρωθυπουργεύοντος, θέλουσιν αφανίσει το Κράτος το Ελληνικόν μετά πάντων των εν αυτώ Ελλήνων. 
Αναρτήθηκε από Γιώργης Χολιαστός στις 5:33 π.μ. 

 ΠΕΡΙ ΟΠΕΚΕΠΕ

Για καθήστε ήσυχα όλοι οι έξυπνοι εκεί έξω! 
Για σταματήστε να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Για σταματήστε να εργάζεστε ενάντια στο ελληνικό κράτος!
Για σταματήστε να υπονομεύετε ό,τι καλό έχει πετύχει η χώρα μέχρι τώρα!
Αρκετά πια σας ανεχτήκαμε!
Σταματήστε αν σας έχει μείνει λίγη αγάπη για την πατρίδα… αν σας έχει μείνει λίγη τσίπα!..

Ναι, σε σας μιλάω, στους «ευαίσθητους», στους «τίμιους» πολιτικούς και αρχηγούς πολιτικών Κομμάτων!
Έχετε το θράσος να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Τόσο λίγο μυαλό σας έχει μείνει λοιπόν;
Ή είστε ανθέλληνες και όχι έλληνες;   
Τι σας έχει πιάσει και πολεμάτε ενάντια στις κλεψιές και στις καταχρήσεις;
Θέλετε να πλήξετε την Ελλάδα-να καταστρέψετε όλα όσα έχει πετύχει και να ξαναγυρίσουμε στην επαιτεία και στην ανυποληψία όλων πάλι;

Τι ζητάτε φωνάζοντας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; 
Να πάψει το κράτος μας να υπάρχει;
Να γίνει μήπως υπόδουλο πάλι στους Τούρκους ή να πάει ακόμα πιο πίσω, στον μεσαίωνά του;

Πάψτε πια να σκάβετε θέλοντας να ξεθεμελιώσετε την πατρίδα μας.
Θέλετε τιμιότητα λέτε.
Δεν θέλετε διαφθορά.
Δεν θέλετε κλοπές του Δημόσιου χρήματος.
Δεν θέλετε οικονομικά σκάνδαλα.

Όμως πώς θα πάει μπροστά αυτή η χώρα; 
Δεν το σκέφτεστε;
Θέλετε να ξεριζώσετε την κλεψιά από τη χώρα μας;
Είναι σαν έτσι να θέλετε να βγάλετε τον Μάρτη από την Σαρακοστή!
Σαν να θέλετε να γκρεμίσετε ό,τι ως τώρα έχει γίνει, αλλά και να πάψει η χώρα αυτή να προοδεύει, όπως κάνει μέχρι τώρα που αισίως ζει και μεγαλουργεί επί διακόσια τόσα χρόνια ως σήμερα.
Δεν βλέπετε τους προγόνους σας; Αυτοί δεν έκλεβαν νομίζετε; 
Πριν καλά καλά γίνουμε κράτος δεν κατακλέψανε το δάνειο που πήρανε από την Αγγλία ώστε να φτάσει στην κυβέρνηση το ένα δέκατο από όσο χρεωθήκαμε; 
Οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί μας δεν τρώγανε με δέκα μασέλες κλέβοντας από τον λαό;
Ο μεγάλος μας Μακρυγιάννης δεν τόκιζε χρήματά του με ξέρω ’γω πόσο παραπάνω από το κανονικό ώστε να γίνει πάμπλουτος;-και όμως αυτός δεν έδωσε Σύνταγμα στην χώρα;
Υπουργοί και πρωθυπουργοί όλων των κομμάτων δεν κατακλέψανε τη χώρα; Ή μήπως δεν το ξέρετε;
Από τα μεγάλα έργα που γίνανε στη χώρα αγνοείτε ότι οι υπεύθυνοι γι αυτά έκλεψαν απίθανα ποσά κάθε φορά;
Όταν οι βουλευτές σας μπαίνουν πάμπτωχοι στη Βουλή και φεύγοντας μετράνε δεκάδες εκατομμύρια, από που νομίζετε τα βρήκαν; Έχει κανένα δέντρο η Βουλή που να φυτρώνουν χρήματα επάνω του-και οι βουλευτές αυτοί δεν είναι που ψηφίζουν τους νόμους ώστε η χώρα μας να μην μένει ακυβέρνητη;
«Τι έγιναν τα εκατόν ενενήντα τρία δις;», έγραφε η τότε «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» εφημερίδα για χρόνια στην προμετωπίδα της. Και βέβαια ποτέ δεν απαντήθηκε το ερώτημά της. 
Και όμως, και ας έκλεψαν κάποιοι, πάλι σήμερα η Ελλάδα δεν βρίσκεται περήφανο κράτος μέσα στην Ευρωπαϊκή κοινότητα;
Τι σας έχει πιάσει λοιπόν με τις κλεψιές και όταν ακούτε γι αυτές μου εξεγείρεστε, σαν κάθε φορά να συμβαίνει κάτι πρωτάκουστο, και  θέλετε να χαλάσετε το οικοδόμημα που με όλες αυτές τις κλεψιές τόσο  περήφανο στέκεται ανάμεσα στα κράτη και επαινείται από όλους;
Και τα βάζετε με τη Νέα Δημοκρατία.
Οι Παλαιές δεν σας πείραζαν; 
Δεν ρωτάτε τους πατεράδες σας και τους παππούδες σας να σας πουν τι κλέψιμο έπεφτε και στον καιρό τους; Γιατί εσείς θέλετε να διαφέρετε από εκείνους που μας έκαναν κράτος και από αυτούς που μας διατηρούν, με όλες τις κλεψιές τους, ένα περήφανο κράτος ως σήμερα;
Ποιο Κόμμα δεν έκλεψε; Αν μου βρείτε ένα πέστε το και σε μένα.
Ή μήπως οι λίρες που πέταγαν από τα αεροπλάνα τους οι Άγγλοι στους αγωνιζόμενους ενάντια στους Γερμανούς στον Δεύτερο Παγκόσμιο πήγαν στον αγώνα; Βίλες και αποθέματα στις Τράπεζες έγιναν  κι αυτές.
Ή οι περιουσίες των πολιτικών-αρχηγών κομμάτων ή όχι- έγιναν από την αποταμίευσή τους σε κουμπαράδες;
Και κάθε Κόμμα τους δικούς του δεν κάνει πλούσιους όταν έρχεται στην Εξουσία;
Ο ίδιος ο Αντρέας Παπαντρέου, ο «σοσισλιστής» ο «κινηματίας», δεν καυχιόταν ότι «τα πήρε από τους δεξιούς και τα έδωσε στους δικούς του»;
Και ο ίδιος δεν είπε «ε!  Όχι και πενήντα  εκατομμύρια…» για κάποιον υπουργό του που λαδώθηκε με το ποσό αυτό;
Μα με όλα αυτά αν θέλετε να ξέρετε κύριοι φωνακλάδες, με όλα αυτά πάει μπροστά η χώρα!
Τι θέλετε ; Να πάει πίσω; Γιατί αφού πάει μπροστά έτσι, φυσικά και θα πάει πίσω αν αλλάξει και αντί να κλέβει γίνει τίμια.
Και μου ζητάτε παραίτηση της Κυβέρνησης και τέτοια. Ποιοι; Εσείς που τα κόμματά σας κατάκλεψαν τη χώρα.
Για συγκεντρωθείτε! Για βάλτε λίγο μυαλό! 
Ξέρω, βιάζεστε να φάτε κι εσείς. 
Μα υπομονή.
Ο λαός δεν θα σας αφήσει έτσι και σας.
Θα σας ταϊσει και σας. Αλλά μην βιάζεστε. Με τη σειρά σας. Άλλωστε όσο πιο αργείτε να γίνετε Εξουσία, με τόσο περισσότερη μανία θα φάτε όταν και η δική σας σειρά έρθει.
Μόνον ως τότε μην φωνάζετε.
Αφήστε μας όταν κοιμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι εσείς, όταν θα κυβερνήσετε, δεν θα κλέψετε, και μην μας προκαλείτε.
Σας πείραξε ο ΟΠΕΚΕΠΕ! 
Αρκετά φωνάξατε. 
Κάνατε το κομμάτι σας-παίξατε το ρόλο σας. 
Βουλώστε το πια!

 Αν ο Χριστός δεν έλεγε "ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι", αλλά έλεγε "ουκ ήλθον πληρώσαι αλλά καταλύσαι ", η Μέση Ανατολή θα ήταν υπόδειγμα ειρήνης πάνω στη γη.

  ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
27-4-14
Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ της Βουλής κεκλεισμένης ὅπου ἦσαν οἱ υπουργοί και ο Σαμαράς συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Συριζαίων, ἦλθεν ὁ Πλανητάρχης καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς• Καπιταλισμός ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰ δολάρια καὶ τα όπλα αὐτοῦ. Ἐχάρησαν οὖν οἱ υπουργοί και ο Σαμαράς ἰδόντες τὸν Πλανητάρχην. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πλανητάρχης πάλιν• Καπιταλισμός ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με το Κεφάλαιον, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ηυλόγησεν αυτούς καὶ λέγει αὐτοῖς• λάβετε την Εξουσίαν των ΗΠΑ• ἄν τινων ἀφῆτε τὰς Κλοπάς Δημοσίου Χρήματος, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
Αλέξιος δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Αριστερός, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Πλανητάρχης. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι υπουργοί μετά του Σαμαρά• ἑωράκαμεν τὸν Πλανητάρχην. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τα μάτσα των δολαρίων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸ μέλι της ισχύος του, οὐ μὴ πιστεύσω.
Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Αλέξιος ο λεγόμενος Αριστερός μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Πλανητάρχης τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν• Καπιταλισμός ὑμῖν. Εἶτα λέγει τῷ Αλεξίω• φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ νόησον τὰ δολάριά μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ άπτου της Εξουσίας μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. Καὶ ἀπεκρίθη Αλέξιος καὶ εἶπεν αὐτῷ• ὁ Πλανητάρχης μου καὶ το Κεφάλαιόν μου. Λέγει αὐτῷ ὁ Πλανητάρχης• ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας• μακάριοι οἱ Συριζαίοι οι μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Πλανητάρχης ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ σμικρώ τούτῳ• ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα άπαντες υμείς πιστεύσητε ὅτι ο Εκλεκτός εν υμίν ἐστιν ὁ Πλανητάρχης, ὁ υἱὸς τοῦ Κεφαλαίου, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν καπιταλιστικήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

 

ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Γ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ

«Εἶπεν ὁ Τσίπρας- ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ηθικήν καὶ ἀράτω τὸν κυνισμόν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι. Ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν μάσαν αὐτοῦ σώσαι, ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν μάσαν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ κόμματος, οὗτος σώσει αὐτήν. Τὶ γὰρ ὠφελήσει υποψήφιον ἐὰν κερδήση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν μάσαν αὐτοῦ; ἢ τὶ δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς μάσας αὐτοῦ; Ὃς γὰρ ἐὰν αδιαφορήσει δι εμὲ καὶ δια τοὺς ἐμοῦς λόγους ἐν τῇ εκλογική ταύτῃ μαχη τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Κεφαλαίου θέλει αδιαφορήσει δι αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ αποστείλαντος αὐτόν μετὰ τῶν ληστών και τῶν λαοκαπήλων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς• ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσὶ τίνες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται πτωχείας ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Κεφαλαίου ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΤΟΥΣ 2015 (Λουκ. η΄ 41-56)
41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Λαός, καὶ αὐτὸς εργάτης της γης ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Τσίπρα του αποκαλούμενου Χαζοχαρούμενου,  παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ονόματι Ελλάς, ὡς ἐτῶν εκατόν εννενήκοντα και τριών, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ ονόματι Δημοκρατία οὖσα ἐν ρύσει αἵματος εκ γενετής, ἥτις πολιτικοίς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Σταθάκης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· αρχηγέ, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Τσίπρας ο αποκαλούμενος Χαζοχαρούμενος εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ Δημοκρατία ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ εργάτου γης λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ Ελλας η θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν αρχηγόν. 50 ὁ δὲ Τσίπρας, ο επομοναζόμενος Χαζοχαρούμενος, ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Σταθάκην καὶ Δραγατσάκην καὶ Λαφαζάνην καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ελλάς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν ότι ένεκεν Κρίσεως επί εξαετίαν άσιτος ήν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτής.

 ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού τον δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή…
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις.
Για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.

Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

 Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα. 

Δε θέλουμε ποιητές.

   Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ 

«Εγώ! 
Η πέτρα! 
Η ταφόπετρα! 

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο! 
Βουνού αγγόνι! 
Εργατιάς παιδί! 

Εγώ! 
Η αειπαγής! 
Η δύσρηκτος! 

Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;.. 

Εγώ που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε... 
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω... 
Εγώ! 
Το σύνορο φωτός και σκότους! 
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες 
για να με σείσουν συνερύουν... 

Εγώ!
ξάφνου, 
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι, 
χωρίς να το θελήσω, 
δίχως ν' αφεθώ, 
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή, 
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω... 
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»

                          -----

 ΧΡΙΣΤΟΣ
ή
Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ

Τo σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.

ΧΡΙΣΤΟΣ
Δώσε μου λίγο γερό... ήτανε μια δύσκολη μέρα...

(Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
σκοτάδι. Κάθεται. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)

Ήρθανε να με πιάσουν.
Τους ξέφυγα.
Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις...
Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την ψυχή.  
Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό κι εκείνος
έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα. 
Ήταν όλα ήσυχα.
Τίποτα δεν ακουγόταν.
Ξάφνου κάτι έσπασε κάτω από τα πόδια μου βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί κάποιο κλαδί να έσπασε.
Τρόμαξα.
Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί.
Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση ήτανε δική μου.
Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια οικογένεια ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός της γης, ζητώντας όπως κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει τ' αυτιά μου...
Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που είχαμε όταν ήμουνα μικρός. 
Δεν είχε καθόλου πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με
κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε για αυγό, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή. Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
από τα πόδια μου.
Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την κότα.
Την έσφαξε ο πατέρας όταν δεν γεννούσε πια.
Διάλεξα να φάω τον λαιμό της.
Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια μου.
Ήθελα να νοιώσω την ουσία του, να βρω την πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα δοκίμασα ή αν ήτανε από τη ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι έκανα δικόν μου, μαζί με το μυστικό που έκλεινε μέσα του, τον λαιμό εκείνον.

Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του ρωμαϊκού αποσπάσματος.
Ήξερα πως θα ’ρχονταν.
Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
Προχώρησα προς την πέτρα.
Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα κοντά στους δασκάλους. 
Χρόνια και χρόνια μελέτης ώσπου να 'ρθει ο καιρός να κατέβω και να διδάξω.
Ύστερα η γνωριμία μας. Στα Μάγδαλα. Στη λίμνη.
Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. 
Τον πηγαιμό μας εκεί, με τη μητέρα και μένα πάνω σ' ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ' ένα σκοινί.
Και θυμάμαι περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι τόσο μικρός που ήμουνα.
Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα. 
Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα. Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο. Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς...
Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, μετά από χρόνια, ξαναγυρίσαμε στη Ναζαρέτ. 
Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
"Να λευτερωθούμε!", μου ’λεγε ο πατέρας κοιτάζοντάς με μέ τα σοβαρά του μάτια.
"Να μάθεις να ρίχνεις γρήγορα το τόξο και να πετάς το
κοντάρι", μου ’λεγε. «Να πολεμήσεις και συ για τη
λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!"
Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
συναντήσει κάποιον.
Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
λουλούδια πολύχρωμα.
Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
χρέος μου: λευτεριά!

Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δεν μ'
άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους γύρω λόφους. 
Κοίταζα τα δέντρα. Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή ένα σημείο του κορμού τους. Το κοίταζα για ώρα. Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το γνώριζε oλόκληρο από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.
Άλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και του σίδερου. 

To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν στον διπλανό λόφο.
Θυμάμαι το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
Βρέθηκα μέσα σ’ ένα σύννεφο. Και το σύννεφο λέει εκείνο ήτανε ο θεός. Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του. Και πάσκιζα να ξεφύγω. Έκανα δεξιά, τίποτα. Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα. Ό,τι και να έκανα βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του σύννεφου. Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω για να γλιτώσω. Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για τελευταία φορά, είπα: "Σύννεφο δεν υπάρχει". Και τo σύννεφο διαλύθηκε αμέσως. 

Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν. 
Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη. 
Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα. Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί. Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν. Και θάνατος με περίμενε ύστερα χωρίς αμφιβολία. 

Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες. Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..
Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω. To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη; Χτύπησε πάνω στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε. Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα. 
Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα. 
Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη και την ηρεμία του κόσμου. 
 
Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν.
Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω; Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "μείνε!" και μιαν άλλη μου ’λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου. 

Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπίτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο! Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού… και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ! 
Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες... 

