Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

 TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.

Πολύ Εσύ καλλίτερα από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως επάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.

 Ο ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ

Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.

Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Κι ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.

Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι:
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.

Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.

Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο,
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.

Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.

Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σαν μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη δίναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.

Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.

Και μεις οι τρεις, που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,

εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη,
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:

έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα μεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τ’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)

και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.

Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.

Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.

Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.

Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.

Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.

Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.

Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:

«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Με ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δεν θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.

Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.

Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' τον σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».

…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα…"

 TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοικό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας Άγγελος μες στ' όνειρό του.

Κι ήταν του Αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.

Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του Άγγελου τα χεΐλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:

"Μην τρέμεις-έναν Άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.

Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία.
Είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.

Κι ειν’ η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.

Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε Ωραίο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,

Αυτός που εφύτεψε το Φως σrou Σκότους την καρδιά
και άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,

Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία.
Κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.

Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.

Λοιπόν μη βασανίζεσαι. Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου-
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!»

Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει.
Και στη Μαρία πάει κοντά, κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.

 ΣΚΡΟΥΤΖ

Κι αυτό το έργο-ο Σκρουτζ, που ξαφνικά
να δίνει σ' όλους άρχισε τους δούλους του-
κάθε Χριστούγεννα, τι εφιάλτης που είναι!. .

Για ώρες δυο χαλάει την τάξη
της κοινωνίας μας της τόσα χρόνια αγαπητής
με τους φτωχούς να δυστυχούν
ενώ οι πλούσιοι τ’ αγαθά κατέχουν!

Πλέον ας λείψει αυτό τα έκτρωμα, γιατί μπορεί
κάποιους κουτούς κι ανόητους να παρασύρει,
και να 'χουμε-θεός φυλάξοι-
καμιά γελοία απόπειρα εγκαθίδρυσης
μηνιαίως Χριστουγέννων.  

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1995
ή
ΤΖΕΣΣΥ

Όλα μου τα 'χε ο Θεός δοσμένα
Χριστούγεννα για να χω’ ευτυχισμένα.
Μον' το γυναίκειο έλειπε το χάδι
να κάνει μαγικό αυτό το βράδυ.

Και μες στο σούπερ μάρκετ εστεκόμουν
και μες σε πέλαα θλίψης εχανόμουν
με όλα αγαπητός και μ’ όλα ξένος
σαν ένας δυστυχής ευτυχισμένος.

Μα  να! Στου μαγαζιού μέσα τον ντόρο
και το έσχατο αυτό μου εδόθη δώρο:
εκεί, στου μαγαζιού μέσα τη μάχη
η Τζέσσυ μου εχάιδεψε τη ράχη.

Γλυκάστραψε μια λάμψη ένα γύρω
κι όλα τα γλυκοπότισε ένα μύρο-
και μπήκαν φλόγα κι άρωμα εντός μου
και τον ρυθμό αλλάξανε του κόσμου.

Κι ως έρως τις ψυχές, έτσι και μένα
τ’ άγγιγμα μ’ όλα γύρω μ' έκαμε ένα
κι ήταν αιτία η θέρμη του η τόση
Χριστούγεννα που τότε είχα νιώσει.

 PLACEBO

Τα Χριστούγεννα δεν αντέχονται
όταν είσαι μόνος.

Κάτι άλλο μεγάλο τότε ζητάς.

Και στρέφεις τα μάτια σου
στου δωματίου τον τοίχο.

Και σηκώνεσαι,
τον πλησιάζεις,
τα χέρια σου εκτείνεις,
και τις παλάμες σου επάνω του κολλάς.

 ΑΣ ΕΡΘΟΥΝΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ…

Κάθε χρονιά Δεκέμβρης όταν μπαίνει
Τρέμω Χριστούγεννα μη και δε 'ρθούνε-
Μη δε φανεί ο Χριστός στην Οικουμένη
Και μύριες έγνοιες τότε με πονούνε.

Σα λείψει ο Χριστός δύναμη άλλος
Ποιος θάχει τάχα το φτωχό να πείσει
Όταν τόνε ραπίσει ο μεγάλος
Και τ’ άλλο μάγουλό του να γυρίσει;

Λεφτά πώς θα γεμίζουν οι παπάδες
Αφού οι εκκλησίες πια θα κλείσουν;
Ποιος θα ευλογεί των πλούσιων τους παράδες
Ώστε παράδες κι άλλους να γεννήσουν;

Δίχως της Κόλασης τώρα τον φόβο
Θα περισσέψουνε οι αμαρτίες
Κι αναβροχιά-το χέρι μου το κόβω -
θα μας ρημάξει δίχως λιτανείες.

Πάνε τα Ευαγγέλια, όσιοι κι άγιοι,
Άχρηστα τα Ορατόρια κι ο "Μεσσίας",
Σταυρώσεις, Αναλήψεις, Τάφοι Άδειοι,   
Και πίνακες θείας Τέχνης θαυμασίας.

Και είναι η  ελπίδα μου η μονάχη
Αν γίνει κάποτε το απευκταίον
ότι θα τρέξουμε όλοι εν τάχει
και θεό  έναν  ευθύς θα  βρούμε  νέον.

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ
 Ή
ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ΤΟΠΟΣ: Λόφος της Βηθλεέμ με
στάνη, σπηλιά, μονοπάτι.

ΧΡΟΝΟΣ: 1 Ιανουαρίου 0001. Βράδυ.

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΕΛΙΑΚΕΙΜ , βοσκός
ΕΛΙΕΖΕΡ, μικρότερος  αδερφός του, βοσκός.
ΑΜΩΣ, οχτάχρονος γιος του Ελιακείμ.
ΙΩΣΗΦ
ΜΑΡΙΑ
ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΟΥΣ
ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΜΕΛΧΙΟΡ  και ΓΚΑΣΠΑΡ  (τρεις Πέρσες ταξιδιώτες),
ΒΟΔΙΑ
ΕΝΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ
ΕΝΑ ΨΕΥΤΙΚΟ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙ


(ο Ελιέζερ και ο Ελιακείμ συζητάνε ενώ κάνουνε δουλειές στη στάνη τους)

ΕΛΙΕΖΕΡ
Μετά τους έλληνες οι Ρωμαίοι... Ποιος το ’λεγε να έρθουν λαοί από τόσο μακριά και να μας εξουσιάζουν...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα τους διώξουμε κι αυτούς. Κάνε λίγη υπομονή

ΕΛΙΕΖΕΡ
Λίγη αν χρειάζεται την έχω. Δυο μήνες ακόμα. Παραπάνω δεν πάει, θα βγω στο βουνό.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(αστειευόμενος)
Καλό σου ταξίδι.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Κορόιδευε σύ! Ξέρεις τι εννοώ. Δε θ’ αρμέγω εγώ τα δικά μου πρόβατα για να ταϊζω τους ρωμαίους. Δε θα τα κουρεύω για να φτιάχνουν αυτοί αντρομίδες. Δε θα σκοτώνομαι να τα μεγαλώσω για να μου τα ψήνουν αυτοί στη σούβλα σα να ’τανε δικά τους...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι σκυλιά. Καλά το είπες. Και δαγκώνουν. Και ξεσκίζουν. Μόνο εμείς είμαστε στην εξουσία τους; Τι θέλεις;  Να σε σταυρώσουνε κι εσένα σαν τον Ιωχάναν; Όσο γάλα κι αν τους έχεις δώσει, αν σε πιάσουν να τους πολεμάς δε σε σώζει τίποτα. Γι αυτό σου λέω-κάτσε στ' αυγά σου. Και ποιος δε θέλει να τους διώξει; Πώς όμως;
 
ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δεν το βάνουμε όλοι σκοπό. Γι αυτό. Γιατί οι μεγάλοι μας παραδοθήκανε. Γίνανε προδότες!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι ήθελες; Να τους σφάξουν; Και να σφάζουν συνέχεια; Τότε ποιος θα 'μενε να εκδικήσει τα βάσανά μας; Ουφ! Με σκότισες! Θες να πας πήγαινε και πάρε τα βουνά. Πρώτα όμως να πας ν’ αδειάσεις τις καρδάρες στο λεβέτι και να στεριώσεις το έμπα του μαντριού. Άντε και να κοιμηθούμε λίγο. Με κούρασαν σήμερα τα παλιοζωντανά...

ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δε μας αφήνουνε να τα βόσκουμε στον τόπο μας, δίπλα μας, και πρέπει να τρέχουμε στα κατσάβραχα.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(κλείνοντας την κουβέντα)
Εντάξει, δίκιο έχεις… Δε μου λες, τι κάνουνε εκείνοι οι δύο στη σπηλιά; Κοιμήθηκαν; Γέννησε εκείνη;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Έτσι μου ’πε ο Αμώς.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι καλά; Θέλουν τίποτα; Έχουν καμιάν ανάγκη;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Δεν ξέρω. Δεν πήγα. Ο Αμώς λέει τους έδωσε λίγο ψωμί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ο Αμώς είναι παιδί. Γυναίκα γεννημένη μέσα στη σπηλιά είναι και δεν πήγες να δεις αν θέλουν τίποτα; Τι ξέρει το παιδί;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Έχω να δω κι άλλες δουλειές. Αν ήθελαν τίποτα δεν θα το ζητούσαν;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο σου! Εσύ είσαι που βρίζεις τους Ρωμαίους; Τι να το κάνω αυτό; Αφού δεν μπορείς να διώξεις εκείνους, βόηθα τουλάχιστο τους δικούς μας. Πάρε και πήγαινέ τους γάλα, κι εγώ θα σφάξω ένα αρνί να τους ταϊσουμε. Μπρος τράβα! Και πάρε και κάνα δυο κουβέρτες. Άντε λοιπόν, τι κάθεσαι;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Εσύ νύσταζες.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τώρα ξενύσταξα. Τράβα.

(ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ)

 
 
 
 
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Τόπος: Σπηλιά κοντά στη στάνη.

Χρόνος: Βραδινή ώρα της ίδιας μέρας

(Ο Ιωσήφ και δίπλα του η Μαρία με το μωρό στην αγκαλιά)  

ΙΩΣΗΦ
Φάε λίγο ψωμί. Και ξάπλωσε. Θα προσέχω εγώ το μωρό.

MAP
Είμαι καλά. Κείνες οι ώρες ήταν δύσκολες. Τώρα πέρασε. Κρυώνω μόνο λίγο. Πάρε το παιδί να τραβηχτώ κοντά στα βόδια και μου το δίνεις-να ζεσταθούμε λιγάκι στην ανάσα τους.

ΙΩΣΗΦ
Δος το…
(ο Ιωσήφ παίρνει το παιδί. Η Μαρία βολεύεται κοντά στα βόδια, ο Ιωσήφ της δίνει το παιδί)
Θα πάω να δω αν γύρισαν οι βοσκοί να τους ζητήσω κανένα σκέπασμα για το βράδυ.
(γκρινιάζοντας, στον εαυτό του)
Τώρα τους ήρθε να κάνουν απογραφή...
MAP
Δεν πειράζει. Δεν πάθαμε τίποτα. Και ζήτα τους κι ένα κερί. Αυτό όπου να ’ναι τελειώνει. Μπορεί να μας χρειαστεί τη νύχτα… Όμως σαν κάτι ν’ ακούω... κάποιοι έρχονται... όποιοι κι αν είναι μίλα τους καλά-είμαστε ξένοι εδώ…
(Μπαίνει ο ΕΛΙΑΚΕΙΜ και ο ΕΛΙΕΖΕΡ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Να σας ζήσει. Τώρα το 'μαθα. Αγόρι ή κορίτσι είναι;

ΙΩΣΗΦ
Αγόρι.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Να σας ζήσει.
 
ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ και τους δυο. Ευχαριστώ και για το ψωμί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Δεν είναι λόγος να ευχαριστείς. Έπρεπε να 'χουμε κάνει περσότερα μα λείπαμε... Ο ανιψιός μου είναι μικρός, δεν ξέρει... Έκοψα ένα αρνί. Θα το έχω έτοιμο πρωί πρωί. Η γυναίκα πρέπει γα φάει να δυναμώσει. Για τώρα εφέραμε λίγο γάλα και για τους δυο σας. Και κουβέρτες να σκεπαστείτε. Αν είχαμε σπιτικό εδώ δε θα σας αφήναμε στη σπηλιά. Όμως καλλίτερα εδώ από τη στάνη. Βρωμάει λίγο κοπριά βέβαια.. μήπως θέλετε και τίποτ' άλλο; To μωρό είναι μια χαρά βλέπω…

MAP
Τι να θέλουμε, όλα που θέλαμε μας τα δώσατε χωρίς να σας τα ζητήσουμε, Μόνον όταν θα φύγετε να 'ρθει μαζί σας ο άντρας μου να του δώσετε κι ένα κερί. Τίποτ' άλλο δεν μας χρειάζεται. Κι αυτά που μας φέρατε πολλά είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα πάει ο Ελιέζερ να σας φέρει. Πήγαινε ρε αδέρφι.(ο Ελιέζερ βγαίνει. Δυνατά προς τον Ελιέζερ)
Και πες και του Αμώς να έρθει. Τον θέλω.
(στον Ιωσήφ)
Από τη Ναζαρέτ άκουσα ήρθατε.

ΙΩΣΗΦ
Ναι από τη Ναζαρέτ.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;

ΙΩΣΗΦ
Από το κακό στο χειρότερο.

MAP
Δεν είναι κι άσχημα.
(επιτιμητικά στον Ιωσήφ)
Ιωσήφ!..

ΙΩΣΗΦ
Πάνε από το κακό στο χειρότερο! Ναι! Δε θα κρατηθώ να μιλήσω και σε δικούς μας ανθρώπους.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Καλά λέει κυρά μου. Ασ’ τον. Ιουδαίοι δεν είμαστε κι εμείς; Και μάλιστα από τους σωστούς-τους πατριώτες;
(στον Ιωσήφ)
 Ξέρεις τον Ροβοάμ;

ΙΩΣΗΦ
Τον μπαλωματή;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ναι, τον ξέρεις;

ΙΩΣΗΦ
Είναι από τους πιο καλούς μου φίλους.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και από τους καλλίτερους πατριώτες. Είναι και δικός μου φίλος. Να τον ακούτε. Μια μέρα θα ξεσηκωθούμε κι αυτός θα 'ναι αρχηγός μας. Να τον προσέχετε κει κάτω. Εσύ τι κάνεις;

ΙΩΣΗΦ
Έχω ένα μαραγκούδικο. Κάνουμε συγκεντρώσεις εκεί. Κρύβω κάποιον που κυνηγάνε, φτιάχνω τόξα, βέλη, κάνω ό,τι μπορώ. Ετοιμάζομαι κι εγώ όπως όλοι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Έχουν αγριέψει τελευταία μαθαίνω.

MAP
(με σκοπό να βάλει τέλος στη συζήτηση αυτή)
Αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του, τη φαμίλια του και ύστερα τ' άλλα.

ΙΩΣΗΦ
Σώπα γυναίκα. Δουλειά χωρίς πατρίδα λεύτερη είναι θάνατος. Θέλεις να πεθαίνεις κάθε μέρα;
(στον Ελιακείμ)
Από τότε που ανάλαβε ο Ηρώδης κάνει όλα τα χατίρια των Ρωμαίων και η αντίδραση έχει μεγαλώσει.

MAP
{στον Ιωσήφ)
Δώσε μου λίγο νερό σε παρακαλώ.

ΙΩΣΗΦ
(δίνοντάς της, στον Ελιακείμ)
Βέβαια δεν ήρθε ακόμα η ιερή ώρα του ξεσηκωμού, αλλά δε θ' αργήσει.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν χρειαστείς κάτι από μάς μη διστάσεις να το ζητήσεις. Όπως έχεις φίλο τον Ροβοάμ έτσι να ’χεις και μας. Κοίτα όμως, τώρα που θα ’ρθει ο αδερφός μου να μη συνεχίσουμε την κουβέντα αυτή-είναι από τους θερμόαιμους και όταν ακούει τέτοια πλαντάζει. Τα θέλει όλα γρήγορα. Δεν έχει μπει ακόμα καλά στη ζωή να ξέρει.

ΙΩΣΗΦ
Θα χρειαστεί αυτή η ορμή του γρήγορα. Μη του την κόβεις.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και να ’θελα δεν μπορώ. Να, έρχεται... Α! φέρνει και τον Αμώς!..
(μπαίνουν ο Ελιέζερ και ο Αμώς)

ΑΜΩΣ
(ζωηρά)
Γεια σας!

ΕΛΙΕΖΕΡ
(δίνει ένα αναμμένο κερί στη Μαρία)
Ορίστε το κερί.
 
ΜΑΡΙΑ
Ευχαριστώ.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Σας έχω μιαν έκπληξη.
(στον Αμώς)
Όταν γεννιέται ένα αρνάκι ποιο τραγούδι λένε τα παιδιά Αμώς; To ξέρεις κι εσύ; To ’χεις μάθει;

ΑΜΩΣ
Αμέ! Τo ξέρω όλο!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο! Λοιπόν ο Αμώς θα μας τραγουδήσει για να γιορτάσουμε τη γέννα του γιου σας. Συμπαθάτε μας που δεν έχουμε άλλο δώρο να σας κάνουμε έξω απ'
αυτό το τραγουδάκι. Από την άλλη όμως ένα μικρό είτε αρνάκι είτε παιδάκι, πριν απ' όλα είναι μικρό. Λέγε Αμώς! Ανέβα στον κουβά.

ΑΜΩΣ
(αναποδογυρίζει τον κουβά και πηδάει πάνω του. Θαρρετά)
Θεόσταλτο, θεόδοτο
και θεοκαμωμένο
καλώς μας ήρθες πα’ στη γη
αρνί νιογεννημένο.

Μυριάδες να ’ναι οι μέρες σου,
αρρώστια να μην πιάνεις,
να ’σαι γερό σα σίδερο
κι αρνιά πολλά να κάνεις.

Μαλλί και γάλα ολάφριστο
και κόπρια να μας δίνεις
και για τους αφεντάδες σου
πλούτου πηγή να γίνεις.

Kι αν το 'χει η μοίρα σου η πικρή
και τ' άδικό σου αστέρι...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Φτάνει. Κατέβα.

ΑΜΩΣ
Γιατί; Τo ξέρω όλο!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο είναι για τ' αρνάκια μόνο. Δεν ταιριάζει στους ανθρώπους.