Πάλι χύμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες έμεινα στο βουνό.
Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την καλύβα μου. 
Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ απ’ όλους.
Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο αγαθός που όλα μας δίνει.
Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
Και κατέβηκα. Και άρχισα να λέω, να κηρύττω.
Έλεγα... έλεγα... ξόδευα το φως μου... σπαταλούσα τις αχτίδες μου...
Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον που του παίρνει τη ζεστασιά;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του κρατεί το ψωμί;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον που του την παίρνει;
Αγάπη!..
Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι αγάπη. Είμαι λοιπόν ένας ανόητος; 

Κι έλεγα: "Στον ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη. Και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να υποφέρουν".
Ο άθλιος εγώ!
Μου λέγαν: «Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ πονάμε, κρυώνουμε, θέλουμε γυναίκα, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε μας φαγητό και ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλίτερα.
Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας". 
 Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους εγκατέλειψα χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.
Μάταιος κόπος.
Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους βοηθήσω.  
Μετά έχασαν την υπομονή τους. 
Έφυγαν όλοι. 
Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο Ιούδας.
Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση μου όταν εγώ θα λείψω. 

Ακούμπησα στην πέτρα.
Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου. 
Παραλογίστηκα.  
Θάρρεψα πως ήσουνα εκεί. 
Κοίταξα στα ριζά της, έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δεν σε βρήκα ξανάπεσα στο φόβο και στη μοναξιά μου.
Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος. 
Και τότε την άκουσα να μου μιλάει. 
Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι εγώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνοιάζομαι. '
Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου ανόητα λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταϊσεις τους πεινασμένους. Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι. Δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί κι εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους  γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς; Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που εβγήκε από το στόμα σου σωστό. Μα και μ' αυτό τι έγινε; Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες και συ-κανείς. Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες το πανωφόρι από κείνονε που το ’χει διπλό και το ’δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους δούλους; Όχι! Όχι! Όχι! 
Πήγαινε χάσου λοιπόν.
Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
Αρκετά σ’ ανέχτηκα.
Φύγε!"
Μέσα μου ξάφνω άστραψε το αληθινό φως και είδα.
Είδα τη ζωή μου.
Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και ψεύτικα.
Και έγινε μέσα μου μια πάλη.
Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια. 
Στάχτες και συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα ζήσει. 
Και νίκησε στη μάχη αυτή όχι οι σοφοί δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο λαός με τα δικά τους. 
Ο λαός  είναι που έμαθε εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας λόγχες και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό.
Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που τους σκότωναν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται και να σκοτώνονται.
Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου ζωή. 

Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
Και τώρα;
Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα τώρα, το ίδιο εγωιστής και παράλογος δεν θα ήμουν αν προσευχόμουν;
Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να ζητήσω κάτι από τον θεό λες και θα μπορούσα ν' αλλάξω εγώ τη βουλή του; 

Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα; 
Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους... από πόσους δούλους δεν στέρησα τον πόθο ν’ αντιταχτούν…  
 
Σηκώθηκα.
Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των στρατιωτών.
Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
Καλλίτερα έτσι.
Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και θα ’χα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.  

(Ο Χριστός σηκώνεται) 

Φέρε μου το μαχαίρι που σου είχε δώσει εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας χάδια σου.
Είναι γερό και κοφτερό.
Θα φύγω.
Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα για να κάμω έργα.
Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
Όσους προλάβω.
Όσους μπορέσω.
Κι όχι να λευτερώσω μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες πάνω από το κεφάλι τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα. 
\Όσους προλάβουμε.
Όσους μπορέσουμε.
Ύστερα θα ’ρθουν κι άλλοι σαν και μας. Που δεν θ’ αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει από τη βία των αφεντάδων του... 
Α! Ο Βαραββάς! Ο Βαραββάς! Εκείνος διάλεξε το σωστό δρόμο! 

Κι αν θέλεις… σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως πολλά, μα όμως- σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα έχω στο μυαλό μου.
Έλα μαζί μου.
Κι όταν θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το φιλί σου θα με δυναμώνει. 
Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνα σου ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
Έλα μαζί μου.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Χωρισμένοι τίποτα.
Έλα μαζί μου.

(Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στον Χριστό.
Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
Και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.) 
                                                       -----

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

  ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
(Όταν ο Κωστάκης Καραμανλής το 2005 ζητούσε συναίνεση από τα Κόμματα πριν τα... βροντήξει)

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
(μόνος στο γραφείο του, βαδίζοντας νευρικά πάνω κάτω)
Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε.
(το ίδιο δυο φορές ακόμα πιο γρήγορα κάθε φορά)
 Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Ορίστε! Όλοι ξέρουνε γραμματική. Τα ρήματα! Όλοι τα ξέρουνε. Πού η δυσκολία για συναίνεση; Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε, συναινείτε…
(Μπαίνει ο Παπανδρέου)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Εσείς, συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
(επεξηγώντας τα λόγια του με μιμική)
Εσείς… ΕΣΕΙΣ… συναινείτε;
ΠΑΠ
Εσείς… συναινείτε!
ΚΑΡ
Εσείς…εσείς…
(στον εαυτό του)
Δεν ξέρει τη γλώσσα καλά ο κακομοίρης…
(απελπισμένος)
Πρόσεξε. Πες μαζί μου… μαζί μου! Συναινώ…
ΠΑΠ
Συναινώ…
ΚΑΡ
Συναινείς…
ΠΑΠ
Συναινείς…
ΚΑΡ
Έτσι μπράβο!..Συναινεί!
ΠΑΠ
Συναινεί.
ΚΑΡ
Συναινούμε…
ΠΑΠ
Συναινείτε…
ΚΑΡ
Συν-αιν-ού-με… Συν-…
ΠΑΠ
Συν…
ΚΑΡ
…αιν…
ΠΑΠ
…αιν…
ΚΑΡ
…ου…
ΠΑΠ
…είτε!
ΚΑΡ
(έξαλλος)
Όχι είτε! Ούμε!..ούμε!…ούμε!…
ΠΑΠ
…Ούμε!… ούμε!… ούμε!…
ΚΑΡ
(με ελπίδα)
Μπράβο! Όλο μαζί;...
ΠΑΠ 
Ουμεουμεούμε!
ΚΑΡ
Όχι αυτό! Το προηγούμενο! Συν και αιν και ούμε;…
ΠΑΠ
Συναινείτε!
ΚΑΡ
(ουρλιάζοντας προς την πόρτα)
Σπηλιωτόπουλε!
(μπαίνει ο Σπηλιωτόπουλος)
Δε μου λες, η ονομαστική πληθυντικού δεν διδάσκεται;
ΣΠΗΛΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ
Πώς το λέτε αυτό κύριε πρωθυπουργέ; Κλέβουμε, τρώμε, σουφρώνουμε, ληστεύουμε, πίνουμε αίμα, κάνουμε σκάνδαλα, είμαστε διεφθαρμένοι , κατέχουμε…τόσες ονομαστικές πληθυντικού...
ΚΑΡ
(αγριοκοιτάζοντάς τον )
Καλά καλά, πήγαινε…
(Ο Σπηλιωτόπουλος βγαίνει. Στον Παπανδρέου, με μια τελευταία αμυδρή ελπίδα, εξουθενωμένος)
Συναινούμε.
ΠΑΠ
(ήρεμα)
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Καλά Γιώργο. Βγαίνοντας πες του Αλαβάνου να έρθει.
(Βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνει ο Αλαβάνος. Με όλη την προσοχή του στα χείλη του Αλαβάνου)
Συναινείτε;
ΑΛΑΒΑΝΟΣ
Όχι. Εμείς μόνο ΣΥΝ-
ΚΑΡ
Εντάξει Αλέκο. Βγαίνοντας στείλε τον Καρατζαφέρη.
(Βγαίνει ο Αλαβάνος μπαίνει ο Καρατζαφέρης)
ΚΑΡ
Εσύ Γιώργο από γραμματική τα πας καλά. Πες μου, συναινείτε;
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εμείς μόνο αινούμε Πρόεδρε. Την πατρίδα!
ΚΑΡ
(Κάνει μια κίνηση να του επιτεθεί. Συγκρατείται)
Κι εσύ και η πατρίδα σου… Τσακίσου από δω και πες της Αλέκας να ‘ρθει.
(Βγαίνει ο Καρατζαφέρης. Ο Καραμανλής στον εαυτό του)
«συν» ο Αλαβάνος, «αινούμε» ο Καρατζαφέρης, αν τους βάλω μαζί τους δύο, θα έχω το συναινούμε!
(το ξανασκέφτεται)
Αν όμως το μίγμα εκραγεί;-άστο καλλίτερα, δε μου χρειάζονται τώρα κι άλλες εκρήξεις…
(Μπαίνει η Αλέκα)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΑΛΕΚΑ
Με τι;
ΚΑΡ
Καλά Αλέκα, πήγαινε.
(βγαίνει η Αλέκα. Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Βλέποντας μέσα στο είδωλό του)
Συναινείτε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΑΘΡΈΦΤΗ
(νυσταγμένο)
Δεν πάμε για ύπνο; Νύσταξα.
ΚΑΡ
(με παράπονο)
Μα γιατί δεν συναινούνε;
ΤΟ ΕΪΔΩΛΟ
Δεν έχουν πάρει όλοι στέρεα Παιδεία όπως εσύ…Πάμε.
ΚΑΡ
Πάμε.
(μαζεύει τα χαρτιά του και βγαίνει)

ΑΥΛΑΙΑ

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

 ΑΠΟΡΗΜΑ 

Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία 
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία, 
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω να εξηγήσω: 

Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει; 
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη; 

Δε σκέφτηκε-ό,ποιο ήτανε, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα; 
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει; 

Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει 
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει; 
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει 
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση; 

Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα 
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα 
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες, 
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες; 

Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει, 
Που δίχως τους ούτε χαρά ούτε κλαδί ανθίζει;  
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη, 
Ποιός με τη γη αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει; 

Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Οταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει, 
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια, 
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια; 

Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει, 
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει; 
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο 
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;  

Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Οσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω. 
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.

 ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ


(Στου Ελ Εϊ ένα μαγαζί
συνήθεια ως έχουνε κοινή
Γιάννος και Μητρός συζητούν
Κι ελευθέρα σχολιάζουν,
 Και της Γραικίας τον Πρόεδρο
ηλίθιο τόνε βγάζουν)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ

-Ηξερες πως οι Ελληνες ηλίθιο Πρόεδρο έχουν;

-Οχι, ώσπου τον άκουσα μέσα στην εκκλησία.

-Επαραβρέθήκες λοιπόν κι εσύ στην κωμωδία 
Που παίχτηκε στο θέατρο που λεν Αγια-Σοφία;

-Ναι. Δυστυχώς. Γιατί αλλιώς θάμενα μες στην άγνοια 
Που θαταν πιο υποφερτή απ' τη γνώση πούχω τώρα. 
Ακούς ηλίθιο Πρόεδρο οι Ελληνες να διαλέξουν... 
θα πεις "και ποιόν να διάλεγαν"… Δεν ξέρω, όποιον άλλον 
Ας ήταν κλέφτης, άτιμος ας ήτανε βρωμιάρης 
(Σε τέτια ειμαστ' οι Ελληνες πλέον συνηθισμένοι) 
Αλλά ηλίθιο... Δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμα 
ΠΩς έχει πει τόσες πολλές βλακείες μαζεμένες 
Στα είκοσι που ο λόγος του λεφτά είχε διαρκέσει.

-Και όμως τα κατάφερε. Καλά, κανείς δεν τούπε 
Πως όλα λέγοντας αυτά τα αηδή τα λόγια, 
Γελοίος σ' όλους τους Ρωμηούς πως είναι φανερώνει;

-Κι από την άλλη έξυπνος ο Πρόεδρός μας ήταν:
Σε βλάκες αφού  μίλαγε, βλακώδη λόγια είπε. 
Σωστές φαίνεται ο άνθρωπος είχε πληροφορίες.  
Στο κάτω κάτω της γραφής, πόσοι θαρρείς τον νιώσαν; 
Ενας στους δέκα μοναχά κατάλαβε τι είπε.

-Κι όλοι ήταν απ' το λόγο του κατενθουσιασμένοι. 

-Είδες που δίκιο έχω λοιπόν; Κι αυτοί ηλίθιοι είναι.
 Μάλιστα ηλιθιότεροι από τον Πρόεδρο μας. 
Εκτός αν ηλιθιότητα τόσο μεγάλη έχουν    
Που τι είπε δεν κατάλαβαν, κι ας ξέρανε τη γλώσσα.

-Ουφ! Εζαλίστηκα μ' αυτά. Εγώ κρατώ μονάχα 
Πως Πρόεδρο οι Ελληνες εβγάλανε ηλίθιο.
Στου σκάκι τα τετράγωνα, είπε, αν βάλεις στάρι 
Δυο σπειριά στο ένα τους, διπλάσια στο άλλο, 
στο άλλο τετραπλάσια, και ούτω καθεξής,     
Δε θα σου είναι αρκετό το στάρι όλης της γης 
Ολα του τα τετράγωνα αν θέλεις να σκεπάσεις.   
Μωρέ σοφία! Ε, καλά, καθείς αυτό το ξέρει     
 Μα ήταν κάτι να ειπωθεί σε λόγο Προεδρικό;       
Και νάταν τούτο μοναχά, μικρό ήταν το κακό.   
Αλλά με στόμφο, δυνατά, και σοβαρό ένα ύφος 
Μας είπε πως οι Ελληνες έχουν κοινούς προγόνους. 
Αυτό ήταν πια κι αν ήτανε… έπρεπε απ' την Ελλάδα 
να έρθει κάποιος να μας πει  ότι τ' αδέρφια έχουν 
Κοινούς γονιούς; Ελα Χριστέ και Παναγιά Παρθένα..

-Μα κι αλλά μάθαμε πολλά. Κι απ' όλα πιο σπουδαίο 
Είπε, πως, Μήτρο μου, είμαστε όλοι αριστοκράτες…
Άγνοια κι εμείς τόσον καιρό είχαμε γεγονότος   
Που αλλάζει όλων τη ζωή των ό,που γης Ελλήνων… 
Δηλαδή τώρα Μήτρο μου, πρέπει τους άλλους όλους 
-τουτέστι τους μη Ελληνες-λοξά να τους κοιτάμε 
Και όχι με γυμνό οφθαλμό, αλλά με το μονόκλ; 
Και σμόκια ν’ αγοράσουμε, και να μιλάμε αργά
Και όλους υπηρέτες μας να έχουμε τους ξένους; 
Τι άλλο θ' ακούσουμε θεέ,.. Αμ τ' άλλο το θυμάσαι; 
Μας είπε ότι ευτυχώς που βρέθηκε ο Σκούρας 
Και την Ελλάδα έκανε πασίγνωστη στα ξένα!
Για σκέψου: ένας Πρόεδρος το χέρι του ν' απλώνει 
Μες σ' ένα σάκκο με φλουριά χρυσά και ασημένια 
Και να τραβάει μια κλωνά μονάχα απ' το σακί… 
Αλλά και άσχετος μαζί με τ' άλλα όλα είναι. 
Είπε πως πρώτοι ερχόμαστε μετά 'πο τους Εβραίους 
Σε σύμπνοια αναμετάξυ μας και σε αλληλεγγύη. 
Καλά, είναι Πρόεδρος θα πεις, νάλεγε την αλήθεια; 
Μα κάλλιο να μην έλεγε τίποτα για το θέμα. 
Μάτια δεν έχει για να δει τον κάθε πατριώτη 
Να τριγυρνά μ' ένα μακρύ στο χέρι του πηρούνι 
Και να γυρεύει με θυμό και μ' άγρια μανία     
Το μάτι κάθε αλλουνού πατριώτη του να βγάλει;

-Αμ το άλλο; Λέει πάψανε οι Ελληνες της Ελλάδας  
Να γίνονται από δυο χωριά για τα πολιτικά.

-Βρε μήπως λάθος κάνανε και στείλανε εδώ      
Αντί για Πρόεδρο Ελληνα Πρόεδρο Γερμανό; 

-Οχι. Το κακομοίρικο το ύφος του μιλάει    
Πως πρόκειται για Ελληνα κι όχι κανέναν άλλο. 
Κι ακόμα περισσότερο αυτό το αποδεικνύει 
Το ρεζιλίκι πούπαθε στον Κλίντον όταν πήγε 
Και που βεβαίως άμεσα σ' εμάς αντανακλά.    

-Ναι; Τί; Δεν ξέρω τίποτα.    

-Να σου το πω να μάθεις. 
Οταν εμπήκε στ’ Ωοειδές Γραφείο του Προέδρου 
Κι εκείνος τον πλησίασε για να τον χαιρετίσει,    
Αυτός το χέρι του άπλωσε όχι με την παλάμη 
Κάθετη, μα οριζόντια, και με τα δάχτυλα του  
σε θέση ζητιανέματος-λιγάκι κεκαμμένα.    
Ο Κλίντον είδε κι έπαθε το χέρι του να στρέψει 
Και να το φέρει στη σωστή της χειραψίας θέση.