ΙΩΣΗΦ
(στον Ελιακείμ)
Γιατί; Όμορφο τραγουδάκι. Μην το κόβεις το παιδί. Ας ακούσουμε και το υπόλοιπο.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο λέγεται για να κάνει τα παιδιά να μη λυπούνται όταν σφάζονται τ’ αρνιά…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει;
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
«...κι αν το 'χει η μοίρα σου η κακή
και τ' άδικό σου αστέρι
να πέσεις κάτω απ' το πικρό
της πείνας μας μαχαίρι,

αρνάκι μου μας συμπαθάς
μα οι άνθρωποι πεινάνε
και πώς θε’ να χορτάσουνε
αρνάκια σα δε φάνε;»
Αυτό ήτανε.

ΙΩΣΗΦ
Έχεις δίκιο. Βοηθάει τα παιδιά να συνηθίζουν...

MAP
(δυνατά, κoφτά, επιτακτικά)
Σωπάστε!
(Όλοι στρέφουν προς το μέρος της. Αμήχανη σιωπή)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ιωσήφ)
Πότε γυρίζετε στη Ναζαρέτ;
ΙΩΣΗΦ
Δε θα γυρίσω στην πατρίδα. Μέρες τώρα σκέφτομαι τι είναι το καλλίτερο να κάνω. Ο Ηρώδης, εκτός που είναι βάναυσος και εχθρικός για τους Ιουδαίους, είναι και ευκολόπιστος και προληπτικός. Πιστεύει πως κάποιο παιδί που θα γεννηθεί τον καιρό αυτόνε  θα του πάρει τη βασιλεία όταν μεγαλώσει και θα γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Κι έχει καιρό τώρα που όσους πατριώτες έχουνε αγόρι τους βλέπει με μισό μάτι. Τους παρακολουθεί, δυσκολεύει τις συναλλαγές τους με το κράτος και με την αγορά, τους απειλεί πολλές φορές χωρίς λόγο. Εμένα με είχαν έτσι κι έτσι στο μάτι. Τώρα που έκανα και γιο δε θα με αφήσουν σε χλωρό κλαρί αν γυρίσω πίσω. Και όχι μόνο, αλλά το σπουδαιότερο, κινδυνεύει και η ζωή του παιδιού.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ο Ηρώδης είναι ένα κάθαρμα που του πρέπει να πεθάνει.

ΙΩΣΗΦ
(Στον ΕΛΙΕΖΕΡ)
Έχεις δίκιο φίλε μου , μα ας μην αρχίσουμε μια τέτοια συζήτηση. Δε θέλω να κουράσω τη γυναίκα μου μ' αυτά στην κατάσταση που είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και τι σκέπτεσαι να κάνεις;
ΙΩΣΗΦ
Δε σκέφτομαι, το έχω αποφασίσει. Στην Αίγυπτο έχουμε φίλους που έχουνε βρει εκεί καταφύγιο. Η Αίγυπτος είναι ασφαλής . Θα πάω εκεί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα είναι κουραστικό ταξίδι.

ΙΩΣΗΦ
Θα είναι. Όμως ο ντορής μου και τα πόδια μου να ’ναι καλά και θα τα καταφέρουμε. Ύστερα δεν ξέρω, κάτι θα γίνει. Βλέποντας και κάνοντας. Σ' αυτό συμφωνεί και η Μαρία.
(Ο Ελιεμέχ στρέφεται ερωτηματικά προς τη Μαρία)

ΜΑΡΙΑ
(ήρεμη τώρα)
Δε βλέπω τι άλλο μπορεί να γίνει ώσπου να ησυχάσουνε λίγο τα πράγματα…

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ή ώσπου να ψοφήσει ο Ηρώδης.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα...

ΙΩΣΗΦ
Σ' ευχαριστώ αδερφέ μου, λίγο σανό μόνο για το γαϊδουράκι μας  για το δρόμο και λίγο ψωμοτύρι για μας όταν έρθει το πρωί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Κι όταν έρθει με το καλό η ώρα θα σου πω από πού να τραβήξεις για να βγεις πιο εύκολα στο δρόμο σου. Πότε λες να ξεκινήσετε;

ΙΩΣΗΦ
Όσο γίνεται πιό γρήγορα. Μπορεί και αύριο πρωί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν είναι έτσι τότε να κοιμηθείτε. Έχετε και οι τρεις ανάγκη από ύπνο είτε αύριο είτε μεθαύριο ξεκινήστε. Να πηγαίνουμε κι εμείς. Ως για τ' αρνί, πριν φύγετε θα φάτε έτσι κι αλλιώς. Και θα πάρετε και μαζί σας για το δρόμο.  

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(η φωνή του απ’ έξω, μακριά)
Ε! Άνθρωποι!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ελιέζερ σιγά)
Τα τόξα!
(σβήνει το κερί. Ο Ελιέζερ βγάζει κάτω από το σανό δυο τόξα και βέλη.
Σιγά)
Μη μιλάτε!
(Δυνατά, προς τα έξω)
Ποιοι είσαστε;
 
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι. Ταξιδιώτες. Από την Ανατολή. Γυρίζουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.
Είμαστε ταχυδακτυλουργοί. Νυχτώσαμε, είδαμε φως, ήρθαμε. Λίγο νερό να πιούμε αδέρφια και θα φύγουμε. Αν έχετε την καλοσύνη… Φίλοι είμαστε!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ελιέζερ;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Διώξ' τους!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ιωσήφ;

ΙΩΣΗΦ
Μου φαίνονται πως λένε την αλήθεια.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και μένα
(δυνατά, προς τα έξω)
Πλησιάστε. Και να ξέρετε, έχουμε τόξα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Δε θα χρειαστούν. Εμείς δεν έχουμε.
(μπαίνουν οι Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Βλέπετε; Είμαστε άοπλοι και ειρηνικοί. Μα πώς να δείτε καλά με ένα κερί μόνο;
Γεια σας κι από κοντά. Είμαι ο Βαλτάσαρ και αυτοί εδώ είναι οι φίλοι μου Μελχιόρ και Κάσπαρ. Είμαστε Πέρσες.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ταχυδακτυλουργοί είπατε;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Ναι.
(γελώντας)
Και λίγο μάγοι και λίγο σοφοί…

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Γεια σας. Είμαι βοσκός εδώ. Από δω ο αδερφός μου, ο ανεψιός μου, ο Ιωσήφ, η Μαρία και ο γιος τους. Νιόφερτος-σήμερα γεννήθηκε.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και γιατί στη σπηλιά; Χάθηκε ένα σπίτι;

ΙΩΣΗΦ
Είναι μεγάλη ιστορία φίλοι μου και δε θα σας ενδιαφέρει.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λες. Τι να μας ενδιαφέρει; Όμως ένα νεογέννητο είναι μια καινούργια ψυχή στον κόσμο μας. Γι αυτό και θα κάνουμε και οι τρεις μας από ένα δώρο σε τούτο το παιδί.
(στρέφεται στους Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Έτσι αδέρφια;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και βέβαια! Και περισσότερο που τ’ άστρα λένε πως τα παιδιά που θα γεννηθούνε απόψε θα κάνουν μεγάλες πράξεις στη ζωή τους.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και επειδή εμείς λεφτά δεν κρατάμε, θα του δώσουμε σα δώρο λίγο από ό,τι καθένας μας κουβαλάει πάντοτε επάνω του αντίς για λεφτά.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εγώ έχω χρυσάφι. Να λοιπόν ένα κομματάκι χρυσάφι, δώρο στο νιογέννητο από μένα. Και του εύχομαι ολόψυχα να μη δει βάσανα και στενοχώριες στη ζωή του.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Να και λίγο λιβάνι κι από μένα, για να φτάσει ως τα βαθιά γεράματα το παιδί σας.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και ένα κουτάκι σμύρνα. Και εύχομαι να φύγουν γρήγορα οι ρωμαίοι από την πατρίδα σας και το παιδί να μεγαλώσει λεύτερο. Μα αν εκείνοι ακόμα είναι εδώ όταν το παιδί μεγαλώσει, τότε να γίνει ένας καλός αγωνιστής. Ξέρουμε όλοι στην πατρίδα μου πόσο υποφέρετε από τους Ρωμαίους.
ΙΩΣΗΦ
Φίλοι μου ο θεός σας στέλνει. Πιο κατάλληλη περίσταση δε θα βρισκόταν για να μας κάνει κάποιος τέτοια πολύτιμα δώρα. Τα δεχόμαστε και σας ευχαριστούμε από μέρους του γιου μας γι αυτά. Άκουσα όμως πως είσαστε διψασμένοι και ίσως και πεινασμένοι. Αν και δεν είμαι εγώ το αφεντικό εδώ, αλλά είμαι σίγουρος πως οι φίλοι μου από δω θα σας προσφέρουν ό,τι έχουνε και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εκείνο που θέλουμε για τώρα είναι λίγο νερό γιατί μας τελείωσε και διψάμε…
(ο Ελιέζερ τους δίνει τη στάμνα και πίνουν)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Με πρόλαβες αδερφέ μου Ιωσήφ. Αμώς τράβα. Φέρε να φάνε στους ανθρώπους.
(ο Αμώς βγαίνει)
Πρώτη φορά όμως έχουμε τόσους επισκέπτες -μέσα σε μια νύχτα κιόλας- και τα έχω λίγο χαμένα. Πέστε μας όμως πώς βρεθήκατε εδώ;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά οι τρεις μας. Σπουδάσαμε αστρολογία για να γίνουμε σοφοί και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να ζήσουμε. Για να γίνουμε όμως σοφοί έπρεπε να γυρίσουμε τον κόσμο. Κι όχι μόνο την Περσία. Και αυτό κάνουμε
(με προσποιητή σοβαρότητα)
Έχετε μπροστά σας τρεις μελλοντικούς σοφούς!

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λέει, η σοφία μας είναι όσο μεγάλη και η ηλικία μας. Κι είμαστε νέοι όπως βλέπετε. Έχουμε καιρό ακόμα ώσπου να γίνουμε τέλειοι σοφοί. Ακόμα δε γυρίσαμε την πλάτη μας στον κόσμο.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Με άλλα λόγια δεν είμαστε σοφοί ακόμα. Όμως είμαστε ταχυδακτυλουργοί όπως σας είπαμε. Και αν θέλετε, θα σας δείξουμε μερικά κόλπα για να σας διασκεδάσουμε. Κι όσο θα παριστάνει ο ένας, οι άλλοι δύο θα συνοδεύουνε την παράσταση με τον αυλό. Και όλα αυτά θα τα κάνουμε για τη Μαρία. Γιατί τη βλέπουμε λυπημένη.

ΜΑΡΙΑ
Δεν είμαι λυπημένη. Μόνο κουρασμένη λιγάκι.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Τότε παράσταση και φεύγουμε αμέσως. Θα βρούμε κάπου να κονέψουμε. Νέα παιδιά είμαστε. Και κανένας μας δε γέννησε απόψε...
(γελούν όλοι)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μια στιγμή σας παρακαλώ να έρθει και ο Αμώς. Με χαρά μας θα δούμε τα κόλπα σας μα περισσότερο θ' αρέσουν στο παιδί... Και σαν τι μαγικά κάνετε
αλήθεια;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Ό,τι φανταστείτε. Απόψε όμως θα κάνουμε ένα μικρό μέρος ο καθένας για να μη σας πάρουμε πολύν χρόνο. Και αν και νέοι, είμαστε καλοί σε ό,τι κάνουμε-να φανταστείτε πως περνώντας από την Ιερουσαλήμ δώσαμε παράσταση ως και στο παλάτι.

ΕΛΙΕΖΕΡ
(έκπληκτος)
Παίξατε για τον Ηρώδη;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και μάλιστα μας καλοπλήρωσε.
ΕΛΙΕΖΕΡ
Αφού καλοκλέβει πρώτα, μετά καλοπληρώνει...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τον Ηρώδη τον ξέρατε από πριν;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Όχι βέβαια. Περαστικοί ήμασταν από την πόλη του, έμαθε πως τρεις σπουδαίοι μάγοι ήρθανε… (κορδώνεται επιδεικτικά και αστεία. Η Μαρία γελάει)
...και μας φώναξε. Πήγαμε, φύγαμε. Πρώτη φορά είδαμε βασιλιά και ποιος ξέρει αν θα ξαναδούμε…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει η σοφία σας-όση έχετε μέχρι τώρα- για τον Ηρώδη;

ΓΚΑΣΠΑΡ
Πως οι καλοί άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτόν.

ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ για δεύτερη φορά φίλοι μου απόψε.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Για ποιο πράγμα;

ΙΩΣΗΦ
Για τη σοφία που μόλις ξεστόμισε ο φίλος σου. Κάνει πιο ισχυρή μιαν απόφασή μου.
(μπαίνει ο Αμώς)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αμώς, άσε τα φαγητά στην άκρη-θα τα πάρουνε μαζί τους οι φίλοι μας-κι έλα να δεις τα μάγια που θα κάνουνε:
(απομένουν όλοι σιωπηλοί και με χαρούμενη προσδοκία Κατά τη διάρκεια των επιδείξεων των τριών που ακολουθούν, τα γέλια και τα χαρούμενα επιφωνήματα είναι συνεχή)

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(Βγάζει ένα αυγό από την τσέπη του)
Όλοι ξέρουμε πως το αυγό βγαίνει από τον ποπό της κότας. Εγώ όμως, αφού το βάλω μέσα στο δεξί μου αυτί… θα το βγάλω από το αριστερό.
(το κάνει)
Απαράλλαχτα όπως τα λόγια των μεγάλων μπαίνουν από το ένα και βγαίνουν από το άλλο αυτί των μικρών. Όλοι ξέρουν ακόμα πως το αυγό δεν μπορεί κανείς να το φάει ολόκληρο. Μένουν πάντοτε τα τσόφλια. Εκτός από μένα-εγώ θα το φάω ολόκληρο!
(φέρνει το αυγό στο στόμα του, καταπίνει, ύστερα δείχνει το χέρι του χωρίς το αυγό)
Αλλά επειδή δε θέλω να κλέψω τη δουλειά της κότας και για να μη χαλάσω εγώ την τάξη του κόσμου, τα αυγά θα τα παίρνουμε πάντοτε από τη φωλιά της κότας.
(πηγαίνει προς τα άχυρα και παίρνει και δείχνει το αυγό. Υποκλίνεται)
Ευχαριστώ.

ΜΕΛΧΙΟΡ
(Βγάζει από το σάκο του δυο κρίκους σιδερένιους, μπλεγμένους τον ένα με τον άλλο)
Αυτοί οι δυο κρίκοι είναι όπως βλέπετε μπλεγμένοι!
(τους δείχνει τραβώντας τους δυνατά)
Όπως ο άνθρωπος με η ζωή. Πολλές φορές όμως φεύγουνε από τα χέρια μου.
(τους εξαφανίζει)
Τους βρίσκω στα πιο απίθανα μέρη. Όπως στο άδειο αυτό βαρέλι.
(βγάζει τους κρίκους από το βαρέλι)  
Ή πίσω από αυτό το δοκάρι.
(τους παίρνει κι από κει)
To χειρότερο είναι όταν μπαίνουν γύρω από το λαιμό μου καμιά φορά.
(οι κρίκοι βρίσκονται γύρω από το λαιμό του ενώ το άνοιγμά τους είναι μικρότερο από το κεφάλι του)
Τότε με στενοχωρούν. Προσπαθώ να τους βγάλω... τίποτα. Ωχ τι έπαθα ο δόλιος... Πώς να κάνω να γλιτώσω;.. Ξέρει κανένας σας; Εσύ; Εσύ; Εσύ; Εσύ;... ξέρω! Ένα παιδί θα μου τους βγάλει τραβώντας τους.
(πηγαίνει κοντά στον Αμώς)
Τράβα τους Αμώς...
(ο Αμώς τραβάει γελώντας)
Σιγά… θα με πνίξεις... Τι να κάνω... τί να κάνω... Ξέρω! To γαϊδουράκι θα μου πει!
(βάζει το αυτί του στο στόμα του γαϊδουρακιού)
Μου είπε να τους βγάλω από κάτου, από τα πόδια μου! Μα γίνεται αυτό;..
(το κάνει)
Έγινε! Σώθηκα!
(υποκλίνεται)
Σας ευχαριστώ...

ΓΚΑΣΠΑΡ
Εγώ μισώ τα σκιουράκια! Είμαι κακός άνθρωπος γι αυτό; Δεν ξέρω, όμως μισώ τα σκιουράκια. Αλλά θα μου δώσετε λίγο δίκιο-κοιτάξτε τι μου κάνουν...
(βγάζει ένα πάνινο σκιουράκι από το σάκο του και με κατάλληλες κινήσεις το κάνει να κινείται σαν να είναι ζωντανό. Τινάζεται έξαφνα, τον τσιμπάει, τον χτυπάει, πάει να του φύγει από τα χέρια...)
To κακό μ' αυτό είναι που δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ. Χτες, εκεί που καθόμουνα ήσυχα ήσυχα, ήρθε και μου τράβαγε τα μαλλιά μου. To πιάνω, το πετάω στο πάτωμα.
(το κάνει. Ότι λέει πως έκανε χτες το κάνει όσο τα διηγείται)
Ακίνητο το σκιουράκι. Λέω το ξεφορτώθηκα. Σκύβω να δω… μου τσιμπάει τη μύτη...το πετάω έξω από την πόρτα... αυτό να το πάλι… τo ’βαλα κάτω και το πάτησα. Έτσι…έτσι...έτσι....έτσι!  Ύστερα πήρα μια μεγάλη πέτρα και την έβαλα πάνω του. Τσουπ! αυτό ξαναβγήκε ολοζώντανο από κάτω από την πέτρα και μου γαργαλούσε το λαιμό. Τότε σκέφτηκα και του 'κοψα το κεφάλι...και τα πόδια...και τα χέρια...να δω τώρα θα ξανάρθει..; Και για να είμαι σίγουρος πως ψόφησε οριστικά, ξέσκισα τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του έτσι...έτσι...έτσι...έτσι. Ύστερα, για καλό και για κακό το 'κλεισα μέσα σ' αυτό το σιδερένιο κουτί.
(Δείχνει το κουτί σιδερένιο και γερό και το κλείνει αφού βάζει πρώτα μέσα τα κομμάτια από το σκιουράκι)
Τρία δευτερόλεπτα μόνο έμεινα ήσυχος. Μετά να πάλι το βάσανο!
(το σκιουράκι βγαίνει "ολοζώντανο" από το σιδερένιο κουτί, ζωηρότερο από πριν)
Αναστήθηκε! Όπως το κάθε τι που πεθαίνει. (υποκλίνεται μέσα σε γέλια)
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και τώρα φίλοι μου να σας καληνυχτίσουμε.
(παίρνουν τα πράγματά τους και τα τρόφιμα που έφερε ο Αμώς)
Σας ευχαριστούμε για τα δοσίματα. Ιωσήφ, κυρά μου, να σας ζήσει το παιδί σας και πολύχρονο.