-Ή βιάστηκε ο άμοιρος ή απ' το τρακ θα ήταν.

-Τρακ ή ξετράκ, ρεζίλεψε όληνε την Ελλάδα. 

-Αυτό δεν τόξερα. Αλλά, εγώ μένω στο λόγο 
που στης Αγίας έβγαλε Σοφίας την εκκλησία.
Οι Ελληνες της Αμερικής, είπε,-βαστήξου- είναι 
Ειλικρινείς και τίμιοι. Και οι Αμερικάνοι   
Τους εκτιμούν πολύ γι αυτό.

-Βάρδα να μη δηλώσεις
Εδώ πως είσαι Ελληνας. Κουμπώνονται όλοι αμέσως. 
Αν τόσο δρόμο έκανε ψέματα για να πει       
Καλλίτερα θα ήτανε διόλου να μην ερθεί.       

-Και είπε όλα τα νησιά στο Πέλαγο το Αιγαίο 
Είναι ακραιφνώς Ελληνικά. Κι όχι μονάχα εκείνα, 
Παρά και οι μικρότερες λέει, βραχονησίδες.      
Καλά, ετώρα ξύπνησε; Και όταν ο Σημίτης 
Τη γαλανή σημαία μας κατέβαζε απ’ τα Ίμια 
Πού ήταν τάχατες αυτός; Και πώς αυτό το εδέχτη 
Κι αμέσως δεν εσκόλασε, σαν Πρόεδρος, το Σημίτη; 
Αλήθεια, σε είκοσι λεφτά, τι πράγματα δεν είπε.... 
Τι ψέματα! Τι αλλόκοτες γι αγρίους ιστορίες! 
Κι άκουσες;: "Μη νομίσετε πως ήρθα να ζητήσω 
Κάτι από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ" -έτσι είπε. 
Τότε γιατί ήρθε; Γιά να δει καναν παλιό του φίλο;  
"Οχι", μας λέει, "δε ζήτησα, ηθέλησα μονάχα 
Να νιώσει ο Κλίντον πως εμείς το έχουμε το δίκιο". 
Κι αφού το νιώσει τάχα τί ο Κλίντον να το κάνει;

-Ωχου καημένε… Πρόεδρος Ελλήνων είν’ αυτός. 
Αυτό σημαίνει αυτόματα πως Πρόεδρος τυγχάνει 
Και της ψευτιάς και της κλεψιάς και της μαλαγανιάς τους. 
Απλώς, πάρτο απόφαση, όπως κι εγώ το πήρα 
Πως είμαστε ακέφαλοι σήμερα στην Ελλάδα.  , :   , Πρωθυπουργός ανύπαρκτος, Πρόεδρος αχυρένιος…
Τί άλλο θες; Ας πάψουμε να λέμε πια για δαύτον.

-Α! Δε μπορώ όταν αυτό θυμάμαι το ωραίο 
Που είπε για τη γλώσσα μας-πως είναι λέει συνέχεια 
Της παλαιάς Ελληνικής. Μόνο που έχει, λέει, 
Μετά από χιλιετίες τρεις λίγο πολύ αλλάξει.  
Ω! Θε μου, τι διαπίστωση! Πόσο να εσκέφτη τάχα   
Ωστε να βγάλει τέτοιανε σοφία από το στόμα! 
Λες κι όλες οι ταλαίπωρες κάθε λαού οι γλώσσες 
Ίδια καθώς η Ελληνική εξέλιξη δεν είχαν…
«Και λέμε», είπε, «γη τη γη, και θάλασσα τη θάλασσα.
Όπως τη λέει κι ο Ομηρος.» Αλλιώς θα την ελέγαμε;..

-Ασε με μωρέ Μήτρακα. Πιάσε άλλο θέμα, μπούχτισα.

-Οχι και τούτο αν δεν πω, το τελευταίο ακόμα. 
Και, Γιάννο, μάθε το και συ: Το δέντρο ούτε φύλλα 
Ούτε και άνθη και καρπούς θα κάνε όταν-κρατήσου!-
Κάποιος το κόψει σύρριζα.

-Για δες μωρέ σοφία.. 
Γι αυτό κι έγινε Πρόεδρος. Σπάνιες γνώσεις έχει.

-Και κάτι λυπηρό πολύ-το μόνο σοβαρό του 
Που το πιστεύει ο άθλιος, και χαίρει, λες, για κείνο. 
Είπε πως η Αγια Σοφιά-μίλαγε για την Πόλη- 
Ποτέ ξανά ελληνική αν θα γίνει δεν τον νοιάζει.
Λοιπόν η κυρα-Δέσποινα πρέπει ν' αρχίσει πάλι
Οπως και τότε να θρηνεί και να πολυδακρύζει.
Τους θρήνους της δεν πρέπει πια κανείς να σταματήσει
Λέγοντας "Σώπα Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις.
Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θάναι"

-Οχι, γιατί έτσι ο Πρόεδρος το θέλει των Ελλήνων.

-Και-αλλα ζώα- οι Ελληνες οι εδώ ξενητεμένοι-
Σαν τη φρικτή, την τρομερή και την καταραμένη 
Αυτή τη φράση άκουσαν,ότι ΠΟΤΕ της πάλι 
δε θάρθει στης πατρίδας μας η Πόλη την αγκάλη, 
Τότε κι αυτοί, της Προεδρικής αναλγησίας θύματα 
Ξέσπασαν όλοι σε ζωηρά, θερμά χειροκροτήματα. 
Πού φτάσαμε! Το όνειρο που τις ψυχές θερμαίνει 
Των ο,που γης πατριωτών-των ό,που γης Ελλήνων 
Τ' όνειρο που ξεκίνησε από ένα Κωνσταντίνον 
Σε καποιανού τώρα Κωστή το στόμα να πεθαίνει… 
Ευτύχημα είναι που αυτός ειν' ένας θεατρίνος 
Που αναμασά ότι του λέει ο κάθε μανδαρίνος. 
Ευτύχημα είναι που κανείς στα σοβαρά δεν παίρνει 
Κάποιον που παραλόγιασμα τόσο βαρύ τον δέρνει.

-Μα αν ήτανε αξιοπρεπής κι ως πρέπει σοβαρός 
Πρόεδρος θα γινότανε ρε Μήτρο;

-    Ακριβώς.

-Για Κρήτη• είπε στο λόγο του. Ομως δεν έχει πάει. 
Κι αν πήγε δεν εκάθησε. Κι αν κάθισε δεν είδε 
Τους Κρητικούς που ολόμαυρα πουκάμισα φοράνε 
Και ίδιου πάλι χρώματος στην κεφαλή σαρίκια 
Που κρέμονται απ' το πλάϊ τους μαύρα σακάτου κρόσσια. 
Αν πήγαινε, κι αν έβλεπε, κι αν ρώταγε κανέναν
 θα τούλεγε ότι φορούν τα μαύρα, ώσπου η Πόλη 
Να γίνει πάλι Ελληνική. Κι ότι τα μαύρα κρόσσια 
Που απ’ το σαρίκι κρέμονται.είναι τα μαύρα δάκρυα 
Που χύνει ο Ελληνισμός γιατί έχασε την Πόλη. 
"Τσ' όντας τσε πάλι Ελληνιτσή η Πόλη μας θα γένει 
Τότες τσε τούτον το σκουτί από πάνω μας θα έβγει". 
Ετσι οι λεβεντόγεροι οι Κρητικοί μας λένε 
Και έτσι δασκαλεύουνε παιδιά τους και αγγόνια. 
Και ο καθείς γνωρίζει πως, Ελλάδα είναι η Κρήτη 
Κι ο Κρητικός ο Ελληνας ο πιο Ελληνας απ' όλους.

-Ελα λοιπόν. Τελειώνουμε. Γεια σου Γιαννάκο. Πάω 
Να σκίσω την Ελληνική σημαία πούχω σπίτι.

- Ιδέα μία καλλίτερη έχω -στείλτηνε κάτω 
Ωστε μ’ αυτήν ο Πρόεδρος κι οι άλλοι να σκουπίζουν 
Τα μάτια τους, που τρέχουνε γιατ' είμαστε μακριά τους,. 
Αυτή δεν ήταν η ύστατη του Πρδεδρου κορώνα;

-Οχι αυτό. Οχι. Ποτέ. Δεν θα την στείλω κάτω. 
Ελλάδα είναι από καιρό η Αμερική για μένα. 
Γι αυτό σ’ αυτήν κι η Ελληνική ταιριάζει η σημαία: 
Μόνο εδώ κάθε όνειρο σεπτό που εκείνη κλείνει 
Εδώ πραγματικότητα μόνο μπορεί να γίνει.
(Και φύγαν. Και στο σπίτι του επήγε ο Μητρούσης 
Και της νυκτός ολόκληρης εκείνης διαρκούσης 
Στο ιερό πάνω πανί 
τα μάτια του σαν δυο κρουνοί 
Δάκρυα μαύρα έχυναν ώσπου να ξημέρωσει.
Και τη σημαία την άπλωσε μετά για να στεγνώσει)

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΕΤΟΥΣ 2015 ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
ΜΑΤΘ. 26.

 Τότε ἔρχεται μετ᾿ αὐτῶν ὁ Χαζοχαρούμενος εἰς  χωρίον              λεγόμενον Αθήναι, καὶ λέγει τοῖς συντρόφοις· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν διαπραγματευθώ ἐν Βρυξέλλαις. καὶ παραλαβὼν τὸν Στόμφον καὶ τον Κομπασμόν και την Μωροσοφίαν, ἤρξατο χαίρειν καὶ χαζοφέρεσθαι. τότε λέγει αὐτοῖς Χαζοχαρούμενος· χαρούμενη λίαν ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως τετάρτου Μνημονίου· μείνατε οι τρεις ὧδε καὶ γρηγορείτε μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ προελθὼν εν Βρυλέλλαις ύψωσεν το πρόσωπον αὐτοῦ και απειλών είπεν· Μέρκελ άπαρε ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· οὐχ ὡς σύ θέλεις , ἀλλ᾿ ὡς εγώ. καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς κορυβαντιώντας, καὶ λέγει τῷ Κομπασμώ· εύγε σύντροφοι εμοί αντάξιοι οὕτως ἰσχύσατε μίαν όλην ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ! χαίρεσθε και διασκεδάζετε, ἵνα εἰσέλθητε εἰς το πνεύμα της συριζιακής διπραγματεύσεως· τὸ μὲν πνεῦμα ανόητον, ἡ δὲ σὰρξ αλαζονική.  πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν ηπείλησε λέγων· ω σύ Λαγκάρντ, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον της συριζιακης λαίλαπος τύχει αποδοχής υπό σού, εγκατάλειψον το Ταμείον, άλλως οδηγώ αυτό εις χρεωκοπίαν.
καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει τους τρεις πάλιν χορεύοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ λαμπροί εκ του οίνου της μεγαλαυχίας. 
καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν ηπείλησεν Λαγκάρντ ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών· τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς τρεις συντρόφους αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· άδετε λοιπόν και ευφραίνεσθε! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ οι αμαρτωλοί παραδίδονται εἰς χεῖρας του Μεγάλου Διαπραγματευτού των Δεκα Επτά Ωρών. συνέλθετε ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικαν οι αμαρτωλοί ούς εγώ, ο Καλαμοκαβαλητής Ψευδολόγος, παραδώσω εις χείρας εκδικητών. καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Κυριάκος εἷς τῶν ταραχοποιών ἦλθε, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν Δεξιών και Κεντρώων τοῦ λαοῦ. ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτόν όχλω, ἔδωκεν τοις συντρόφοις του σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστίν ο αρχηγός αυτών· κρατήσατε αὐτόν. καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Χαζοχαρουμένω εἶπε· χαῖρε, Χαζοχαρούμενε!, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. και Χαζοχαρούμενος εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, κακώς πάρει. τότε προσελθών όχλος ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Χαζοχαρούμενον καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. 

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2015  ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 26: 6-16

Τοῦ Χαζοχαρούμενου γενομένου ἐν Αθήναις, ἐν οἰκίᾳ Μαξίμου, προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ονόματι Αναισχυντία, ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα ακριβού, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ενώ αυτός εκάθητο. Ἰδόντες δὲ οἱ οπαδοί αὐτοῦ ἠγανάκτησαν, λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ολίγου έστω, καὶ δοθῆναι τοις δανεισταίς, ως επί πρωτογενούς πλεονάσματος. Γνοὺς δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; Αύτη γαρ εστίν σύντροφός μου έως θανάτου. ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. Πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν άπαντας τους έλληνας, λόγω Μνημονίου όπερ εγώ έφερα, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε πρωθυπουργόν. Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ μαυρίσαι με εν ταις εκλογαίς ἐποίησεν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ ο λόγος ούτος ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται και ότι Χαζοχαρούμενος με συνεργάτιδα την Αναισχυντίαν τα δέοντα εποίησε ώστε χαντακώσαι την Ελλάδα εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν αγαπητών του οπαδών, ὁ λεγόμενος Βαρουφάκης Ιωάννης, πρὸς τοὺς Δεξιούς, εἶπε· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τρία εκατομμύρια ευραργύρια. Καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ. Και καλώς έπραττεν. 

 ΕΥΑΓΓΈΛΙΟΝ ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ‘ΕΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 2014

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 21: 18-43
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπανάγων ὁ Σαμαράς εἰς τὴν πόλιν, ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν Βουλήν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ Αναγκαστκικήν Πράξιν οὐκ εὗρεν ἐν αὐτῇ, εἰ μὴ Νομοσχέδια μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ Νόμος γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ Βουλή. Καὶ ἰδόντες οἱ Υπουργοί, ἐθαύμασαν λέγοντες· πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη η Βουλή; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν, καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς Βουλής ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τη χώρα ταύτη εἴπητε· ἄρθητι, καὶ βλήθητι εἰς τὴν Μημονιακήν θάλασσαν, γενήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τω Φασισμώ, πιστεύοντες, λήψεσθε. Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν, προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ Συριζαίοι καὶ οἱ Κουκουέδες τοῦ λαοῦ, λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καὶ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. Τὸ  δαχτυλίδι του Γιωργάκη πόθεν ἦν, ἐκ λαού ή εκ Σημίτη; Οἱ δὲ διελογίζοντο παρ᾿ ἑαυτοῖς, λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐκ λαού, ἐρεῖ ὴμῖν· Διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ; ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐκ Σημίτη· φοβούμεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Γιωργάκη ὡς δήθεν ικανόν. Καὶ ἀποκριθέντες τῷ Σαμαρά   εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. Ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Ουδέ εγώ  λέγω ὑμῖν, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

 ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
ΣΤΑΣΙΣ Γ΄
(μη ψαλλόμενη μετάφραση)

Οι άνθρωποι όλοι όπου γης 
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν 
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.

Ο Αριμαθαίας απ' το Σταυρό 
Αφού Σε κατεβάζει 
Σε τάφο μέσα Σ' έβαλε.

Νικόδημος και Ιωσήφ 
νεκρός σα να 'ταν, ’Κείνον
κηδεύουν που όλα έχτισε.

Η Πλάση μας ολόκληρη 
ας πούμε μοιρολόγια-
Στου μέγα Χτίστη την ταφή.

Γιε του Θεού ,όλων βασιλιά, 
Θε’ μου Εσύ και Πλάστη 
τα πάθη πώς τα έστερξες;

Αυτοί που με το μάννα Εσύ 
τους έθρεψες, χτυπήσαν 
Εσέ, τον ευεργέτη τους.

Αυτοί που με το μάννα Εσύ 
τους έθρεψες, Σωτήρα,
χολή και ξύδι Σου 'δωσαν.

Πικρή Σου δώσανε χολή
Ελεήμονα και ξύδι
και Συ την πίκρα εγλύκανες.

Σε ’βάλαν πάνω στο Σταυρό 
’Σένα πoυ το λαό Σου 
στο τίποτα τον στήριξες.

Ναι Θε’ μου, οι άμυαλοι αυτοί! 
Αυτοί οι Χριστοφονιάδες 
που τους προφήτες σκότωσαν!

Σαν υπηρέτης άμυαλος 
έδωσε ο παντογνώστης 
την τόση τη σοφία Του.

Μα αιχμάλωτος επιάστηκε
ο πονηρός Ιούδας
τον Λυτρωτή που πούλησε.

Και οι Δυνάμεις τ' Ουρανού 
από το φόβο ετρέμαν
όταν νεκρό Σε είδανε.

Κι όταν σ' αντίκρισε νεκρόν
Πάνσοφε ,η που Σ' εγέννα, 
θρήνο κι Αυτή αρχίνησε

και, η Παρθένος, που σπαθιά 
τα σπλάχναΤης τρυπούσαν 
δάκρυα θρήνου έχυνε.