ΜΑΡΙΑ
Σας ευχαριστούμε για τα δώρα σας. Δε θα το ξεχάσουμε ποτέ.

ΙΩΣΗΦ
Στο καλό φίλοι μου.
(βγαίνουν Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μας διασκέδασαν. Ο θεός ας τους φυλάει. Και τώρα αδέρφια μου καληνύχτα κι από μας και καλό σας ύπνο. Αν χρειαστείτε κάτι εδώ είμαστε. Θα τα πούμε αύριο πρωί. Θα σηκωθούμε πριν από σας. Γεια σας

ΜΑΡΙΑ
Καλή σας νύχτα. Ευχαριστούμε.

ΙΩΣΗΦ Καληνύχτα.
(βγαίνουν Ελιέζερ, Αμώς και Ελιακείμ)

ΙΩΣΗΦ
Κοιμήσου Μαρία. Αύριο έχουμε δρόμο. Ήσυχο το μωρό μας... Δεν μας ενόχλησε καθόλου. Θες να μου το δώσεις να κοιμηθείς πιo καλά; Εγώ δε νυστάζω ακόμα...

ΜΑΡΙΑ
Δε με βαραίνει διόλου. Ξάπλωσε και συ δίπλα μου. Εδώ. Έχει χώρο. Θα ζεσταινόμαστε περισσότερο έτσι. Η νύχτα είναι κρύα.
(ο Ιωσήφ βολεύεται δίπλα στη Μαρία. Κοιτάζει το μωρό, σκύβει και το φιλάει. Φιλάει απαλά τα μαλλιά της Μαρίας. Απλώνει το αριστερό του χέρι προστατευτικά γύρω από τη μέση της.)
 
ΙΩΣΗΦ
Καληνύχτα.

ΜΑΡΙΑ
Καληνύχτα।

 
ΑΥΛΑΙΑ

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

 Ο ΣΠΟΡΟΣ

Καλά είμ’ εδώ.
Εδώ θα ζήσω.
Όλα εύκολα εδώ κάτω.
Ασφάλεια.
Σιγουριά.
Τα δύσκολα σκοτώνουν.

Ενώ αν τραβούσα για τον αέρα
πόσα δε θα ’χα εμπόδια να υπερβώ…
Το χώμα να παλέψω.
Και μετά, σα βγω στον αέρα,
κίνδυνοι όλο και ανασφάλεια-
χορτοφάγα τέρατα, σόλες παπουτσιών,
αγέρηδες, δρεπάνια, χιόνια…
Εδώ θα ζήσω!

…Πάλι…
Εδώ αν σταθώ
και δεν ανέβω επάνω-στους κινδύνους,
Μπορώ να πω πως έζησα;
Όχι. Γιατί ζωή σημαίνει δυσκολία.
Και «γεννήθηκα» σημαίνει  
Πρέπει  στα δύσκολα να μπω.

Λοιπόν
να ζήσω αν θέλω
καθήκον μου είναι ν’ αγαπώ το δύσκολο
Και πρέπει να είμαι εκεί όταν με χρειάζεται.
Θα έβγω στον αέρα!

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

 Φώτη θέλω την ονειροκριτική σου επειγόντως.
Βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο με μία κοπέλα.
Σεξουαλική σχέση, σκέψη ή υπόνοια, μηδέν.
Η κοπέλα, μικρή στην ηλικία, φοράει σκούρα προς το κόκκινο ρούχα. Δεν είναι ψηλή ούτε κοντή. Είναι μελαχρινή και στέκει γαλήνια και σίγουρη πότε καθιστή στο κρεβάτι, πότε όρθια.
Δεν μιλάμε.
Εγώ ήρεμος, με την βαθιά αίσθηση ότι πρέπει να προστατεύσω την κοπέλα από κάθε κακό.
Και ξάφνω, διαπερνώντας τους τοίχους του δωματίου και την κλειστή πόρτα του, εμφανίζονται πέντε έως έξη παιδιά, όλα αγόρια,
Φοράνε ρούχα παιδικά χρωματιστά-όχι πολύ έντονα-με χρώματα προς το κόκκινο, πράσινο, κίτρινο.
Θέλουν το κακό της κοπέλας που εγώ προστατεύω.
Και προσπαθούν το καθένα να την πλησιάσει με τον σκοπό αυτόν.
Τι κακό θέλουν να της κάνουν, δεν το ξέρω εγώ, και ούτε τα παιδιά το δείχνουν ή αφήνουν με τις κινήσεις τους να φανερωθεί.
Σηκώνομαι και αρχίζω την προσπάθεια να βγάλω έξω από το δωμάτιο τους νεαρούς, ώστε να μην κάνουν κακό στην κοπέλα.
Τα παιδιά, εκμεταλλευόμενα τον αριθμό τους, προσπαθούν να την πλησιάσουν απασχολώντας με πότε το ένα πότε το άλλο.
Προσπαθώ εναγώνια.
Η κοπελίτσα στο μεταξύ μένει στη θέση της σοβαρή και χωρίς φανερή ανησυχία, σαν να προβλέπει ότι δεν θα υπερισχύσουν τα παιδιά.
Και πράγματι, καταφέρνω να διώξω τα παιδιά. Εξαφανίζονται ένα ένα, έτσι όπως είχαν μπει, μετά όμως από πολλή προσπάθεια δική μου.
Τα παιδιά τέλος έφυγαν, η κοπέλα στέκει ήρεμα πάλι στη θέση της, και εγώ ησυχασμένος προς στιγμήν, όμως θεωρώντας ότι τα παράξενα κακά παιδιά θα επιχειρήσουν να ξανάρθουν.
Ξύπνησα με τον φόβο αυτόν.
Γράψε μου ή εδώ, ή στο email.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

 
Στους καλούς ποιητές δεν λένε «Συγχαρητήρια!»
Γιατί είναι σαν να τους συγχαίρουν επειδή ζουν.
Δεν είναι κουτό;

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

 ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΑ!

14 Φεβρουαρίου 2022
Ο Ζελένσκι στο γραφείο του.
 Χτυπάει το τηλέφωνο.

ΖΕΛΕΝΣΚΙ (ΖΕΛ)
Εμπρός.
ΠΟΥΤΙΝ (ΠΤΝ)
Έλα Βολόντια. Εγώ είμαι.
ΖΕΛ
Ε! Γεια Βλαντί!.. Τι κάνεις;
ΠΤΝ
Καλά, καλά.
ΖΕΛ
Πώς και με θυμήθηκες;
ΠΤΝ
Σε ξεχνάω ποτέ ρε Βολόντια;.. Αλλά για να πω την αλήθεια ήθελα να σου ζητήσω και κάτι…
ΖΕΛ
Ότι θέλεις. Πες το μόνο κι έγινε.
ΠΤΝ
Να ρε συ, να! Μετά που έβαλες στο Σύνταγμα ότι θέλεις να μπεις στο ΝΑΤΟ, ξέρεις, οι δικοί μου μ’ έχουνε πρήξει.
ΖΕΛ
Το πίστεψαν; Ο Γέρος μου είπε να το βάλω. Του έκανα το χατίρι, ανάγκη τον έχω, αλλά μέχρις εκεί. Θα σου πήγαινα εγώ ποτέ κόντρα ρε Βολόντια;..
ΠΤΝ
Εγώ το ξέρω ρε συ, όμως οι δικοί μου μ’ έχουνε φάει. Μετά, να σου πω την αλήθεια, μου πέρασε από το μυαλό για μια στιγμή μήπως και σου βάλανε λόγια για μένα…
ΖΕΛ
Τα τρώω εγώ αυτά ρε Βλαντί; Μπορεί κανένας να μπει ανάμεσά μας;..
ΠΤΝ
Το ξέρω μωρέ, αλλά άνθρωποι είμαστε, είπα… μήπως… Τέλος. Λέω να έρθω μέχρις εκεί να σου βαρέσω κανα δυο έτσι για τους τύπους… Να ησυχάσουν οι δικοί μου. Πώς το βρίσκεις;
ΖΕΛ
Τόσο πολύ σε πιέζουν ε;
ΠΤΝ
Τι να σου πω… ειδικά εκείνος ο Λαβρώφ μου ’χει πάρει τ’ αυτιά…
ΖΕΛ
Έλα. Το σκέφτεσαι ακόμα; Έπρεπε να μου το πεις και νωρίτερα-τι φιλαράκια είμαστε…
ΠΤΝ
Σ’ ευχαριστώ ρε Βολόντια, δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που κάνεις για μένα.
ΖΕΛ
Ντροπή σου μεταξύ μας ρε Βλαντί! Ούτε να το σκέφτεσαι.
Να τελειώσω μόνο κάτι δουλίτσες που έχω με το Κόμμα.
ΠΤΝ
Σε κανα δεκαήμερο καλά είναι;
ΖΕΛ
Εντάξει. Με βολεύει και μένα τότε. Κατά τα άλλα; Τι κάνει η οικογένεια-τα παιδιά;
ΠΤΝ
Καλά, δόξα το θεό. Γι αυτό σε πήρα, να σε ενημερώσω μη με δεις ξαφνικά και υποθέσεις ξέρω γω τι… Λοιπόν άντε γειά.
ΖΕΛ
Γεια.
ΠΤΝ
Α! Όχι… μην κλείνεις, είδες; Και οι δύο χαζέψαμε μου φαίνεται. Πού θέλεις να χτυπήσω;..
ΖΕΛ
Έλα μωρέ, λεπτομέρειες. Όπου θέλεις. Εδώ θα τα χαλάσουμε;
ΠΤΝ
Όχι. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.
ΖΕΛ
Ξέρω κι εγώ; Αρχίνα από κανένα χωριό και ύστερα τα ξαναλέμε.
ΠΤΝ
Δε μου λες, τι προτιμάς; Πυραύλους ή αεροπορία;
ΖΕΛ
Ό,τι νάναι μωρέ!
ΠΤΝ
Τανκς καλλίτερα. Τα Εφ Ντι Εμ να φέρω ή τα  Υτροϊ Στεπ;
ΖΕΛ
Δεν έχεις τα Σετ Θρι; Δεν ξέρω γιατί, μου αρέσουν. Έχουν μια γραμμή-μια φινέτσα ρε γαμότο.
ΠΤΝ
Έχω μερικά. Θα πάρω αυτά, και θα συμπληρώσω με άλλα αν χρειαστεί… Να σου πω, σε πολυκατοικίες να ρίξω ή σε στρατιωτικούς στόχους;
ΖΕΛ
Κοίτα να δεις, καλλίτερα σε στρατιωτικούς στόχους . Αν όμως θέλεις να ρίξεις και σε πολυκατοικίες, πες μου από πριν να τις αδειάζω. Ξέρεις, σειρήνες, προειδοποιήσεις…
ΠΤΝ
Σωστά. Κανας μεγάλος μπορεί να φαγωθεί κατά λάθος. Αλλά τα παιδάκια κρίμα είναι.
ΖΕΛ
Γι αυτό σου λέω… Δε μου λες, κατά Μαριούπολη, θα πας;
ΠΤΝ
Ε, μιας και θα ’ρθω…
ΖΕΛ
Εν τω μεταξύ εγώ θα βγαίνω και θα ζητάω βοήθεια από το Γέρο και από τους χέστηδες τους ευρωπαίους. Τάχα πως κινδυνεύω ντε!...
ΠΤΝ
Θα σου το ’λεγα. Σειρήνες καλές έχεις;
ΖΕΛ
Έχω αδέρφι. Τις φύλαγα για καμιά ανάγκη. Και να που ήρθε η ώρα τους.
ΠΤΝ
Πάντα προνοητικός, μπράβο σου. Τι άλλο έχουμε να πούμε; Θυμήσου μήπως ξεχάσαμε τίποτα…
ΖΕΛ
Να σου πω, θέλεις να σου στήσω οδοφράγματα;
ΠΤΝ
Που ρε; Στα χωράφια μέσα;  Πώς μπορείς να βάλεις οδοφράγματα σε τόση έκταση;
ΖΕΛ
Δε λέω για τα χωράφια. Για τους δρόμους στις πόλεις λέω.
ΠΤΝ
Ποιες πόλεις; Θέλεις να πάω και σε καμιά πόλη;
ΖΕΛ
Επειδή είπες για Μαριούπολη. Λέω μήπως έτσι θα ήτανε πιο πειστικό το πράγμα. Τι λες;
ΠΤΝ
Ε! Όχι μωρέ Βολόντια. Είπα για τη Μαριούπολη αλλά όχι να μπω και μέσα στους δρόμους… Να δείξω μόνο θέλω στους δικούς μου πως με πείραξε και μένα ο λόγος σου να μπεις στο ΝΑΤΟ, όχι και να σου κάνω όμως και ζημιά αδερφέ μου.
ΖΕΛ
Μα συγκινείς ρε συ... Πόσο λες θα σου πάρει όλο αυτό;
ΠΤΝ
Ε, λέω πεντέξη μερούλες το πολύ.
ΖΕΛ
Ναι γιατί θέλω να πάω σ’ ένα γάμο στις οχτώ του Μάρτη.
ΠΤΝ
Ουουου! Θα τελειώσω νωρίτερα. Μόνο ενημέρωσε και τους αξιωματικούς σου να μη το πάρουνε στα σοβαρά κι αρχίσουν να μου ρίχνουνε. Όσο χρειάζεται-για τους τύπους μόνο…
ΖΕΛ
Θα τα κανονίσω. Εντάξει.
ΠΤΝ
Εντάξει. Αντε γεια.
ΖΕΛ
Γεια. Και κοίτα, μην αργήσεις και σε πιάσουνε οι βροχές γιατί μπορεί να κολλήσουνε τα τανκς σου στις λάσπες.
ΠΤΝ
Το ξέρω μωρέ. Εσύ θα μου μάθεις την Ουκρανία-το αδέρφι της Ρωσίας; Τι λέω αδέρφι, τη μάνα της Ρωσίας-από κει δεν ξεκινήσαμε όλοι;
ΖΕΛ
………….
ΠΤΝ
…Έλα, με ακούς;…
ΖΕΛ
…Με συγκίνησες αδέρφι….
ΠΤΝ
Έλα, μη με πιάσουνε κι εμένα τα σορόπια… Τι λες για την άλλη εβδομάδα; Να έρθω την ερχόμενη Τρίτη-στις 22;
ΖΕΛ
Όχι Τρίτη αδερφέ μου, το ’χω γρουσουζιά. Έλα Τετάρτη.
ΠΤΝ
Τετάρτη δοκιμάζω κάτι πυραύλους. Να έρθω Πέμπτη 24-σε βολεύει;
ΖΕΛ
Μια χαρά. Εντάξει. Πέμπτη.
ΠΤΝ
Σημείωσέ το μην το ξεχάσεις με τόσα που έχεις στο μυαλό σου.
ΖΕΛ
(γράφει στο ημερολόγιό του)
Εντάξει, το σημείωσα. Άντε γεια και με το καλό.
ΠΤΝ
Γεια σου αδέρφι!
ΖΕΛ
Φιλιά στα παιδιά.Γεια!
(Κλείνει το τηλέφωνο)

                                 -----







 
Ο αρειανός αστροναύτης, ο πρώτος που επισκέφτηκε τη Γη,
με την επιστροφή του στον Άρη ενημερώνει τους αρειανούς:
"Η γη είναι όπως την περιμέναμε-γεμάτη πέτρες,
δέντρα, ζώα, νερά, ανθρώπους.
Και όλα σε διαρκή κίνηση.
Από ζωή ούτε ίχνος".


 Η ΚΙΜΠΕΡΛΙ ΓΚΙΛΦΟΙΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Δεν μας ξεχνάει ο θεός-όχι δεν μας ξεχνάει.
Μέσα στις λύπες χαρωπό και κάτι ξεκινάει.
Κάτι που μόνο υπάρχοντας τα πάντα ωραϊζει-
Κάτι που τύχη αγαθή σ’ έναν λαό χαρίζει.

Είχαμε το Ουκρανικό με Πούτιν και Ζελένσκι-
Με ντρονς, με αερόπλανα, με Τόμαχοκ κι Ορέσνικ-,
Τον Μερτς που στον χιτλερισμό πάλι ξαναγυρίζει,
Τον Σι που θέλει κι αστακό κι όχι μονάχα ρύζι,

Τον Τραμπ που ορέχτηκε να φάει ψητή Βενεζουέλα,
Τον Νετανιάχου η κάτω του που του ’σπασε μασέλα
Μασώντας Παλαιστίνιους, Ιράν, Χαμάς και Γάζα,
Λαούς όπου τα χούγια τους με Τραμπικά τ’ αλλάζαν,

Δασμούς να μπαινοβγαίνουνε σε κράτη και κρατίδια,
Του Ευρωπαίους να γίνονται του Τραμπ φτηνά παιχνίδια,
Τον Καναδά τον είδαμε το πόδι να πατάει-  
Πεντηκοστή πρώτη να μη γουστάρει να μετράει…

...Είδαμε μες σ’ αυτό το δυο χιλιάδες εικοσπέντε
Τόσα, που αλήθεια ζήσαμε περικολοζαμέντε-
Τόσα που αν δεν τα βλέπαμε, και μόνο είχαμε ακούσει,
Θα λέγαμε όποιος τα λέει πως μας πουλάει μούσι…

Και μες σ’ αυτό το μπάχαλο και την
παραφροσύνη,
Να κι ένα ωραίο που ’γινε και φέρνει ευφροσύνη:
Στη χώρα μας έχει ερθεί-στο ελληνικό το soil!-
Μία νεράϊδα του Καλού: η Κίμπερλι η Γκίλφοϊλ!

Απλά ντυμένη,  γελαστή,  ωραία και δροσάτη,
Ωσάν σε κάμα κόλασης το φύσημα του μπάτη,
Ωσάν σε πυρκαγιάς χαμό βροχή καταρρακτώδης,
Και όμορφη, ελκυστική, λαχταριστή κι ευώδης…

Τα θήλεα τα κομματικά της άμοιρης Ελλάδας,
Ας διδαχτούν λιτότητα και ευδία ομορφάδας!
Ας μάθουν φυσικότητα και άδολο ένα γέλιο!
Ας εντρυφήσουν στο αγνό Γκιλφόλιο Ευαγγέλιο!