«Ώ! Συ! Γλυκιά μου ΆνοιξηΙ 
Μωρό Εσύ γλυκό μου! 
Πού είναι η ομορφάδα Σου;

Ω! Των ματιών μου φως Εσύ!
Γλυκό μου αγοράκι!
Σε τάφο Συ πώς βρέθηκες;»

«Μην κλαις Μητέρα' τον Αδάμ 
να σώσω και την Εύα: 
γι αυτό ετούτα τα τραβώ.»

«Την τόση καλοσύνη σου
Παιδάκι μου, θαυμάζω
που να υποφέρεις απ' αυτήν».

Με δάκρυα να της τρέχουνε 
ν' αναστηθείς η μάννα
ζητάει που Σε γέννησε.

Ν' αναστηθείς, ναι! μην αργείς.
Πάψε τη θλίψη Θε’ μου 
Αυτής που, αγνή, Σε γέννησε.

Κι εμάς από τα βάραθρα
με την ανάστασή Σου
του Άδη, βγάλε μας στο φως.

Και λύτρωσε όλους 'κείνους που
μ' ελπίδα και με φόβο
τ' άγια τα πάθη Σου τιμούν.

Οι Μυροφόρες ήρθανε 
στον τάφο Σου Σωτήρα 
και μύρα Σου προσφέρανε.

Kαι μύρωσαν τον τάφο Σου
με μύρα οι Μυροφόρες
πρωί πρωί έχοντας ερθεί. (τρεις φορές)

Και μύρα και αρώματα
γυναίκες άξιες σ' αυτά 
στον τάφο Σου προσφέρανε.

Κι ήταν γι αυτές το "χαίρετε" 
που άκουσαν αμέσως 
η αμοιβή των δώρων τους.

Σωτήρα κάνε με άξιον 
σαν μύρα στην ταφή Σου 
να Σου προσφέρω δάκρυα.

Στην Εκκλησία και στο λαό 
με την Ανάστασή Σου 
ειρήνη φέρε και σωσμό.

Κι ας θυμηθείς Σωτήρα μου 
εμάς πoυ ανυμνούμε 
τα Τίμια τα Πάθη Σου.

Kαι κείνους που πεθάνανε 
Σωτήρα μην ξεχάσεις 
όταν στη δόξα Σου θα ’ρθείς.

Καλόγνωμο το μάτι Σου 
ας τους κοιτάξει όλους
στην Κρίση Σου πoυ έρχεται.

Και το κοπάδι φύλαγε 
μαζί και το βοσκό του 
Χριστέ μου Παντελέημονα.

Θε’ μου την πλάση ελέησε
Εσύ που 'σαι Πατέρας
Πνεύμα και Γιος-κι ένας και τρεις.

Να δούμε την Ανάσταση 
Παρθένε, του Παιδιού Σου 
αξίωσε τoυς δούλους Σου.

Οι άνθρωποι όλοι όπου γης 
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν 
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.


 ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 

(ψαλλόμενη μετάφραση) 

ΣΤΑΣΙΣ Α΄

Τη Ζωή-Εσένα-,
μες σε τάφο Σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού, 
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
είναι μες στους νεκρούς
και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει. 

Από τους ανθρώπους 
ο πιο ωραίος κι αγνός 
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται 
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
θαύμα! Να! Συζητούν:
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Πνεύματα βοηθάνε
με μαζί τον Ιωσήφ 
το Νικόδημο, Εσέ τον αχώρητο
μες σε μνήμα να χωρέσουνε μικρό.

Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω 'δω έχεις ερθεί
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο είχε
πάει στον Άδη ο Αδάμ 
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.

'Σένα που δικάζεις
να δικάσουν ζητούν
που από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς. 

Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.

Ημερών τεσσάρων
φίλο Σου νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο'
τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Τον νεκρό Σαββάτο 
Αναστήσει είχες συ.
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
πας στον τάφο νεκρός, 
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.

Άτρωτος της Τριάδας
Είσαι ο Ένας Εσύ
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους κι εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
μα, από δίπλα Χριστέ,
’π’ τον Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες, 
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα Θεός,
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά. 

Κάτω από το χώμα 
θέλοντας, αφού πας, 
στα ουράνια από τη γη ξανανέβασες 
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ  
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
και τη γη πάτωμα 
και τον τάφο Σου πώς να τον ελέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η αγνή 
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
«Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου το φως,
Ιησού Εσύ πολυαγαπημένε μου! «
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

«Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;»
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
«για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
σεις ανθρώπων φυλές,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

Το σπαθί-αλί μου!-
της πικρής σου σφαγής 
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
φως Σωτήρα εγώ»-
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
«την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;»

Με μελάνι το άγιο  
το αίμα σου, όλα Εσύ 
τα δικά μας έσβησες τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
την ταφή Σου αινώ,
κι εξυμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
τον Ληστή στο Σταυρό
μα κι εμάς που σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.

Τον Πατέρα υμνούμε
και μαζί Του κι Εσέ,
Θεέ των πάντων και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Τη Ζωή, Εσένα,
μες σε τάφο σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

 ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΜΝΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

ΣΤΑΣΙΣ Α΄
(ΥΜΝΟΣ ΨΑΛΛΟΜΕΝΟΣ)

Η  Ζωή, σε τάφο
μέσα εβάλθης Χριστέ
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου   
Σε δοξάζανε  που αυτό έχεις δεχτεί.

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού,
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
πεθαμένος! Ιδές!
Και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει. 

Από τους ανθρώπους 
ο πιο απ’ όλους καλός
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται 
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
κουβεντιάζουν οι δυο!
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω ήρθες εδώ 
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο είχε
μπει σε τάφο ο Αδάμ
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.

'Σένα που δικάζεις
από δίκη περνούν
μα από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς. 

Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.

Τέσσερες ημέρες
φίλο Σου έναν νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο.
Τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Σάββατο είναι που είχες
αναστήσει νεκρό 
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
μόνος πας στη θανή
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.

Της Τριάδας ο Ένας- 
άτρωτος είσαι Συ 
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
κι απ’ το πλάι Χριστέ
του  Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα, Θεός
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά. 

Κάτω από το χώμα 
θέλοντας είχες μπει 
και στα ουράνια ’πό τη γη ξανανέβασες 
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ  
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
πάτωμα είχες τη γη
και τον τάφο Σου πώς τάχα να λέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η Αγνή
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου Εσύ, φως
Ιησού Εσύ μου, πολυαγάπητε!
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
πλήθη ανθρώπων εσείς,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

To σπαθί-αλί μου!-
της πικρής Σου σφαγής
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
φως  Σωτήρα εγώ,
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;

Με το άγιο Σου αίμα
για μελάνι, Χριστέ,
έχεις σβήσει όλα μας τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
ψέλνω Σου την ταφή,
και υμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
το Ληστή στο σταυρό  
κι εμάς τώρα που Σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς 
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.

Τον Πατέρα υμνούμε
μα κι Εσένα μαζί,
Θεέ των πάντων, και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Η  Ζωή, σε τάφο
μέσα εβάλθης Χριστέ
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου  
Σε δοξάζαν που αυτό έχεις δεχτεί.



Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

 Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα. 
Ίσως την Τέχνη παραπέρα.

 ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ 

Σαν να ήταν τη στερνή Κοινωνία να πάρω
σαν να ήταν το αίμα του Αεί να πιω  
και σαν πέρα από τον Χρόνο να ’ταν 
με του Νου τη βάρκα ν' ανοιχτώ…
κι ως να μη του κόσμου αυτού 
όλες οι συγνώμες 
μου ήσαν αρκετές, 
σαν αισχρές, σαν ένοχες πέρα τις σκορπώ 
κι από σκιές ανάστατες κι άστατες
και πελαγοδρόμες,
για όσες αμαρτίες μου έχω καμωμένα,
τη Συγνώμη τη Μεγάλη-
τη Μεγάλη Άφεση ζητώ. 

…Όμως  αμαρτιών βουερό κοπάδι
τόσο Μεγαλόψυχο τη Συχώρια ποιο,
θα βρεθεί ένα Πνέμα, 
που σε σας θα δώσει
ω! Φαντασίες;

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

«Πόσο μας παίδεψαν κι αυτοί οι Λατίνοι…
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί. 
Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;..

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
Κουράστηκα στο τέλος.

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…

Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια,
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας,
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη-
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’  παλιο-Λατίνους".

 ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις να το κλείσεις
στον φάκελο, που απορεί
γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.

Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.

Κι όταν τελειώσεις και τον φάκελο σφραγίσεις
να τόνε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά,
λικνίζοντας ο αέρας τον καπνό του…

Και αύριο
κει που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δεν θα έχει περάσει
να σκεφτείς: «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».

Και να πάρεις πέννα και χαρτί
και
σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

 τι να γινε κεινο το αγοροκοριτσο

ουτε θυμαμαι τ ονομα του

εγω θα ημουνα εφτά 
κι εκεινο δυο

ο πατερας μου 
ητανε φιλος του πατερα του
και το εβαφτισε

τα μαλλια του κοντα
φορουσε παντελονι
και σαν αγορι να τανε μιλουσε

εμενε στου Παθη

μετα απο τα βαφτισια 
το ειδα κανα δυο φορες
να παιζει με τ αγορια 

θεαμα παραξενο αληθεια 

η μανα του κι η μανα μου γελουσαν
μπρος στον καθρεφτη να το βλεπουν να  κοιταζεται 
φορωντας παντελονια

ήτανε στου Παθη

ο πατερας του ηταν ποτοποιος.

που το θυμηθηκα αποψε
πανε ογδόντα χρόνια και 

αν ζει ας ειν καλα

τι ωρα ειναι…

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

 ΙΟΥΛΙΟΣ 1826

Δεν ξέρουμε την ημερομηνία. 
Σκόπιμα δεν την δίνει η Ιστορία-
Βαρύτητα και σημασία τόση 
Μια μέρα δε θα μπόρειε να σηκώσει. 

Ιούλιος ήτανε. Ο άγιος μήνας. 
Ο χρυσοφόρος χορταστής της πείνας. 
Μα όλα τα χωράφια χέρσα τώρα. 
Πείνα και δυστυχία σ’ όλη τη χώρα. 

Αιματωμένος ο Μοριάς σφαδάζει 
Κάτω απ' τον Ιμπραήμ που τον ρημάζει.
Κάτω απ' το Τούρκικο σπαθί και βόλι 
Η Ρούμελη προσκυνημένη όλη. 

Χαμογελάει ολόχαρη η Αγγλία. 
Νικήτρια λογίζεται η Τουρκία. 
Τα όρνια μαύρους ουρανούς διασχίζουν. 
Των Φιλελλήνων οι καρδιές ραγίζουν. 

Τώρα βαριά στο στήθος λαβωμένη 
Η Επανάσταση αργοπεθαίνει. 
Τα όνειρά μας τώρα σκοτωμένα, 
Τα πέντε χρόνια πριν αναστημένα.

Μα μες σ’ αυτήν τη νύχτα να! μια αχτίδα!
Μες στην απελπισιά να! μια ελπίδα!
Μέσα στο τόσο μαύρο μια εικόνα 
Λες χελιδόνι μέσα στον χειμώνα. 

Μία εικόνα, η μόνη που στη μνήμη
Έχει απ’ αυτό το χάος στο νου μας μείνει.  
Μία εικόνα οπού κλει’ εντός της
Το θάμα της Φυλής κι όλο το φως της: 

Ανάπλι. Μπούρτζι. Μες στην ασφάλειά του,
Μες στα λιγόφωτα, υγρά κελιά του 
Οι Κυβερνήτες μας κυνηγημένοι.
Και να σ’ ένα από κείνα τι συμβαίνει: 

Αγκαλιαστοί Ζαΐμης-Καραΐσκάκης. 
Χάμου νεκρά τα φίδια της αμάχης. 
Οι σκιές των άξιων μας προγόνων γύρω 
Βαθιανασαίνουν της στιγμής το μύρο. 

Ο Γιος της Καλογριάς  χαρτί κρατάει 
Και με κλαμένα μάτια το κοιτάει.
Και το χαρτί: της Αρχιστρατηγίας-
Κι εκείνο κεραυνός-κι αυτός ο Δίας. 

Κι αυτά τα λόγια θα ’τανε γραμμένα 
Πιο πριν απ’ τους δυο άντρες ειπωμένα, 
Αν η εικόνα αυτή είχε λεζάντα: 
"Καραϊσκάκη, στους κινδύνους πάντα

Ο Έλληνας τα πάθη του ξεχνάει.
Και τώρα η Πατρίδα μας ζητάει 
Να δώσουμε τα μίση μας στη λήθη". 
«Ναι. Το ζητάει.» , ο ήρως τ' αποκρίθη. 

("Αυτό περίμενες λοιπόν χτικιάρη… 
Νάτο! Κανένας δε σου το ’χει πάρει. 
Ας δούμε τώρα τι μ’ αυτό θα κάνεις-
Τι θα προλάβεις-ώσπου να πεθάνεις. 

Παρ’ το. Καλογραμμένο και μεγάλο. 
Αλλά, μην περιμένεις τίποτ’ άλλο:
Στρατό, τροφές ή και πολεμοφόδια.
Μον’ άφθονα να καρτεράς εμπόδια. 

Ας δούμε τι θα γίνει και με σένα. 
Παρ’ το. Έτσι κι αλλιώς όλα χαμένα. 
Εδώ είναι γύφτο. Παρ’ το. Όλο δικό σου-
Και κλείνει μέσα του τον θάνατό σου"). 

Τρέμετε της Τουρκιάς τ’ άγρια τ’ ασκέρια. 
Δωριείς και Αχαιοί δώσαν τα χέρια. 
Τρέμετε. Ο Γιός της Καλογριάς οπλίστη 
Με την Τιμή του Εθνους και την Πίστη. 

Ντροπιάσματα και προσβολές αιώνων 
θα ξεπλυθούν σε λίγους μήνες μόνον. 
Ολόρθη θα σταθεί η Ελλάδα πάλι, 
Λεύτερη και Πανώρια και Μεγάλη. 

..Αλλά, μη σε κρατώ Καραϊσκάκη.
Το λαΐκό ανέμισε μπαϊράκι, 
Αγνόησε τη φτωχή μου την παλέτα, 
Και τρέξε. Και ροβόλησε. Και πέτα. 

Μες στη χρυσή τη μοναξιά τους-άκου! 
Αδημονούν Κομπότι… Σοβολάκου...- 
Τη συντροφιά τους σου ζητούν την άλλη 
Τη Θεία, την Τιτάνια, τη Μεγάλη. 

Βιάσου Καραϊσκάκη. Σού απομένει 
 Εννιά μηνών ζωή. Ευλογημένη 
Κάνε-την άθλων Ηρακλείων γεννήτρα, 
Την καρπερή του ηρωισμού σου μήτρα. 

Μέσα της συνωστίζονται, βρυχιούνται 
Παιδιά που βιάζονται ... που να! Γεννιούνται! 
Να τα Δερβενοχώρια! Το Χαϊδάρι! 
Να αντίς τα μαύρα όρνια οι άσπροι γλάροι. 

Να η Δομπραίνα! Να!  η Αράχωβά σου:
Το διαλεχτό μες σ’ όλα τα παιδιά σου. 
Και να το Δίστομο! Το Τουρκοχώρι! 
Καθένα πιο ακριβό από τ’ άλλα θώρι…

Να η Μάντρα Σαρδελά, το Κερατσίνι 
Όπου με την Καστέλα ένα εγίνη...
Να τα μεγαλεπήβολα σχεδιά σου 
Τα ορθολογικά κι αστραφτερά σου!

Και να ξανά η Ελλάδα αντρειεμένη. 
Να πάλι η Ρούμελη λευτερωμένη. 
Να τα όνειρα μας όλα σαρκωμένα. 
Και να τα γέλια των εχθρών πα’μένα. 

Να η Τουρκιά να στέκει στη γωνία 
Και τ’ άστρο σου να βλέπει με αγωνία 
Που όσο ψήλωνε και πιο φαινόταν, 
Τόσο το εδικό της θαμπωνόταν. 

Και να ’σαι! ο μεγαλύτερος απ’ όλους
Τους νους του τόπου μας τους φεγγοβόλους!
Να η στρατιωτική σου ιδιοφυΐα
Που άλλη δεν ξανάδε  η Ιστορία!

Και να το "όχι" σου στην προδοσία!  
Και να η τραγική σου η θυσία! 
Και να η Δόξα Σου ήρωα πρώτε 
Ιδια και σήμερα όπως και τότε!

Να την η επέτειος του Ιουλίου- 
Αγλάισμα του Εθνικού μας βίου!
Κι ας ξέρουν όλοι ότι σα θελήσει 
Κι άλλες η Ελλάδα τέτοιες θα γεννήσει