Και μεις ας στείλουμε πολλές στον Θεό ευχαριστίες
Όπου παρά τις τόσες μας κλεψιές και ατιμίες,
Μας ελυπήθη κι έστειλε-στο λαό της απωλείας-
τον Άγγελο της ποθητής, χρειώδους Επαγγελίας!

                   -----

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

 Η Ανθρωπότητα είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Η αναπνοή της διαρκεί διακόσα χρόνια.
Για εκατό χρόνια εισπνέει Ψευδοδημοκρατία και Ψευδοειρήνη, και για τα επόμενα εκατό εκπνέει διοξείδιο του Φασισμού και αλλοτροπική μορφή Πολέμου.
Ζούμε την έναρξη της εκπνοής της.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

 Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ

Η Έμιλυ μου έπιασε  το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα!» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της  ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της  και με το πίσω μέρος του παπουτσιού  της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε  το χώμα.
 «Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο  φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Μπράβο! Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω στην Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

 (17 χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου)


ΑΛΕΞΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιος είπε ο Αλέξης χάθηκε; Χάνονται οι Ιδέες
ή πάντοτε στραφτοκοπούν Αγνές και Νιες κι Ωραίες;
Και ποιος την που μπολιάστηκε ολοπρώτη μες στην Πλάση
Ιδέα της Ελευτεριάς, θα μπόρειε να χαλάσει;
Και μόνη Αυτή δεν ήτανε η Ουσία του Αλέξη-
όλα του-Μάτι, Γέλιο, Φως-Αυτή δεν είχε πλέξει;
Κι όταν κανείς τη Λεφτεριά στον Κόσμο μας στεριώνει,
τέτοια Ψυχή-τέτοια Καρδιά ποιο Βόλι τη σκοτώνει;


Ο Αλέξης δεν εχάθηκε. Ζει γύρω μας κι εντός μας
και δίνει Φως στο Σκότος μας και Χρώματα στο Φως μας.

Και Κύριος πάντα του Καλού, που ένα είναι μαζί Του
από παντού ακούγεται η παιδική Φωνή του:
«Ό,τι, μικρός όντας εγώ, δεν πρόλαβα να κάνω,
Πράξτε το σεις. Εγώ ήσυχος θα βλέπω από ’δω πάνω.
Και είμαι σίγουρος πως σεις Συντρόφια Αγωνιστές μου
όσες εγώ δεν έζησα θα ζήσετε Χαρές μου-
ότι θα φτιάξετε μια Γη που φαύλους δεν θα τρέφει
και στ’ Άστρα τ’ άλλα αντρόπιαστη και χαρωπή θα γνέφει».

 ΙΘΑΚΗ
ή
ΤΟ ΤΖΑΚΙ

Σα βγεις στην πιάτσα για να χτίσεις Τζάκι
να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος πράξεις άνομες και ατιμίες.

Τους Δημοκράτες και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι.
Τέτοια στον δρόμο σου ποτέ δε θα ’βρεις
αν η βρωμιά σου ειν’ υψηλή, αν διαφθορά
κι αναλγησία το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Δημοκράτες και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι,
αν δεν τους θάλπεις μέσα στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Της αρχηγίας σου πολλά τα χρόνια να είναι,
που με τι ασχετοσύνη, με τι κουφότητα,
καλοστημένες αγυρτείες θα σκαρώνεις.

Να σταματήσεις σε μικρά νοικοκυριά
και τη φτωχή τους τη βολή να λεηλατήσεις:
μιστούς και κουμπαράδες και χρυσά φυλάγματα,
κι αιματοστάλαχτα μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα αιμοχαρή μυρωδικά.

Σε πόλεις ευρωπαϊκές πολλές να πας
να μάθεις και να μάθεις από τους φτασμένους.

Πάντα στο νου σου να κρατάς το Τζάκι.
Το χτίσιμό του μόνο να ‘ν’ ο προορισμός σου.
Και να μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει,
κι ας πας αργά στη βίλλα τη χρυσή,
πια πλούσιος μ' όσα έκλεψες στον δρόμο.

Και μην προσμένεις κέρδη άλλα από το Τζάκι.
Το Τζάκι σου ’δωσε το αισχρό ταξίδι.
Χωρίς αυτό δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σου δώσει πια.

Κι αν άπιστο το πεις, το Τζάκι-όχι- δεν σε γέλασε:
οικτρός έτσι που έγινες και μισημένος
ήδη θα το κατάλαβες τα Τζάκια τι σημαίνουν.

 
ΣΤΟ ΣΗΑΤΛ

Θα πάω στο Σηάτλ που όλο βρέχει.
Οι διώκτες μου να χάσουνε τα ίχνη.
Θα πάω στο Σηάτλ που όλο βρέχει.
Να φύγω από τον ήλιο που όλα δείχνει.

Θα πάω στο Σηάτλ. Κάτι σταλμένο
Από ψηλά το σώμα μου θ’ αγγίζει.
Κάτι Ουράνιο ό,που κι αν πηγαίνω
Κάθε μου γήινο θα εξαγνίζει.

Θα πάω στο Σηάτλ-μες στη βροχή του
Το πάθος μου το μέγα ίσως σβήσει
Κι έτσι θαμμένος στην υγρή τη γη του
Κάτι καινούργιο ίσως να βλαστήσει.




ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο  
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.  

Το ακολουθεί με αγωνία
Να σταματήσει  προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει.

Μάταια όλα. Αυτό
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω.
Και φτάνοντας εκεί
Σε πράγματα το βλέπει
Να έχει αλλάξει
Καθημερνά,
Και σε συνήθειες βρώμικες-
Ανωφελείς.

Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας:
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική.
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.  
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί
και θλίβεται.  

Μα έρχονται φορές που λέει:
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα.

Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα.
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»  

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

  ΤΟ ΘΑΥΜΑ

"Κύριε πιστεύω. Βοήθησε την απιστία μου",
Του είπα.

Το βλέμμα Του συνάντησε το βλέμμα μου.

Για μια στιγμή τυφλώθηκα, καθώς
Η ματιά μου, απωθημένη απ’ τη δική Του
Έφτασε στου ματιού μου το επίπεδο,
Το διαπέρασε
Κι από εκεί ξεχύθηκε
Και φώτισε ότι' ήτανε ως τότε πίσω μου
κρυμμένο.

Έκτοτε βλέπω με το φως Του.
Τ' αστέρια φαίνονται μόνο όταν σκύψω προς τη γη.
Από τις αστραπές φτάνει ο ήχος πρώτα.

Το παιδί μου το άλαλο τώρα μιλάει. Κι όλοι θαυμάζουν.
Δεν θα προσπαθήσω να τους δείξω πως έχουν λάθος.
Δεν θα είμαι εγώ που θα τους σβήσω τις ελπίδες-
πώς να τους ειπώ
πως θαύμα θάτανε αν δεν γιατρεύονταν ο γιός μου;

Ύστερα έφυγε μαζί με τους μαθητές Του.
Ο γιός μου μου είπε συνωμοτικά:
"Αποφεύγουνε τη Γαλιλαία".
Μου τόπε σαν να έπρεπε να ξέρω το γιατί.

Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.
Οι άλλοι φύγανε δοξάζοντας τον Θεραπευτή.
Ο γιός μου δοξάζοντας τη νέα του ζωή.

Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.κι έβλεπα.
Σε λίγο οι μαθητές Του άνοιξαν βήμα.
Τον προσπέρασαν.
Αυτός κάθησε αποσταμένος.
Στο βάθος
Μέσα στον καταγάλανο ουρανό
Σαν πουλιά που στέγνωναν στον ήλιο τις φτερούγες τους
Φανήκανε οι δώδεκα Σταυροί.



ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ

Θεούλη μου οι όπου πλανή-
τη γης ξενιτεμένοι
Καθένας από Σένανε
Βοήθεια περιμένει.

Δε Σου ζητάνε και πολλά.
Να τους βοηθήσεις μόνο
Έτσι που να νικήσουνε
Στην πάλη με τον πόνο.

Για Σε δεν είναι δύσκολο.
Μια σκέψη Σου μονάχα
Κι αμέσως όλα γίνονται.
Δύσκολο είναι τάχα;

…Στο κάτω κάτω της γραφής
σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα Σου και Συ,  
Βολεύονται κι εκείνοι.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

 Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ

« To ερώτημα δεν είναι αν θα πέσει στη γη ο μετεωρίτης που θα την καταστρέψει, αλλά πότε θα πέσει.»
Οι επιστήμονες

Σκοτάδι, Εκείνος κι Εκείνη κάθονται διπλα σ’ ένα παράθυρο. Ένα λυχνάρι του λαδιού τρεμοφέγγει.

Εκείνη
Σκοτάδι κι εκεί. Όπως παντού. Δεν ξεχώριζα τίποτα. Μερικά αυτοκίνητα περνούσαν. Οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η τηλεόραση νεκρή. Μερικοί σταθμοί ραδιοφωνικοί παίζανε ξεψυχώντας,
Κάποιος ερχόταν προς τα δω με το αυτοκίνητο του. Με πήρε. Με άφησε εδώ πιο κάτω. Τον πλήρωσα χρυσάφι κάθε μίλι για να με φέρει. Τι τα θέλει τα λεφτά;

Εκείνος
Κι εδώ όλα νεκρά. Μόνον μερικοί αστυνομικοί τριγυρίζουν χωρίς εξουσία για τίποτα. Γιατί τριγυρνούν;..  Για ποιον;..
(σιωπή)
 
Εκείνη
Τι θα κάνουμε;

Εκείνος
Θα ζήσουμε όσο έχουμε φαγητό.

Εκείνη
To ίδιο όλοι;

Εκείνος
To ίδιο όλοι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο.

Εκείνη
Φαγητό! Πόσο παράξενα ακούγεται! Λαχανικά! Κρέας! Ρύζι! Αυγά!.. Πάνε πια όλα αυτά τα αγαπημένα. Πάνε... Ζώα, Φυτά... και η Άνοιξη… η Άνοιξη… η Άνοιξη… δε θα ξανάρθει...

Εκείνος
Ούτε ο χειμώνας. Ούτε το καλοκαίρι με τα φρούτα τα γλυκά... Ο χρόνος τελείωσε. Μόνο η γη-όση νιώθουμε- μας μένει...

Εκείνη
Αυτό ήταν λοιπόν...

Εκείνος
Αυτό ήταν...


Εκείνη
Τοσος πόνος... τόση αγωνία... η ζωή... η ζωή έτσι λοιπόν τελειώνει...

Εκείνος
Οι δίσταγμοί, οί τύψεις, τα δάκρυα, όλα άσκοπα.

Εκείνη
Κείνα τ' απογέματα στο μονοπάτι… με τον ήλιο ν' αργογέρνει πίσω από τα βουνά χρυσίζοντας τη θλίψη μας...

Εκείνος
Η Τίνα που μας ενοχλούσε με τις φωνές της… το αφεντικό που νευρίαζε όταν αργούσαμε… η κυβέρνησή μας… η πόλη μας...

Εκείνη
Η ζωή μας...

(σιωπή)

Εκείνος
Ο ουρανός μας έστειλε το θάνατο αντί τη ζωή.

Εκείνη
Ο ουρανός; Ποιος ουρανός; Όλα ένα μαύρο σύννεφο.
Ούτε "σύννεφο"... όλα ένα μαύρο.

(σιωπή)
Εκείνη
Κάποτε βλέπαμε τον ήλιο... μετρούσαμε τις ημέρες… τις ώρες... κάποτε λέγαμε "αύριο"...

Εκείνος
Επειδή είχαμε μάτια. Οι τυφλοί δεν έλεγαν τίποτα.

Εκείνη
Δεν είχαμε μάτια. Αφού τώρα δεν έχουμε, ποτέ δεν είχαμε.

Εκείνος
Και ο θεός...

Εκείνη
θα πεθάνει μαζί με μας.

Εκείνος
Και το παιδί μας… Αν μπορούσαμε να ζήσουμε ώσπου να γεννηθεί...

Εκείνη
Πώς θα ήτανε δυνατό; Και αν ήτανε δυνατό... τι... τι να τo κάναμε; Τι να του λέγαμε; Πως κάποτε ήταν ένας ήλιος; Πως κάποτε υπήρχαν αστέρια;

Εκείνος
Ποια αστέρια; Ποιος ήλιος; Τίποτε απ' αυτά δεν υπήρξε. Ποτέ δε ζήσαμε. Οι επιστήμες μας, η Τέχνη, η Ποίηση, η Φιλοσοφία μας... τίποτα... Τίποτα. Όλα ένα μηδέν. Όλα ένας χαμός μες στο χαμό.

Εκείνη
Ούτε για να κλάψει τα τόσα χαμένα δε θα μείνει κανείς.

Εκείνος
Τίποτα δε θα χαθεί. Τίποτα δεν υπήρξε.

Εκείνη
Κι εσύ; Κι εγώ; Δεν υπήρξαμε;

Εκείνος
Τι θα πει "υπήρξαμε";

Εκείνη
Δεν ξέρω.

Εκείνος
Πες μου, τι θα πει "υπήρξαμε";

Εκείνη
Δεν υπήρξαμε. Είμασταν εμείς και τίποτ' άλλο. Τώρα θα πάμε κι εμείς και τίποτε δε θα μείνει.

Εκείνος
Το μυαλό μας μόνο ήτανε που ακόμα είναι. Και μέσα του όλα τ’ άλλα.

Εκείνη
Ναι. To μυαλό μας μόνο. Και μέσα του η γέννα μας κι όλη μας η ζωή. Κι όλα τ' άλλα. Και μέσα μου εσύ.

Εκείνος
Και μέσα μου εσύ.

Εκείνη
Ο ένας μέσα στον άλλο.

Εκείνος
Εγώ ήμουν εσύ κι εσύ ήμουν εγώ.

Εκείνη
Ούτε εσύ ούτε εγώ. Η σκέψη μας μόνο.

Εκείνος
Ούτε η σκέψη μας.  Η μνήμη. Αυτή έφτιαξε
ρούχα, σπίτια, εργαλεία, δαίμονες, θεούς, αγάπες, μίση.

Εκείνη
Αυτή έφτιαξε βάραθρα, πόνους, ενοχές, μοναξιά. Αυτή έφτιαξε και τον μετεωρίτη που τώρα τη σκοτώνει.

Εκείνος
Τη σκοτώνει; Όχι. Τη λεφτερώνει.

Εκείνη
Τη λευτερώνει από τι;

Εκείνος
Από τον εαυτό της. Από τι άλλο θα μπορούσε;

Εκείνη
Λευτεριά λοιπόν είναι ο θάνατος;

Εκείνος
Λευτεριά είναι η Λευτεριά. Θάνατος δεν υπάρχει.
Λεφτεριά είναι αυτό, να ξέρεις πως δεν υπάρχει θάνατος.
Λεφτεριά είναι η λεφτεριά.

Εκείνη
Λεφτεριά είναι η λευτεριά...
Λοιπόν γιατί να υποφέρουμε σκλαβωμένοι;

Εκείνος
Δεν υποφέρουμε.
(σηκώνεται γρήγορα, παίρνει από το συρτάρι ένα περίστροφο, πυροβολεί στο κεφάλι Εκείνης, ύστερα πυροβολεί το δικό του. Την ίδια στιγμή σβήνει και το λυχνάρι. Σκοτάδι)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

 ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

«ΚΥΡΙΑ ΝΤΟΜΙΕ»

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΤΡΕ ένας εραστής του ωραίου
ΜΑΡΙ μια όμορφη γυναίκα
ΓΚΑΡΣΟΝ

ΤΟΠΟΣ:
Παρισινό καφέ.

Ώρα απογευματινή μιας ημέρας ανοιξιάτικης.
Ο Αντρέ πίνει το βερμούτ του σε ένα τραπεζάκι, ενώ στο παραδίπλα τραπεζάκι η Μαρί πίνει το αναψυκτικό της.
Ο Αντρέ σηκώνεται και πλησιάζει το τραπεζάκι όπου κάθεται η Μαρί.
Στέκει σε μια διακριτική απόσταση από την Μαρί και απευθύνεται προς αυτήν με ευφρόσυνη διάθεση.
ΑΝΤΡΕ
Κυρία Ντομιέ, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ευχαρίστησή μου που τυχαίνει να σας ξαναβλέπω ύστερα από τόσον καιρό.
(Η Μαρί κοιτάζει για μια στιγμή γύρω της, και μη βλέποντας καμία άλλη κυρία κοντά εκεί, βεβαιώνεται ότι ο Αντρέ μιλάει σ’ αυτήν.)
ΜΑΡΊ
Σ’ εμένα μιλάτε κύριε….
ΑΝΤΡΕ
Μάλιστα. Ίσως δεν με θυμάστε… Είχαμε βρεθεί και οι δύο στην δεξίωση της κυρίας και του κυρίου Γκιγιώμ…  στην Λιόν… που γιόρταζαν την πέμπτη επέτειο του γάμου τους…
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε…
ΑΝΤΡΕ
Βενσάν! Κύριος Βενσάν!
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε Βενσάν…
ΑΝΤΡΕ
…Που ένας σερβιτόρος σας σκούντησε κατά λάθος και χύθηκε το ποτό σας πάνω στον σύνοδό σας…  με συγχωρείτε που σας θυμίζω κάτι τέτοιο, όμως αντιδράσατε τόσο υπέροχα όσο η φήμη και …συγχωρήστε μου την αναφορά σ’ αυτό… όσο η φήμη και η ομορφιά σας απαιτούσε…
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, θα σας επαναλάβω ότι κάνετε λάθος. Δεν παρευρέθηκα σε αυτή την δεξίωση που αναφέρατε. Και ούτε λέγομαι Ντομιέ.
ΑΝΤΡΕ
(θορυβημένος)
Τόση ομοιότης!... Κυρία μου, σας ζητώ χίλιες φορές συγνώμη… όμως αν ξέρατε την κυρία Ντομιέ θα δυσκολευόσασταν και σεις να παραδεχτείτε ότι κάποια άλλη κυρία σας μοιάζει τόσο πολύ. Αισθάνομαι τόσο γελοίος…  Όμως θα είχαμε να πούμε τόσα πολλά… αν ήσασταν αυτή… γιατί ξέρετε… όχι πως έχει πια σημασία, αλλά κι εγώ όπως εκείνη, είχαμε κάτι κοινό: την αγάπη μας για την όπερα!
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, τόσην ώρα είστε ορθός μπροστά μου ενώ εγώ είμαι καθιστή ωραία ωραία στην καρέκλα μου. Βλέπω την αναστάτωσή σας και δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση σας. Τυχαίνει να ενδιαφέρομαι κι εγώ για την όπερα. Καθίστε για λίγο σας παρακαλώ… τα λάθη αυτά συμβαίνουν… Δεν θέλω να φύγετε με τύψεις ή με ενοχές για το λάθος σας. Ηρεμήστε…
(ο Αντρέ μένει όρθιος)
Παρακαλώ, καθίστε.
(Ο Αντρέ κάθεται)
ΑΝΤΡΕ
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.
ΜΑΡΙ
Μείνετε ώστε να μου πείτε για την αντίδραση της κυρίας Ντομιέ όταν χύθηκε το ποτό της. Θα είναι ενδιαφέρουσα, από μία κυρία όπως την περιγράψατε.
ΑΝΤΡΕ
 (Χαρούμενος για την έκβαση της κατάστασης και με θάρρος)
Ω! Σηκώθηκε και είπε στον σερβιτόρο, «δεν φταις εσύ αγαπητέ μου, εγώ έκανα μιαν απότομη στροφή για να δω καλύτερα την ορχήστρα»
Και στην ερώτηση του σερβιτόρου για το τι θα ήθελαν από εκείνον ώστε να επανορθώσει όσο ήταν δυνατόν, η κυρία Ντομιέ τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μην το παίρνετε τόσο σοβαρά, δεν θα πάθει τίποτε ο σύζυγός μου από μια γουλιά μπύρας που χύθηκε στο σμόκιν του. Εξάλλου ορίστε!» και με μια πετσετούλα σκούπισε το σημείο του σμόκιν του συζύγου της.
Και εκεί τελείωσε το θέμα.
ΜΑΡΙ
Νομίζω ότι κάθε κυρία έτσι περίπου θα φερόταν.
ΑΝΤΡΕ
Κάθε πραγματική κυρία όπως αυτή και σεις ναι. Όχι μία κατ’ όνομα μόνον κυρία…
ΜΑΡΙ
(αλλάζοντας θέμα)
Ώστε λοιπόν και σεις είστε… λάτρης θα έλεγα, της όπερας:!
ΑΝΤΡΕ
Πράγματι. Η Όπερα είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
ΜΑΡΙ
Αλήθεια. Και θεωρείτε ότι το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο μια όπερας;
ΑΝΤΡΕ
Όταν το λιμπρέτο είναι σοβαρό, και όχι κωμικό, είναι εκείνο το στοιχείο το οποίο θα έλεγα μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον μου.
ΜΑΡΙ
Η μουσική όμως είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή. Και όταν την πετυχαίνει τότε είναι συναρπαστική.
ΑΝΤΡΕ
Σε τέτοιες περιπτώσεις βέβαια, εξυπακούεται ότι ενδιαφέρον  έχει εξίσου και η μουσική.
(παίρνοντας μια συγκαταβατική έκφραση και με απολογητικό τόνο στη φωνή του)
Κυρία μου, θα ήθελα να διακόψω την συζήτησή μας αυτή, την τόσο ευχάριστη και τόσο αγαπητή, μιας και συζητούμε για κάτι υψηλό όπως είναι η μουσική και δη η όπερα. Πρέπει λοιπόν να μάθετε ότι χαίρομαι που δεν είστε η κυρία Ντομιέ, γιατί… γιατί θα σας είχα κοροϊδέψει αν ήσασταν. Και εξηγούμαι. Δεν βρέθηκα σε εκείνη την δεξίωση καθόλου. Ένας φίλος που είχε πάει, μου μίλησε για το περιστατικό που σας είπα-αυτό με το ποτό που έβρεξε το φράκο του συζύγου της κυρίας Ντομιέ, επίσης μου είπε ότι αυτή η κυρία Ντομιέ ήταν πολύ πολύ όμορφη. Και όταν σας είδα, συνδύασα την ομορφιά της κυρίας Ντομιέ, που μου είχε περιγράψει και εξυμνήσει ο φίλος μου, με την δική σας ομορφιά. Γιατί πράγματι μου την περιέγραψε λες και είχε υπ’ όψιν του εσάς! Και είπα να σας πλησιάσω σαν θαυμαστής αυτής της κυρίας Ντομιέ, που ποτέ δεν είχα συναντήσει. Έτσι, μόνον για να λέω ότι μίλησα με μια εξαιρετικά όμορφη κυρία. Και είπα μέσα μου «τι χάνω;» Όμως είδα ότι έχω χάσει ήδη. Τι έχασα; Την αυτοεκτίμησή μου, διότι χρησιμοποίησα την ομορφιά, το θεόσταλτο και ακριβό αυτό δώρο του θεού στον άνθρωπο, για να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, να γνωρίσω δηλαδή κι εγώ ο άσημος, μια όμορφη γυναίκα, και, τουλάχιστον να συζητήσω μαζί της.
ΜΑΡΙ
Το γεγονός κύριε Βενσάν ότι νιώσατε την ανάγκη να απολογηθείτε για αυτή την μικρή σας τόλμη, σας καθιστά άξιον μιας ανταμοιβής. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που μετανιώνουν για κάτι ανάρμοστο που έκαναν, πριν αφήσουν να καρπωθούν πρώτα από την τόλμη τους αυτή.
Και θα είμαι εγώ εκείνη που θα σας δικαιολογήσω γι αυτή σας την πράξη, αντί να σας μαλώσω γι αυτήν ακριβώς την τόλμη σας.
Εξάλλου αυτό δεν είναι  κάτι αθέμιτο. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με πλησιάσετε  χωρίς να χρησιμοποιήσετε εκείνα τα ανόητα φερσίματα των κακομαθημένων και αναιδών, που πλησιάζουν μια γυναίκα και της προτείνουν να πάρουν ένα ποτό μαζί ή να την βοηθήσουν με κάτι που αυτή μεταφέρει.
Και μιλώ έτσι γιατί-μάθετε κύριε Βενσάν, ότι- είμαι πράγματι η κυρία Ντομιέ. Σας είπα ότι δεν είμαι αυτή, επειδή κατάλαβα ότι μου λέτε ψέματα, και έτσι θα μπορούσα να φυλαχτώ από έναν ψεύτη, αν εκεί κατέληγε το πράγμα, ενώ δεν θα είχα να χάσω τίποτε παίζοντας το παιχνίδι που σεις είχατε αρχίσει. Γιατί  αν ήσασταν στην δεξίωση εκείνη θα σας είχα προσέξει. Ένας κύριος με την δική σας αρρενωπή όσο και φροντισμένη εμφάνιση δεν θα περνούσε απαρατήρητος από μένα. Και οι δυό λοιπόν κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλο.
ΑΝΤΡΕ
Ώστε είστε πράγματι η κυρία Ντομιέ!.. Διπλή κοροϊδία από σας, μονή από μένα. Γιατί δεν υπήρξε καμία δεξίωση και κανένας φίλος δεν μου είπε τίποτε για την ομορφιά κάποιας κυρίας και για ένα περιστατικό με την απροσεξία της.
ΜΑΡΊ
(σαν λίγο βαριεστημένη από όλα αυτά και έτοιμη να σηκωθεί)
Τι λέτε, πηγαίνουμε;..
(πριν αφήσει τον Αντρέ να απαντήσει)
Ήταν τόσο ωραία όλα αυτά…
ΑΝΤΡΕ
Μα ναι. Πηγαίνουμε.
(σηκώνεται και υποκλίνεται μπροστά στην Μαρί τείνοντάς της το χέρι του)
ΜΑΡΙ
(σηκώνεται)
Κύριε Βενσάν ποιο είναι το όνομά σας;
ΑΝΤΡΕ
Αντρέ.
ΜΑΡΙ
Μαρί.
ΑΝΤΡΕ
Μαξίμ;
ΜΑΡΙ
Όχι. Εξέλσιορ. Έχει πιο καθαρά δωμάτια. Να πληρώσουμε τα ποτά μόνον…
ΑΝΤΡΕ
Γκαρσόν!
(έρχεται το γκαρσόν βαριεστημένο)
Τι χρωστάμε;
ΓΚΑΡΣΟΝ
Δυόμισι φράγκα.
ΑΝΤΡΕ
(αφήνει τρία φράγκα)
Τα ρέστα δικά σου αγαπητέ μου.
ΓΚΑΡΣΟΝ
Ευχαριστώ.
(στην Μαρί, σιγά, φιλικά)
Τη βόλεψες κι απόψε Μαράκι!
ΜΑΡΙ
(Ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα στο γκαρσόν. Στον Αντρέ, συνωμοτικά)
Paysan…
(Φεύγουν αγκαζέ)

ΑΥΛΑΙΑ

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

 ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΓΑΠΗ
Τόπος: Αθήνα Χρόνος: 2025 Πρόσωπα: Εκείνος, Εκείνη , Άλλη.
Δωμάτιο ακατάστατο.
Στο δεξιό μέρος η εξώπορτα και δεξιά της δρόμος.
Εκείνος καθισμένος και Εκείνη στα γόνατά του.)

ΕΚΕΙΝΟΣ
Και πότε αγάπη μου χρυσή να μ' αγαπάς θα πάψεις;
EKEΙNH
Στο έχω πει αγαπούλα μου-θες να τ' ακούσεις πάλι;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ναι! Πες το μου αγάπη μου. το λες ωραία τόσο...
ΕΚΕIΝΗ
…Όταν θα πάψει ο ουρανός γεμάτος με ρουκέτες
πύραυλους, αερόπλανα και διαστημόπλοια να 'ναι.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ω! Τι γλυκά τα λόγια σου που είναι αγαπούλα!
Κι τι όμορφα που αντηχούν! Σαν από ηχείο μέσα
της πιο ψηλής πιστότητας να βγαίνουν!
ΕΚΕΙΝΗ
Ω! Καλέ μου!
Δεν το 'λεγα ν' αξιωθώ κάποιος να εγκωμιάσει
τόσο πολύ τα λόγια μου. Και πες μου άγγελέ μου
πόσο υψηλής συχνότητας;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Αχ! Όσο δέκα τζι έι.
ΕΚΕΙΝΗ
(παθιασμένη)
Με λιώνεις γλύκα μου χρυσή! Μα ας μη ρωτήσω πάλι
και τέτοια πάλι μου ειπείς γιατί με παραλύεις.
Τουλάχιστον πάλι ποτέ όταν η ώρα φτάνει
να πάμε να ψωνίσουμε. Καλή 'ναι η αγάπη,
αλλά, λατρεία μου καλή, πρέπει να τρώμε κιόλας,
Αλλιώς αντίο κι η ζωή κι ο έρωτας μαζί της.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Λίγο ακόμη ας κάτσουμε αγάπη μου και πάμε.
Θέλω απ' τα χειλάκια σου ν' ακούω τα λογάκια
που όπως οι βόμβες αντηχούν στο σπίτι του Καντάφι.
ΕΚΕΙΝΗ
Ορκίσου μου πως ολ’ αυτά που λες αλήθεια είναι.
Πες μου πως δεν ειν' ολ' αυτά συνήθεια και ρουτίνα.
Πες μου πως θα κρατήσουνε για πάντα, όπως κρατάει
τη ραδιενέργεια μακριά ένα μας καταφύγιο.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Στ' ορκίζομαι πως ολ' αυτά που βγαίνουν μου απ' το
στόμα
τόσο ειν' αλήθεια όσο πως σε δυο μονάχα χρόνια




ασύρματα τηλέφωνα δω πέρα θα 'χουν όλοι.
ΕΚΕΙΝΗ
Αν είναι τέτοια να μου λες, ας κάτσουμε ακόμα.
Και όχι λίγο μοναχά, μα όσο εσύ θελήσεις.
Μίλα μου όμως. Μίλα μου με τις ωραίες λέξεις
που τόσο ηχούν ωραία στ' αυτιά, που λέω πως εισ' ο
μόνος
που ξέρει όμορφα πολύ κι ωραία να μιλάει.
Λέγε λοιπόν. Λέγε και συ κι αν κι από με να μάθεις
θες κατιτί, μη μια στιγμή διστάσεις-ρώτησέ με.
Αφού αυτό η αγάπη μας ζητάει, αυτό ας γίνει.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Τι να σου πω αγάπη μου που ό,τι να πω θελήσω
μ' έχει προλάβει η τεχνική και πάντα μένω πίσω.
Καμιά φορά τον έρωτα που 'χω τονε συγκρίνω
με της μεγάλης χώρας μας τις μέγιστες προόδους'
όμως ευθύς τις βλάστημες τις σκέψεις αποδιώχνω-
όχι, δε γίνεται αυτές καλλίτερές του να 'ναι.
ΕΚΕΙΝΗ
Κι ίδια μ' αυτές να μ' έλεγες πάλι δε θα με γνοιάξει-
μπροστά στο μεγαλείο τους ποιος νους δε θα
θαμάξει;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Τα μάτια σου μοιάζουν λαμπρές εικόνες των
κομπιούτερς
έτσι όπως εμφανίζονται σε μια τιβής οθόνη.
ΕΚΕΙΝΗ
Τα δάχτυλά σου μοιάζουνε μέγγενη ατσαλένια
όπως αυτή που άδραξε του φεγγαριού τα βράχια
και ως τη γη μας τα 'φερε.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Σα λέιζερ ακτίνα
με καίει η ματιά σου. Με μεθάς σα να 'χω πιει χασίσι.
Τα χείλη σου τα ρόδινα έχουνε ώρες ώρες
εν' άσπρο χρώμα, πελιδνό, σαν των παιδιών το δέρμα
που να πεθαίνουν βλέπουμε από πείνα στις Ινδίες.
Στους ροζ τους γύρους χάνομαι, καθώς χαμένοι νιώθουν
οι εμιγκρέδες που 'ρχονται να ζήσουν εδώ πέρα.
Κι ως για το στόμα σου καλή-ω! τι να πω για κείνο-
σα σκοτεινή γεώτρηση μοιάζει που πλούτη δίνει'
και τόσο είναι πολύτιμο το σάλιο του σαν όϊλ!
ΕΚΕΙΝΗ
Όταν μ' αγγίζεις ελαφρά τρέμω σαν Ναγκασάκι
κι όταν με σφίγγεις πάνω σου χάνομαι από τον
κόσμο.
Η αγκαλιά σου αγάπη μου σαν εφορία με κλείνει.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Μωράκι μου θα είμαστε μαζί ώσπου ένα κόμμα
που να μην κλέβει να φανεί.
ΕΚΕΙΝΗ
Λατρεία μου με λυώνεις!
ΕΚΕΙΝΟΣ
Θα χτίσουμε αντιατομικό, υπόγειο καταφύγιο
και μέσα του η αγάπη μας θ' ανθεί σαν μανιτάρι.
ΕΚΕΙΝΗ
Και θα 'χουμ' ένα εξοχικό στη γη επάνω σπίτι
και όταν σίγουροι είμαστε πως πόλεμος δε φτάνει,
θα βγαίνουμε απ' την τρύπα μας ώστε το καυσαέριο
λιγάκι να γευόμαστε που θα μας έχει λείψει.
ΕΚΕΙΝΗ
Όταν μαζί μου είσαι συ δε θέλω καυσαέρια.
ΕΚΕΙΝΗ
Αγάπη μου, τόσο λοιπόν μεγάλη αγάπη μου 'χεις;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Κι ακόμα μεγαλύτερη. Κοντά σου θα μπορούσα
να ζήσω έστω ακόμα κι αν μου λείπαν οι ληστείες,
διαφθορά και. η τιβί. Ακόμα και οι φόροι.
ΕΚΕΙΝΗ
Ω! Με σκοτώνεις! Με μεθάς! Τι θα μπορούσα τάχα
να πω κι εγώ ισάξιο με όσα τώρα ακούω...
ΕΚΕΙΝΟΣ
Φτάνει χαρά μου πou ακώ τους χτύπους της καρδιάς
σου
Σαν βόμβα τρομοκρατική καθένας τους μου μοιάζει.
ΕΚΕΙΝΗ
Τόσο λοιπόν ξεπέρασε της ασφαλείας τα όρια
και τόσο είναι παράνομη η αγάπη σου για μένα;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ε! Όχι δα λατρεία μου! Γιατί μη σου ξεφεύγει
πως παντρεμένοι είμαστε για τρεις ημέρες τώρα.
Και πως αφότου μέρες δυο πιο πριν σ' έχω γνωρίσει
δεν έλειψε ο έρωτας καθόλου από τους δυο μας.
ΕΚΕΙΝΗ
Ω! Πώς να περιγράψω εγώ το κάθε αγκάλιασμά μας...
Σα δύο να συγκρούονταν του Έκτου Στόλου πλοία.
Ή δύο αερόπλανα να πέφτουν το 'να στ' άλλο.
Ή σαν να πέφτει στον γκρεμό αμάξι πou o σωφέρ
του
ήπιε πολύ και μέθυσε κι ακόμα τ' οδηγάει.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Είσαι σαν γκόβερνο για με που όλα μου τα ξέρει.
Και σαν κομπιούτερ που όλα μου κατέχει τα
στοιχεία.
Και δεν μπορώ να σου κρυφτώ-και μια πετρούλα
ακόμα
πα' στο φεγγάρι να 'μουνα, μ' εκατοστού ακρίβεια
στον πύραυλό σου εύκολο θα 'ταν να με χτυπήσει.
ΕΚΕΙΝΗ
Ω! Πόσο διάφορο εγώ το πράγμα αυτό το βλέπω!
Αλλά και πόσο δείχνει αυτό το πόσο σ' αγαπάω
και πόσο συ με αγαπάς, αφού τόσο καθένας
κοντά στον άλλο βρίσκεται χωρίς να το γνωρίζει!
Γιατί εγώ αιστάνομαι σα διαστημόπλοιο να 'μαι
που μέρες τρεις κίνησε πριν και που όλο ταξιδεύει
μες στ' αχανές το άπειρο. Και το άπειρο εσύ 'σαι.
Και κάθε τόσο συναντώ και σου γνωρίζω κάτι-
και δε μου φτάνει μια ζωή καλέ να σε γνωρίσω.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ω Πόθοι μου που βράζετε σαν άζωτο υγρό
και που θα βράζατε έστω κι αν ,κορμί θα 'χα σκεβρό!
Σιγήστε λίγο. Κάνετε πως λίγο δεν ακούτε
το τι το στοματάκι αυτό το ίδιο με κρατήρα
που υδρογόνου βόμβα ανοι', τόσα για μένα λέει.
ΕΚΕΙΝΗ
Ηλεκτροφόρα αγάπη μου καλώδια τα μαλλιά σου
όπως αυτά που κουβαλούν του ηλεκτρισμού το
δώρο
για τις βιομηχανίες μας. Κι ειν' το δικό μου χέρι
το υπουργείο Ενέργειας που όλα συντονίζει.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Δε θα ξεχάσω αγάπη μου ποτέ αυτό που είπες.
EKEΙNH
Δε στο είπα εγώ καλέ μου.
Τόσο έχουμ' ένα γίνει
που εσύ 'σαι που μιλάει
με το στόμα το δικό μου.
Αν μου φύγεις κάποια μέρα
τη στιγμή την ίδια εκείνη
θα πεθάνώ δίχως άλλο.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Μη για χωρισμό καλή μου
αναφέρεις για τους δυο μας'
δε χωρίζουμε ποτέ μας-
Όπως η ντροπή για πάντα
έχει από τον κόσμο λείψει,
όπως η Ελλάδα αιώνια
θα 'ναι πάτος στην Ευρώπη,
όπως αιωνίως θα παίζουν
οι τιβί γελοία έργα,
όπως πάντοτε οι κυρίες
ντροπαλές και φοβισμένες
θα κρυβόνται απ τον εαυτό τους
κι όχι στους κυρίους θα λένε
και θα τρέμουν μη τις δούνε
να μιλούνε μ' έναν άντρα
και στο σπίτι τους θα κλειούνται
σαν 'κατόχρονες γριούλες,
όπως οι έλληνες για πάντα
κλέφτες θα 'ναι και αγύρτες,
όπως θα 'ναι η Γαλλία
σωβινίστρια και κούφη,
κι όπως άφραγκοι για πάντα
οι ποιητές στη γη μας θα 'ναι,
έτσι πάντα και για μένα
μια γυναίκα θα υπάρχει:
Συ καλή μου! Και αιώνια
θα 'μαι δίπλα σου-κοντά σου.
ΕΚΕΙΝΗ
'Οπως πάντοτε οι πλούσιοι τους φτωχούς θα βασανίζουν,
όπως πάντοτε το αίμα αδικοχυμένο θα 'ναι,
όπως πάντα η καλοσύνη για βλακεία θα μετράει,
όπως πάντα,άσχετοι κάποιοι, ποιητές θα λεν πως είναι
και μαζί τους θα γελάνε παρδαλά και μη κατσίκια'
όπως πάντοτε οι κυρίες
θ' αγνοούνε πως η ζήση
μια φορά μονάχα είναι
και ποτέ δε θα ξανάρθει
και από σεμνοτυφία
κι από φόβο των τριγύρω
των κυρίων θ' αγνοούνε
την ασίγαστη λαχτάρα
και στον Άδη θα τους στέλνουν
πριν ακόμα αυτοί πεθάνουν,
κι ως αυτές τάχα αγνοούνε
τη φωτιά που ’χουν ανάψει
που και κείνους και τις ίδιες
μες στις φλόγες της θα κάψει'
όπως πάντα οι αηδίες
θα ποζάρουν για σοφίες'
όπως πάντα το γαϊδούρι
Θα ’χει υπομονή και πείσμα
κι όπως το Βορρά για πάντα
η βελόνα θα μας δείχνει,
έτσι πάντοτε καλέ μου
θα 'μαι δίπλα σου-κοντά σου.
ΚΑΙ_ΟΙ ΔΥΌ
Ω! Τι σπάνια ευτυχία μας τους δύο που ενώνει!
Ω! Πώς θα 'μαστε οι δυο μας αιωνίως ερωτευμένοι!
ΕΚΕΙΝΟΣ
Μ’ αγάπη μου ας συνέλθουμε για λίγο απ’ την αγάπη
κι ας πάμε να ψωνίσουμε. Όσο πεζό κι αν είναι
ειν' όμως απαραίτητο. Ετούτο το στομάχι
για να μας κάνει το κορμί γερό σαν το δικό μου
κι όπως εσένα όμορφο, να ταϊστεί γυρεύει.

EKEΙNH
Ω! Ναι! Ας πάμε αγάπη μου! Kι όταν θα ξαναρθούμε
μ' άλλα φιλιά και αγκαλιές-με νιες χαρές μεθούμε.
(Σηκώνονται και πηγαίνουν προς την πόρτα. Στέκουν μπροστά της και φιλιούναί)
ΕΚΕΙΝΟΣ
Πήρες αγάπη μου λεφτά;
ΕΚΕΙΝΗ
Δεν πήρα-όχι, καλέ μου,
σήμερα ειν' η μέρα σου-ξέχασες;-να πληρώσεις.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Πλήρωσα χτες αγάπη μου-αυτό δεν το θυμάσαι;
ΕΚΕΙΝΗ
Ναι, το θυμάμαι αγάπη μου, αλλά θυμάμαι ακόμα
ότι εγώ επλήρωσα δύο φορές συνέχεια-
μία προχτές, κι αντιπροχτές η δεύτερη-θυμάσαι;
τo πορτοφόλι σου εδώ το είχες ξεχασμένο.
(τα χέρια τους χωρίζονται)
ΕΚΕΙΝΟΣ
Μα τα λεφτά που έδωσες αμέσως στα 'χα δώσει
στο σπίτι όταν γυρίσαμε.
EKEΙNH
Όχι αγάπη μου, όχι.
Ήταν η τράπεζα κλειστή και δεν είχες παρμένα.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Θυμάμαι πως στα έδωσα. Είχα στο σπίτι λίγα.
ΕΚΕΙΝΗ
Δεν τα ’δωσες!
ΕΚΕΙΝΟΣ
Στα έδωσα!
EKEΙNH
Δεν τα 'δωσες σου λέω!
ΕΚΕΙΝΟΣ
Θυμάμαι ακόμα το ποσό- εξήμισυ ευρώ ήταν.
ΕΚΕΙΝΗ
Ναι, αλλά δε μου τα 'δωσες.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Στα 'δωσα και το ξέρεις.
EKEINH
Ώστε λοιπόν λέω ψέματα;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Έτσι μου μοιάζει εμένα.
ΕΚΕΙΝΗ
Ψεύτη να πεις τα μούτρα σου.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Εγώ δεν είμαι ψεύτης.
EKEINH
Δεν είσαι ψεύτης μοναχά, παρά και κλέφτης είσαι,
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ώστε έτσι;
EKEΙNH
Και χειρότερα. Δώσε μου τα λεφτά μου!
ΕΚΕΙΝΟΣ
Σου τα 'δωσα, Παράτα με.
ΕΚΕίΝΗ
(Τον πιάνει από το γιακά και τον τραντάζει)
Αλήτη τα λεφτά μου!
ΕΚΕΊΝΟΣ
Άσε με βρώμικο τσουλί γιατί θα το πληρώσεις.
ΕΚΕΙΝΗ
Δος τα λεφτά μου.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Άσε με.
ΕΚΕΙΝΗ
Δος τα λεφτά μου λέω.
ΕΚΕΙΝΟΣ (τη χτυπάει)
Παλιοβρωμιάρα!
ΕΚΕΙΝΗ
Τι έκανες; Συ χτύπησες εμένα;
(ορμάει πάνω του. Αλληλοχτυπιούνται. Τέλος χωρίζουν)
ΕΚΕΙΝΟΣ
Πουτάνα φύγε από δω γιατί θα σε σκοτώσω...
ΕΚΕΙΝΗ
Δε φεύγω από το σπίτι μου. Να φύγεις συ αλήτη.
ΕΚΕΙΝΟΣ
(παίρνει δυο τρία πράγματα και πηγαίνει προς την πόρτα)
Φεύγω. Και αύριο πρωί πάω στο δικηγόρο.
EKEINH
Χίλιες φορές κι ακόμα μια. Χάσου από δω βρωμιάρη.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Είσαι το ασχημότερο του κόσμου όλου πλάσμα.
ΕΚΕΙΝΗ
(Τoυ πετάει ένα βάζο)
Θα σου τα πάρω τα λεφτά που μου χρωστάς.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Γαμήσου.
ΕΚΕΙΝΗ
(ορμάει επάνω του) Θα σε σκοτώσω. Σε μισώ.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Περσότερο από μένα;
(βγαίνει και κλείνει την πόρτα δυνατά πίσω του)
ΕΚΕΙΝΗ
Να πας στο διάολο κάθαρμα.
(εκείνος στέκεται απέξω από την πόρτα για ν' ανάψει ένα τσιγάρο, ενώ εκείνη παίρνει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Εμπρός!..Γεια σου μωρό μου... Δεν ξέρεις πόσο μου 'λειψες…
Ελεύθερος απόψε;
(έξω περνάει η ΆΛΛΗ στο δρόμο.)
ΕΚΕΙΝΟΣ
Ωραία μέρα σήμερα!
ΑΛΛΗ
Ωραίες οι μέρες όλες.
ΕΚΕΙΝΟΣ
Για μένα κάτι αλλιώτικο. Έρχομαι από τα βόρεια.
(προχωρούν μαζί βγαίνοντας από τη σκηνή)
ΑΛΛΗ Δουλειές;
ΕΚΕΙΝΟΣ
Δε θα 'λεγα δουλειές. Μα έχω εδώ ένα θείο
ττου μου 'γραψε πως...

(Τα λόγια δεν ακούγονται πια)

ΑΥΛΑΙΑ

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

" Ο ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ"
(μονόπρακτο)

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΕΣΤΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ (φίλος του)
ΜΑΡΙΝΑ (κοριτσάκι εννέα χρονών)
ΑΝΘΗ (σύντροφος του Θανάση)
ΒΙΒΗ (σύζυγος του Ανέστη)
ΦΩΝΕΣ γυναικών και αντρών

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπίτι του Ανέστη.
Δωμάτιο με πόρτα που οδηγεί στο χολ και άλλη που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι.
Ο Ανέστης τρώει στο τραπέζι. Χτύποι στην πόρτα.
Σηκώνεται και ανοίγει. Μπαίνει ο Θανάσης.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τον. Έλα να φάμε. Κολατσίζω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Έχω φάει. Καλή σου όρεξη.
(κάθεται σε μια καρέκλα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Σχεδόν τελείωσα κι εγώ.  Τι να φάω… Φαί κι αυτό… και άμα τρως μόνος σου δεν έχεις και μεγάλη όρεξη…
(Βάζει την καρέκλα του απέναντι από του Θανάση)
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν γύρισε ακόμα η Βιβή;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μπα! Όταν πηγαίνει στη μητέρα της ξεχνιέται…
(Με ενδιαφέρον)
Τι έγινε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι να γίνει…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Της μίλησες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ναι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Λοιπόν;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τα ίδια.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δηλαδή;..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι δηλαδή; Τίποτα. Δεν είναι ευχαριστημένη από τη ζωή της λέει.
(Σιωπή)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τη ρώτησες γιατί; Τι είπε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δε με θέλει άλλο λέει. Δεν έχω λεφτά λέει, δεν της αγοράζω μηχανάκι που θέλει λέει, τελειώσαμε λέει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και έτσι πετάει ενός χρόνου σχέση-«τελειώσαμε»;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν μου το είπε, αλλά έμαθα ότι γνώρισε κάποιον άλλον, που έχει ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ώστε ζήτημα χρημάτων;…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω ρε Ανέστη. Δεν ξέρω τι να πω. Έχει και μια καινούργια φιλενάδα που ήρθε εδώ κι ένα μήνα στην πολυκατοικία. Μήπως κι αυτή της βάζει  ιδέες… Της είπα μήπως θέλει να ζήσει κοντά στη μητέρα της να μετακομίσουμε, ούτε αυτό δεν της άρεσε. Τη μια μου λέει ότι δεν την ενδιαφέρει το χρήμα, την άλλη ότι θέλει να ζήσει τη ζωή της. Και μαζί μου δεν ζεις; της λέω. Δεν πηγαίνουμε σε ταβερνάκια; Δεν σε έχω πάει στην Θεσσαλονίκη; Δεν σου αγοράζω όποιο άρωμα μου ζητάς; Τι άλλο θέλεις, πες το μου και θα το κάνω. Θα δουλέψω διπλή βάρδια και θα το κάνω-ότι  και να μου ζητήσεις.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και τι λέει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ώσπου να γίνουν όλα αυτά η ζωή της θα έχει φύγει, τέτοια. Άλλα λέγαμε όμως ρε Ανέστη τότε, όταν γνωριστήκαμε. Η αγάπη μας ήτανε μεγάλη και σταθερή για δέκα ολόκληρους μήνες.
Ξέρεις πόσο ταιριαστοί ήμασταν. Μαζί σας βρεθήκαμε πολλές φορές και έβλεπες και συ ότι όλα ήτανε καλά ανάμεσά μας. Και όταν βγαίναμε οι τέσσεροί μας, έδειξε ποτέ να μην της αρέσει κάτι;
Σου λέω Ανέστη, δεν χωρίζαμε παρά μόνον όταν πήγαινα στη δουλειά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θυμάμαι πόσο αλήθεια ήσασταν ταιριαστοί. Όταν της αγόρασες εκείνο το δαχτυλίδι ήταν πραγματικά ευτυχισμένη…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Και την αγαπώ ρε Ανέστη. Όταν κάναμε όρκους αγάπης εγώ τους εννοούσα ρε Ανέστη. Αυτή ήταν και είναι η ζωή μου και η ευτυχία μου. Κι ήταν κι αυτή ευτυχισμένη. Το έδειχνε με όλους τους τρόπους. Και τώρα…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Κι εγώ έβλεπα ότι κι αυτή σε αγαπάει. Το έδειχνε ακόμα και όταν ήμασταν οι τρεις μας-εγώ με την Βιβή κι εκείνη. Μα πες μου, είναι τόσο ρηχή που να πετάει μια αγάπη για τι-για λίγα λεφτά πάρα πάνω όπως μου λες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω τι να πω κι εγώ ρε Ανέστη. Τι έχει μέσα στο μυαλό της πού να ξέρω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
…Σου έχει κάνει λόγο για γάμο; Μήπως αυτό θέλει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο. Ούτε μου έχει πει κάτι σχετικά, που να δείχνει ότι το θέλει. Και όταν εγώ της μίλησα για γάμο μια φορά, δεν ενθουσιάστηκε. Αν θα το ήθελε, την άλλη Κυριακή θα πηγαίναμε στην εκκλησία … Μια τέτοια σχέση ποιος δεν θα ήθελε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ρε Ανέστη…  Στο λέω.  Από τότε που την γνώρισα, μόνον κοντά της υπάρχω. Τις άλλες ώρες λες ότι δεν ζω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
..Πού είναι τώρα; Στο σπίτι;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Εκεί την άφησα. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Κάποιες φορές μου έρχονται τρελές ιδέες στο μυαλό. Την αγαπώ ρε Ανέστη! Το καταλαβαίνεις;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Το ξέρω-δεν το ξέρω;
(Χτύποι στην πόρτα)
ΘΑΝΑΣΗΣ
(Ανοίγει. Πίσω της στέκει η Μαρίνα)
ΜΑΡΙΝΑ
Γεια σας.
(στον Ανέστη)
Πάω στην αγορά κύριε Ανέστη-θέλετε τίποτα από κει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι κοριτσάκι μου, σήμερα έχω απ’ όλα, ευχαριστώ.
ΜΑΡΙΝΑ
(κοιτάζοντας προς τον Θανάση)
Για τον κύριο Θανάση δε ρωτάω, η κυρία Ανθή δεν λείπει… Γεια σας…
(φεύγει τρέχοντας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τρελοκόριτσο αλλά πάντα εξυπηρετικό το Μαρινάκι.. Καλλίτερη κι από ορντινάντσα στο στρατό…
ΘΑΝΑΣΗΣ
(επαναφέροντας τον Ανέστη στην προηγούμενη συζήτησή τους)
Μίλησέ της κι εσύ ρε Ανέστη. Καλά έχω καταλάβει ότι έχει βάλει στο μάτι άλλον, ή κάτι άλλο είναι που θέλει να τα χαλάσουμε; Εσύ τα ξέρεις όλα τα δικά μας.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θα της μιλήσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τώρα. Σήμερα. Πάρτην στο τηλέφωνο, στο σπίτι την άφησα. Πες της να έρθει, βρες μια πρόφαση, ότι θέλεις παρέα ξέρω γω, και ρε Ανέστη, να είμαι στο διπλανό δωμάτιο εγώ, να ακούσω τι θα σου πει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν είναι σωστό...
ΘΑΝΑΣΗΣ
Γιατί; Να ακούσω τι θα πει κι αν θα πει τα ίδια και σε σένα. Εδώ παίζεται η ζωή μου Ανέστη…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εξάλλου αν το καταλάβει θα χαλάσει τελείως η δουλειά και δεν θα εμπιστεύεται πια ούτε εμένα.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Πού θα το καταλάβει; Αν καταλάβω πως υποψιάστηκε τίποτα, θα βγω γρήγορα από την πίσω πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Κάτσε να την πάρω.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανθή. Τι κάνεις;
ΑΝΘΗ
(φωνή της στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανέστη. Καλά είμαι, εσύ;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή εκεί είναι;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι, έχει πάει στη μάνα της και όταν πηγαίνει εκεί ξεχνάει να γυρίσει.
(βλέποντας συνωμοτικά τον Θανάση)
Ο Θανάσης εκεί είναι;
ΑΝΘΗ
Όχι. Βγήκε.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν έρχεσαι από δω να πιούμε ένα καφεδάκι; Έχω μοναξιές. Ή  έχεις να κάνεις κάτι;
ΑΝΘΗ
Να κατεβάσω το φαϊ από τη φωτιά και θα πεταχτώ. Έχω κάτι δουλίτσες σήμερα αλλά θα τις αφήσω για αργότερα ή για αύριο. Έρχομαι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Άσε ένα σημείωμα στον Θανάση πού είσαι, ώστε αν το δει να έρθει εδώ κι αυτός.
ΑΝΘΗ.
Εντάξει.
(Ο Ανέστης αφήνει το ακουστικό. Στον Θανάση)
Έρχεται λέει.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ωραία. Κι εγώ θα είμαι δίπλα. Να μάθω ρε Ανέστη, τι κεντρί την τσίμπησε....
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας σου Θανάση; Μάλλον θα έλεγα, μήπως υπερβάλλεις κάπως; Στο κάτω κάτω είσαστε μαζί ένα χρόνο τώρα, αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό… Βέβαια κι εγώ έχω δει μιαν αλλαγή στη μεταξύ σας συμπεριφορά τελευταία…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι φαντασίες Ανέστη…Ο καθένας θα έβλεπε τη διαφορά στα λόγια της και περισσότερο στην συμπεριφορά της.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καμιά φορά, οι άνθρωποι είναι  φυσιολογικό να αλλάζουν κάπως τρόπους αντίδρασης στις ίδιες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν,..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν φτάνουν όμως στο σημείο να παύουν να ενδιαφέρονται για τον σύντροφό τους, να του συμπεριφέρονται άπρεπα, να κάνουν σαν να έχουν φορέσει μια μάσκα πάνω από το μέχρι τώρα πρόσωπό τους… Μακάρι να κάνω λάθος φίλε μου.  Μακάρι. Θα το ήθελα πολύ αυτό…
(Χτύποι στην πόρτα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αυτή θα είναι…
(Ο Θανάσης βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Ανέστης ανοίγει την εξώπορτα και μπαίνει η Ανθή.)
ΑΝΘΗ
Γεια σου Ανέστη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τηνε. .
(αστειευόμενος)
Το κατέβασες το φαγητό-εντάξει;
ΑΝΘΗ
Ναι, όλα καλά. Η Βιβή πάλι στη μαμά της;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Πάλι και πάλι…
Κάθισε Ανθούλα.
(Η Ανθή και ο ΣΑνέστης κάθονται,)
…Την χάνω κάθε τόσο. Ας πηγαίνει. Μόνον να μην αργεί να γυρίσει. Γιατί καμιά φορά έρχεται αργά το βράδυ.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή έχει τη μαμά της κοντά της.  Καλό είναι αυτό, σπάζει λίγο την καθημερινή ρουτίνα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
(Δήθεν θιγμένος)
Ώστε ρουτίνα είναι η συντροφιά μου για την γυναίκα μου;..
ΑΝΘΗ
Έλα τώρα! Δεν ήθελα να πω αυτό. Κι εγώ αν είχα κοντά μου τη μητέρα μου θα πήγαινα κάθε μέρα να την βλέπω…Όλο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, χρειάζεται κανείς και μια αλλαγή. Και ο Θανάσης καλός είναι, όμως ρουτίνα θα έλεγα και την δική μας  παρέα με ίδια τη μια μέρα με την άλλη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τώρα που το λες, τελευταία βλέπω ότι έχετε μια τάση να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα. Όπως ας πούμε προχτές που εσύ ήθελες να φύγετε από την ταβέρνα ενώ ο Θανάσης ήθελε να μείνετε λίγο ακόμη.
ΑΝΘΗ
Αυτό ήταν άλλο. Δεν ήταν για το αν θα μέναμε λίγο πάρα πάνω ή όχι, αλλά τίνος η γνώμη θα γινόταν. Γιατί δηλαδή έπρεπε εγώ να συμφωνήσω με τη γνώμη του Θανάση και όχι αυτός με την δική μου…
Μήπως επειδή αυτός δουλεύει; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω. Και τις προάλλες δεν με άφησε να πάω στο Τυπογραφείο που είχα βρει θέση.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Από ό,τι ξέρω δεν έχει αντίρρηση ο Θανάσης να δουλέψεις. Όμως για το Τυπογραφείο, έτυχε να ξέρει ότι το αφεντικό εκεί ρίχνεται σε κάθε θηλυκό που εργάζεται στην εταιρεία του. Γι αυτό είχε αντιρρήσεις.
ΑΝΘΗ
Όμως η δουλειά είναι και μια διέξοδος από τη ρουτίνα του σπιτιού. Στο κάτω κάτω ούτε παντρεμένοι είμαστε, ώστε να μην μου επιτρέπει να έχω κι εγώ τις δικές μου φιλίες. Και αυτός πριν γνωρίσει εμένα είχε δυο φιλενάδες αλλάξει. Και αν φοβάται ότι θέλω να γνωρίσω κάποιον άλλον άντρα, γιατί όχι; Την αποκλειστικότητα σ’ αυτό την έχουν οι άντρες; Ούτε παντρεμένοι είμαστε αλλά και ούτε σκοπεύουμε να παντρευτούμε. Όταν του τα λέω αυτά ούτε να τ’ ακούσει δεν θέλει. Δε λέω, καλά περνάμε, όμως η ζωή έχει τις δικές της ανάγκες και επιταγές; Η ζωή Ανέστη προχωρεί. Δεν είναι όπως στα χωριά μας παλιότερα, που τα ζευγάρια ζούσαν μια ζωή υποχρεωτικά κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Η ζωή φεύγει Ανέστη!
ΑΝΕΣΤΗΣ
Οι γυναίκες έχουν πολλά χρόνια που  αγωνίζονται για να πετύχουν την ισότητά τους με τους άντρες. Δεν είναι αυτό τωρινή κατάσταση. Όμως πάντοτε βρίσκεται ένα κοινό σημείο αποδεκτό και από τους δύο-άντρα και γυναίκα- ώστε να προκύπτει μία ανεκτή συμβίωση μεταξύ τους.
ΑΝΘΗ
Δεν είμαι ειδική στο φεμινιστικό κίνημα, όμως ξέρω ότι σήμερα η γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άντρα. Ούτε είμαστε ρομπότ να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια για μια ολόκληρη ζωή, Και βέβαια ούτε με το ίδιο πρόσωπο. Το θέμα δηλαδή αφήνεται στον καθένα να αποφασίζει.
 ΑΝΕΣΤΗΣ
Και την αγάπη Ανθή πού την βάζεις;
ΑΝΘΗ
Αγάπη όσο υπάρχει-ναι. Διάβασα κάπου ότι μόνο οι άστατοι γνωρίζουν τις χαρές της αγάπης. Οι σταθεροί γεύονται την τραγωδία της. Αυτό λέει  ακριβώς εκείνο που υποστηρίζω κι εγώ. Κι εγώ θέλω να γευτώ τη χαρά της αγάπης. Ο κόσμος μας μεγάλωσε . Χωράει όλα τα ωραία νέα μέσα του. Χτες ήμουν με μια φίλη. Δυο βδομάδες είναι που την γνώρισα-δεν την ξέρεις. Και μιλάει συχνά για τον πρώην της. Πρώην! Μια μικρή παράξενη λεξούλα. Πρώην! Ωραίο δεν ακούγεται; «Ο πρώην μου»! Ωραίο δεν ηχεί; Πρώην! Που σημαίνει το όχι τώρα. Και που υπονοεί ότι υπάρχει κάτι καινούργιο- το νυν. Μέσα στις δύο αυτές λεξούλες πρώην και νυν  κρύβεται όλη η ευτυχία που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα. Όταν ο νυν γίνεται πρώην-τι απόλαυση! Κάτι νέο! Κάτι άγνωρο, που ποιος ξέρει τι καινούργιο κουβαλάει μέσα του… Πρώην… Πόσα δεν κρύβουν αλλά και πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πέντε γραμματάκια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μα εσείς-εσύ και ο Θανάσης, από ό,τι ξέρω είστε πολύ αγαπημένοι-τουλάχιστον έτσι δείχνετε σε όποιον σας γνωρίζει.
ΑΝΘΗ
Είμαστε αγαπημένοι, ναι. Όχι όμως δούλοι και υποτακτικοί ο ένας στον άλλο. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα Ανέστη! Εξερευνούμε το σύμπαν και δεν επιτρέπεται να εξερευνήσουμε τα τριγύρω μας; Ξέρω, η Βιβή δεν έχει τέτοιες ιδέες. Ταιριάξατε. Είστε μαζί τέσσερα χρόνια και δεν αποκλείεται να ζήσετε μαζί και άλλα πενήντα ακόμα. Μα εμένα άλλα με καλούν. Αγαπώ τον Θανάση. Μα όχι όσο για να θυσιάσω την ευτυχία μου και όλη τη ζωή μου γι αυτόν. Και δεν σου το κρύβω, τον τελευταίο καιρό γνώρισα κάποιον…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Προοδευμένες ιδέες πράγματι. Αν όμως Ανθή ο άλλος ή η άλλη του ζευγαριού έχει άλλην άποψη για την αγάπη και για τη ζωή-αν η λέξη «πρώην» κάποιους τους πληγώνει βαθιά;
ΑΝΘΗ
Ας λύσουν το πρόβλημά τους. Έχουν την ελευθερία να ψάξουν καθένας για καινούργιο ταίρι αν το επιθυμεί.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Είναι σκληρό για μερικούς να γίνονται πρώην ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Τότε τι; Να υπομένει λοιπόν ο άλλος ….
(χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ποιος να είναι; Συγνώμη…
(σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας και αμέσως ύστερα η έκπληκτη φωνή του Ανέστη)
Εσύ αγάπη μου; Πώς έτσι νωρίς;
ΒΙΒΗ
(η φωνή της)
Εγώ! Θα σου τα πω… Εσύ όλα καλά;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Έλα. Είναι μέσα και η Ανθή.
(Μπαίνουν ο Ανέστης και η Βιβή)
ΒΙΒΗ
(Χαρούμενα έκπληκτη)
Ανθούλα!
ΑΝΘΗ
(σηκώνεται)
Βιβή μου!..
(αγκαλιές και φιλιά. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται δυνατά το κλείσιμο πόρτας)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη, κοιτάζοντας τον Ανέστη)
Τι  έγινε;..
(Ο Ανέστης βγαίνει στο πίσω δωμάτιο και αμέσως ξαναγυρίζει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ο αέρας ήτανε…
ΒΙΒΗ
Και σου το είπα πολλές φορές-θέλει φτιάξιμο ο σύρτης…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Έχεις δίκιο αγάπη μου. Αύριο το πρωί κιόλας θα τον φτιάξω. Μα πες μου, γιατί  γύρισες τόσο γρήγορα;
ΒΙΒΗ
Θα σου τα πω, τα γνωστά της μάνας μου… όχι τώρα όμως…
(Στην Ανθή που έχει μείνει όρθια)
Πώς από δω Ανθούλα μου; Κάθισε. Συμβαίνει τίποτα με τον Θανάση;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εγώ της τηλεφώνησα να μου κάνει παρέα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόσουν τόσο γρήγορα.
ΑΝΘΗ
Να μην καθίσω καλλίτερα Βιβή μου. Ήρθα γιατί ξέρω πως δεν μπορεί χωρίς παρέα ο άντρας σου ούτε για μισή ώρα. Καλά που ήρθες όμως για να φύγω.. Σήμερα πληρώνω τους λογαριασμούς του σπιτιού-να μην αλλάξω το πρόγραμμά μου αφού πια δεν υπάρχει λόγος. Θα τα πούμε εμείς οι δύο το απογευματάκι, όταν ο Ανέστης πάει στη δουλειά. Θα με πάρεις-ναι;
ΒΙΒΗ
Θέλει και ρώτημα;. Έχουμε τρεις μέρες να ιδωθούμε-έχουμε να πούμε πολλά. Τι να σου πω, αφού έχεις δουλειά…
ΑΝΘΗ
Δουλειές… Λοιπόν γεια σας! Γεια σου Βιβή μου. Γεια σου Ανέστη.
(βγαίνει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Για πες τι έγινε; Σε βαρέθηκε η μάνα σου ή βρήκε άλλη παρέα;
ΒΙΒΗ
Τίποτα απ’ αυτά. Μόνο ο φυσιοθεραπευτής της τής τηλεφώνησε ότι αντί το μεσημέρι θα τον εξυπηρετούσε αν πήγαινε το απόγευμα. Και για να μην του χαλάσει το χατίρι η μητέρα μου του είπε ναι.  Γι αυτό την άφησα-να μην καθίσω εκεί όλο το μεσημέρι και εσύ είσαι μόνος σου. Θα πάω αύριο το απόγευμα πάλι μια βόλτα.  
(απ’ έξω ακούγονται δύο πυροβολισμοί)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη)
Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;
ΑΝΕΣΤΗΣ
(ανήσυχος)
Δεν ξέρω… Έμοιαζε με πυροβολισμούς. Και ήτανε κοντά μας…
(απ’ έξω ακούγονται φωνές τρομαγμένες και βιαστικές)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΑ ΑΠΕΞΩ
Τη σκότωσε! Πιάστε τον…
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΠΕΞΩ
Την αστυνομία! Την αστυνομία!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(θορυβημένος)
Θα πάω να δω…
ΒΙΒΗ
Στάσου! Τι να δεις; Μην ανακατεύεσαι. Κάτσε να δω από το παράθυρο…
(ανοίγει το παράθυρο και βλέπει έξω. Δυνατά)
Μαρίνα! Πού τρέχεις; Τι έγινε;
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Την σκότωσε…
ΒΙΒΗ
Ποιος; Τι…
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Ένας άντρας λέει σκότωσε μία γυναίκα. Πάω να δω…
(τρέχει)
ΒΙΒΗ
(Κλείνει το παράθυρο)
Τα άκουσες; Ένας άντρας σκότωσε μία γυναίκα.
(κίνηση αγανάκτησης)
Πάλι!...
ΑΝΕΣΤΗΣ
Στάσου, επειδή το είπε η Μαρίνα, θα πει ότι είναι αλήθεια; Πώς το έμαθε κιόλας… Θα βγω έξω να δω…
(σηκώνεται)
ΜΑΡΙΝΑ
(Η φωνή της απέξω)
Κυρία Βιβή! Κυρία Βιβή!
ΒΙΒΗ
(Πηγαίνει στο το παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ερωτηματικά)
Ναιαιαι….
Την κυρία Ανθή σκοτώσανε!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(αφήνεται να πέσει σε μια καρέκλα αποσβολωμένος)
Θεέ μου!
ΒΙΒΗ
Την Ανθή! Όχι! Δεν είναι  δυνατό… Μα γιατί;… Ποιος;.. Θεέ μου…
(κλείνει το παράθυρο.)
Άλλη μια γυναικοκτονία!
(στον Ανέστη, απορημένη)
Μα τι σας έχει πιάσει τελευταία εσάς τους άντρες;..

ΑΥΛΑΙΑ

 ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Τόπος: Παρίσι, Γαλλία.
Χρόνος: Σήμερα.
Πρόσωπα:
ΠΙΕΡ
ΠΩΛ φίλος του Πιερ
ΛΙΖ γυναίκα του Πιερ
ΖΑΝ, ΜΠΕΡΝΑΡ, ΑΝΤΟΛΦ, παιδιά τους


Δωμάτιο στο σπίτι του Πιερ. Απομεσήμερο.
Καθιστοί στον καναπέ ο Πιερ  και ο φίλος του ο Πωλ συζητάνε.
ΠΙΕΡ
…Και ήθελες να πας να κοιμηθείς σε ξενοδοχείο! Βρεθήκαμε μετά τόσα χρόνια στην πόλη μου και θα σε άφηνα να πας σε ξενοδοχείο;
ΠΩΛ
Για να μην σε βάλω σε φασαρία.
ΠΙΕΡ
Φασαρία! Χαρά στο πράγμα.
(δυνατά)
Λιζ!
(μπαίνε η Λιζ)
ΛΙΖ
Ναι αγάπη μου.
ΠΙΕΡ
Να στρώσεις στο σαλόνι για τον Πωλ.
ΛΙΖ
Αυτό θα έκανα. Θα αφήναμε τον κύριο Πωλ να κοιμηθεί στον καναπέ;
(Χαμόγελο)
Αλίμονο…
(βγαίνει)
ΠΙΕΡ
Για θυμήσου βρε Πωλ τα χρόνια μας στα γραφεία της εταιρίας! Τι καιροί κι αυτοί… Ξενύχτια, γλεντάκια, σουλάτσα… Και θυμάσαι τον στριμμένο μας τον διευθυντή;
ΠΩΛ
Τη Μαρί τη θυμάσαι; Πόσο μας έκανε να γελάμε!
ΠΙΕΡ
Θα θυμηθούμε πολλά τώρα που σμίξαμε. Παντρεύτηκες μετά από μένα-έτσι δεν είναι;
ΠΩΛ
Ναι. Πέντε χρόνια μετά από σένα. Είχα μπλέξει με την πολιτική βλέπεις και δεν είχα το νου μου σε παντρειές.
ΠΙΕΡ
Πόσα παιδιά έχεις;
ΠΩΛ
Δύο.
ΠΙΕΡ
Εγώ τρία. Αγόρια και τα τρία.
ΠΩΛ
Θα είναι ολόκληροι άντρες τώρα.
ΠΙΕΡ
Ο πρώτος είναι είκοσι έξη. Οι άλλοι είκοσι δύο και είκοσι ένα. Ο Ζαν πρέπει να είναι ακόμα εδώ.
(δυνατά, προς το μέρος της κουζίνας)
Λιζ! Ο Ζαν ξύπνησε;
ΛΙΖ
(η φωνή της)
Ναι. Τρώει. Θα βγει σε λίγο.
ΠΙΕΡ
Θα τον δεις. Τον προλάβαμε. Οι άλλοι είναι έξω.
ΠΩΛ
Είναι παντρεμένα τα παιδιά;
ΠΙΕΡ
Ο μεσαίος, ο Μπερνάρ, ναι. Οι άλλοι ψάχνουν ακόμα.
ΠΩΛ
Από ότι καταλαβαίνω έχεις φτιάξει μια καλή οικογένεια. Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος.
ΠΙΕΡ
Ευτυχισμένος και κάτι πάρα πάνω. Δόξα νάχει ο Θεός.
ΠΩΛ
Ο Ζαν δεν δουλεύει σήμερα;
ΠΙΕΡ
Πώς δεν δουλεύει! Αλλά η δουλειά του είναι νυχτερινή. Είναι ντίλερ.
ΠΩΛ
Ντίλερ… τι εννοείς; Τι πουλάει;
ΠΙΕΡ
Ντίλερ. Ντίλερ ναρκωτικών. Και σπρώχνει και πουλάει ναρκωτικά.
ΠΩΛ
(ερωτηματικά, σαν να μη θέλει να το πιστέψει)
Ντίλερ ναρκωτικών!;
ΠΙΕΡ
Ναι, δεν άκουσες;  Α ! Κατάλαβα. Εσύ έχεις μείνει στα δικά μας, στα της δικής μας εποχής φαίνεται. Γι αυτό παραξενεύεσαι.
ΠΩΛ
Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Δεν ξέρω… δεν με κοροϊδεύεις, έτσι;
ΠΙΕΡ
Μα τόσο παράξενο σου μοιάζει;  Εσύ έχεις μείνει στην εποχή που οι γονείς διάλεγαν το επάγγελμα των παιδιών τους. Πάνε αυτά Πωλ! Πού ζεις; Τώρα τα παιδιά διαλέγουν μόνα τους τι θέλουν να κάνουν με τη ζωή τους.
(μπαίνει ο Ζαν)
ΖΑΝ
…μέρα! Ρε γέρο χτες άφησα στο ντουλάπι ένα δεματάκι με κασέρι και ένα με μπουμπάρι. Δεν το βρίσκω.
ΠΙΕΡ
(σκύβει κάτω από τον καναπέ και βγάζει ένα κουτάκι που το δίνει στον Ζαν)
Νάτο παιδί μου.
(του δίνει το κουτί)
Το έβαλα εδώ μην το μπερδέψει η μητέρα σου με τα δικά της πράγματα.
(στον Ζαν, δείχνοντάς του τον  Πωλ)
Ο κύριος είναι παλιός μου συνάδελφος.
ΖΑΝ
(στον Πωλ)
Χάρηκα. Γεια.
(βγαίνει)
ΠΩΛ
Ώστε αλήθεια είναι ντίλερ! Καλά, εσύ… δεν προσπάθησες να τον αποτρέψεις;
ΠΙΕΡ
Να τον αποτρέψω; Τι λες τώρα Πωλ; Πού ζεις; Δεν βλέπεις τηλεόραση; Ραδιόφωνο δεν ακούς; Δεν διαβάζεις εφημερίδες; Δεν έχεις κομπιούτερ; Όλα αυτά υμνούν την μεγάλη επανάσταση: Αφήστε ελεύθερα τα παιδιά! λένε κάθε στιγμή με χίλιες φωνές. Μη μου πεις ότι δεν έχεις κομπιούτερ ή τηλεόραση. Μα και να μην έχεις δεν βλέπεις γύρω σου την μεγάλη  αλλαγή που έχει γίνει στη ζωή των ανθρώπων σήμερα; Τόπο στη νέα γενιά, βροντοφωνάζουν όλοι οι αρχηγοί όλων των κρατών του πλανήτη μας. Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδαγωγοί, και κάθε κρατικός φορέας δεν διατυμπανίζουν κάθε μέρα σε όλους τους τόνους το καινούργιο σύνθημα «ΤΟΠΟ ΣΤΑ ΝΙΑΤΑ»; Δεν ακούς τι λένε όλοι αυτοί;
ΠΩΛ
Τι λένε;
ΠΙΕΡ
«Τι λένε»! Μα ότι το παιδί αποφασίζει πια μόνο του για τον εαυτό του.
ΠΩΛ
Δεν λέω, μα…
ΠΙΕΡ
Και όχι για τα μεγάλα παιδιά μόνον. Μιλάνε και για τα μικρά ακόμα παιδάκια. Από εκεί αρχίζει η ελευθερία του ανθρώπου. Πρόσεξε όταν πηγαίνεις να παραγγείλεις κάτι σε ένα ταχυφαγείο ας πούμε. Πρόσεξε τι λέει η μαμά στο παιδάκι της που έχει φέρει μαζί της όταν έρθει η σειρά του να παραγγείλει κι αυτό. Το  ρωτάει πώς θέλει τις πατατούλες του, τι δεν θέλει  να έχει μέσα η σάλτσα που θα του σερβίρουν, από τι μέρος του κοτόπουλου, του μοσχαριού ή του χοίρου θέλει να είναι  ο κιμάς του, τι χρώμα θέλει να έχει το ποτήρι του, αν θέλει να είναι πλαστικό ή γυάλινο, τι ζωγραφίτσα θέλει να έχει επάνω-του Γκούφη; του Υπεράνθρωπου;
Και κανένας από όσους περιμένουν στην ουρά δεν δυσανασχετεί. Γιατί ξέρει ο καθένας ότι δεν πρέπει να δημιουργηθούν τραύματα στην ψυχούλα του παιδιού. Και για τον ίδιο λόγο κανένας δεν μαλώνει τα παιδιά του. Τραύματα ψυχικά θα δημιουργούνταν στο παιδάκι και μόνον αν το μαλώσει κάποιος έντονα. Θα έχεις υπ’ όψιν σου για τον τετραψήφιο αριθμό τηλεφώνου τον οποίο μπορούν να καλούν τα παιδάκια αν κάποιος τους κακομιλήσει ή –θεός φυλάξοι- τα χτυπήσει… Και αφού αυτά γίνονται για το μάλωμα ενός μικρού νήπιου, σκέψου, θα μπορούσε να επιτρέπεται να επέμβει κάποιος στην επιλογή επαγγέλματος του παιδιού όταν έρθει η ώρα αυτό να εργαστεί; Κάτι δηλαδή που αφορά την ίδια του τη ζωή;
Πωλ, δεν έχει έρθει φίλε μου αυτή η αλλαγή στην κωμόπολη όπου ζεις; Αποκλείεται. Τα δικά σου παιδιά εσύ τα συμβούλεψες τι επάγγελμα να διαλέξουν;
ΠΩΛ
Τους είπα τη γνώμη μου, τους εξήγησα…
ΠΙΕΡ
(διακόπτοντάς τον)
Κακώς. Φίλε μου, τα παιδιά πρέπει όπως κάνουν για όλα τα άλλα, να αποφασίζουν τα ίδια και για το ποια απόφαση θα πάρουν σε σχέση με το επάγγελμά τους.
ΠΩΛ
Μα Πιέρ, τα παιδιά δεν ζουν μέσα σε μια γυάλα. Ζουν μέσα στην κοινωνία, έρχονται σε επαφή με άλλα παιδιά και με άλλους ανθρώπους γενικότερα. Ποτέ λοιπόν δεν αποφασίζουν μόνα τους όπως λες για οτιδήποτε. Πάντοτε οι αποφάσεις τους εξαρτώνται από τον περίγυρό τους: τις νεανικές παρέες, τους μεγαλύτερους που συναντούν σε κάθε βήμα της πολυάνθρωπης κοινωνίας μας, των μελών των διαφόρου σύστασης Συλλόγων, καλλιτεχνικών η αθλητικών Ομάδων… Αλλά και από  τις συζητήσεις που κάνουν με γείτονες, φίλους, συνεργάτες, δασκάλους… Μέσα σε όλους αυτούς δεν υπάρχει θέση και για τον πατέρα ή τη μητέρα για να πει τη γνώμη του κι αυτός;

ΠΙΕΡ
(συγκαταβατικά)
Πωλ Πωλ… μια κουβέντα από τον πατέρα ή την μητέρα θα μπορούσε να εκληφθεί  σαν διαταγή από τα παιδιά. Γι αυτό και  δεν επιτρέπεται. Πωλ, αφουγκράσου φίλε μου τον παλμό της ανθρωπότητας ως προς την στροφή της όσον αφορά στην διαπαιδαγώγηση. Η ολότητα είναι που μετράει. Όχι ένας ένας άνθρωπος χωριστά. Η ανθρωπότητα συλλογικά προχωράει ή μένει πίσω, ανάλογα με την ικανότητα που έχει να πείσει τον κάθε άνθρωπο για τις καινούργιες κάθε φορά απόψεις της. Και έχει φτάσει πια η ώρα του παιδιού Πωλ.
ΠΩΛ
Μπορεί να μπει φυλακή γι αυτό που κάνει ο Ζαν, Πιερ.
ΠΙΕΡ
Έχει μπει δύο φορές. Και τι μ’ αυτό; Μπήκε, βγήκε. Μα είναι ευτυχισμένος  Πωλ, γιατί είναι ο νέος άνθρωπος. Κι εγώ μαζί του γιατί συμβάλλω στην εδραίωση της καινούργιας Τάξης πάνω στον πλανήτη μας. Της Τάξης που τα δίνει όλα για την διαφύλαξη υγιούς της νεολαίας μας-του μέλλοντός μας. Δεν θα βρεις μέσα στην ψυχή τού Ζαν κανένα κόμπλεξ, κανένα ψυχικό τραύμα. Είναι η βάση για το μέλλον η γενιά του. Μια ελεύθερη κοινωνία επιτέλους δημιουργείται Πωλ!
Αλλά δεν είναι ώρα να πιούμε ένα καφεδάκι; Τι λες; Η συζήτηση που ανοίξαμε με έκανε να ξεχάσω να σου το προτείνω. Μετά το φαγητό το συνηθίζω. Εσύ;
ΠΩΛ
Δε θάλεγα όχι. Ένα καφεδάκι πάντα είναι ευπρόσδεκτο.
ΠΙΕΡ
(δυνατά)
Λιζ αγάπη μου!
ΛΙΖ
Έρχομαι!
(μπαίνει η Λιζ)
ΠΙΕΡ
Αγάπη μου κάνε μας ένα καφεδάκι σε παρακαλώ και έλα κάτσε κοντά μας να πιεις και συ μαζί μας. Δεν σε είδα σήμερα σχεδόν καθόλου. Άσε την κουζίνα για λίγο. Οι δουλειές δεν τελειώνουν όσο τις κυνηγάς.
ΛΙΖ
Έχω τελειώσει τις δουλειές αγάπη μου. Και το καφεδάκι σας είναι έτοιμο σχεδόν.
(γελώντας)  
Δεν περίμενα να μου το ζητήσεις…
(βγαίνει)
ΠΙΕΡ
Έχω μια καλή γυναίκα όπως βλέπεις Πωλ. Αλλά κι εγώ την αγαπώ και την φροντίζω.
ΠΩΛ
Πράγματι, το βλέπω.
(σιωπή)
Έχεις δει καθόλου από τότε τον Ανρί;
ΠΙΕΡ
Τον Ανρί… τον τρακαδόρο λες;
ΠΩΛ
Α! Μπράβο! Αυτόν.
ΠΙΕΡ
Συναντηθήκμε τυχαία σε μια θεατρική παράσταση. Πάνε δυο χρόνια περίπου. Καλά είναι. Ασχολείται με εμπόριο ζωοτροφών.
ΠΩΛ
Έκοψε τη συνήθεια της τράκας άραγε;
ΠΙΕΡ
Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να το διαπιστώσω, χωρατατζής όμως δεν έπαψε να είναι.
(μπαίνει η Λιζ με τα καφεδάκια)
ΛΙΖ
Θέλω κι εγώ ένα διάλειμμα. Αλλά δεν θα κάτσω πολύ, θα έχετε να θυμηθείτε τόσα δικά σας…
(σερβίρει τους καφέδες)
Σας θυμάται συχνά ο Πιέρ κύριε Πωλ. Μου λέει πόσο φίλοι ήσαστε και πόσο ωραία περνούσατε.
ΠΩΛ
Πράγματι. Και αν και πέρασαν τόσα χρόνια ούτε εγώ έπαψα να θυμάμαι τον καλό μου φίλο Πιερ Κορντονέ, τον σύζυγό σας…
ΛΙΖ
Από πού είναι η σύζυγός σας κύριε Πωλ;
ΠΩΛ
Από το Μπορντό.
ΛΙΖ
Ωραίο μέρος!
(χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει ο Πιερ. Όσο αυτός μιλάει στο τηλέφωνο η Λιζ θορυβημένη από όσα ακούει έχει σηκωθεί και  έχει πλησιάσει τον Πιερ προσπαθώντας να ακούσει κι αυτή όσα λέγονται)
ΠΙΕΡ
(στο τηλέφωνο)
Παρακαλώ… Ναι, εγώ είμαι…  Τι; Ναι… γιος μου είναι… Πού;… (ανήσυχος και τρομαγμένος) Χτύπησε σκυλί είπατε;…Ο γιος μου;… Ναι… στο πόδι; Το σκυλί πώς είναι;.. Και το μάτι του…Θεέ μου! Και το δεξί του πόδι;.. Το εμπρός ή το πίσω; Πού το έχετε τώρα;;.. Σε ποιο νοσοκομείο;.. Ναι… Ευχαριστώ. Μου δίνετε το τηλέφωνο του νοσοκομείου παρακαλώ;
(νόημα στην Λιζ να του φέρει μολύβι και χαρτί. Η Λίζ του τα φέρνει)
Ναι, πέστε μου παρακαλώ… Ναι, Σεντ Αντρέ είκοσι τρία πέντε πέντε είκοσι οχτώ. Ευχαριστώ. Για ότι χρειαστείτε μπορείτε να με πάρετε πάλι.
(κλείνει το τηλέφωνο)
ΛΙΖ
(ανήσυχη)
Τι έγινε; Τι έγινε;
ΠΩΛ
Τι συμβαίνει Πιερ;
ΠΙΕΡ
(συντετριμμένος)
Ο Αντόλφ χτύπησε ένα σκυλί!..
ΛΙΖ
(με αγωνία)
Θεέ μου! Πού; Πολύ; Είναι καλά τώρα; Κινδυνεύει η ζωή του;..
ΠΙΕΡ
Ευτυχώς όχι. Το δεξί του μάτι έχει μαυρίσει και κουτσαίνει από το δεξί του πίσω ποδαράκι.  
ΛΙΖ
Γιατί; Τι έγινε; Πώς έγινε;
ΠΙΕΡ
Του επιτέθηκε λέει το σκυλί και τον δάγκωσε στα πόδια. Το πήρανε  λέει και το πήγανε στην κλινική να το εξετάσουν. Περπατούσε κουτσαίνοντας από το δεξί του πίσω ποδαράκι, αλλά φαίνεται να μην έχει πάθει μεγάλη ζημιά μου είπε ο αστυνομικός. Ελπίζω να μην είναι κάτι σοβαρό. Θα δούμε. Θα πάρω σε λίγο να ρωτήσω.
ΛΙΖ
Ο θεός να το βοηθήσει το καημένο…
ΠΩΛ
Αν θέλετε να πάτε να δείτε τον Αντόλφ… μην δεσμεύεστε από μένα. Αν είναι έρχομαι και εγώ μαζί σας…
ΠΙΕΡ
(παραξενεμένος)
Να δούμε τον Άντολφ; Μα τι λες τώρα; ..
(στην Λιζ)
Το πήγαν αμέσως στην Κλινική μου είπε ο αστυνομικός. Θα το περιποιηθούν, θα το περιποιηθούνε. Με ανησυχεί που το χτύπησε και στο μάτι. Ο θεός να βοηθήσει να μην έπαθε τίποτα το ματάκι του...
ΛΙΖ
(απελπισμένη)
Ο Άντολφ χτύπησε σκυλί!... Θεέ μου…
ΠΙΕΡ
(μουδιασμένα)
Ναι… το κλότσησε λέει…καταλαβαίνεις…μάλλον χωρίς να το θέλει αγάπη μου…Ησύχασε… Ας δούμε πρώτα… Θα τον ανακρίνουν μου είπε ο αστυνομικός και θα μάθουν τι ακριβώς έγινε. Ας ελπίσουμε ότι δεν έφτασε σε τέτοια κατάντια ο γιος μας… δεν τον έχουμε αναθρέψει έτσι…
ΛΙΖ
(σχεδόν κλαίγοντας)
Φοβάμαι μήπως κάτι έκανε στο σκυλί και το θύμωσε…
(πέφτει κλαίγοντας στην αγκαλιά του Πιερ)
Μπορεί και να το κλώτσησε…
ΠΙΕΡ
(στην Λιζ)
Μην βάζεις το χειρότερο με το νου σου αγάπη μου.
ΛΙΖ
Είναι απότομος καμιά φορά…
ΠΩΛ
(κοιτάζοντας και τους δύο.)
Σας ενδιαφέρει δηλαδή περισσότερο το σκυλί και όχι  ο γιος  σας!;
ΠΙΕΡ
(έντονα)
Δεν σε καταλαβαίνω Πωλ. Να μην με ενδιαφέρει το σκυλί; Ο πιστός φίλος του ανθρώπου; Και γιατί; Επειδή υπακούει στο ένστικτό του; Σκυλί είναι, δεν έχει  τη λογική του ανθρώπου για να εκτιμήσει καταστάσεις και να φερθεί αναλόγως.
(στον εαυτό του)
Καλά λέει η Λιζ… Κάτι θα του έκανε αυτός για να το αναγκάσει να του επιτεθεί…
(στον Πωλ)
Πάει ο καιρός που βασάνιζαν τα σκυλιά οι  άνθρωποι Πωλ. Ούτε αυτό δεν έχεις παρακολουθήσει πώς εξελίχτηκε; Νόμοι και  διατάγματα έχουν βγει για την προστασία των σκυλιών. Τα καημένα μου τα σκυλάκια! Μέχρι πριν λίγο ήμασταν αγριάνθρωποι. Το θυμάμαι με φρίκη. Δεν τα υπολογίζαμε. Επιτέλους όμως, μπήκαμε και εμείς τον σωστό δρόμο. Μάλιστα. Θα γίνουμε άνθρωποι κάποια μέρα, να είσαι σίγουρος φίλε μου.
(στην Λιζ)
Έλα, ηρέμησε αγάπη μου.
ΛΙΖ
Πάρε τηλέφωνο και ρώτα στην κλινική-είναι καλά;
ΠΙΕΡ
Θα πάρω αγάπη μου, θα πάρω. Όμως ας τους δώσουμε λίγο χρόνο να το εξετάσουν πρώτα… Ακτινογραφίες, εξετάσεις αίματος, ψυχολογική κατάσταση… θέλουν κάποιον χρόνο αυτά!
ΛΙΖ
Το καημένο…
(χτύποι στην πόρτα. Ο Πιερ ανοίγει. Στο άνοιγμα εμφανίζεται ο Μπερνάρ. Έχει το δεξί του πόδι στον γύψο, το κεφάλι του και το δεξί του μάτι καλυμμένο με επίδεσμο. Περπατάει με δεκανίκια. Η Λιζ και ο Πιερ βοηθάνε τον Μπερνάρ να καθίσει)
ΛΙΖ
Πάλι παιδί μου;
ΜΠΕΡΝΑΡ
Πάλι μητέρα.
ΠΙΕΡ
Δεν πιστεύω να άπλωσες το χέρι σου και συ!
ΜΠΕΡΝΑΡ
(επιτιμητικά, προσβλημένος)
Πατέρα!.. Για ποιον με πέρασες;
ΛΙΖ
Δόξα σοι ο θεός.
ΠΙΕΡ
Συγνώμη παιδί μου. Είπα μήπως επάνω στη φασαρία…Με συγχωρείς. Και γιατί αυτή τη φορά παιδί μου;
ΜΠΕΡΝΑΡ
Της είπα ότι το φαγητό είχε πολύ αλάτι.
ΛΙΖ
(στον Μπερνάρ)
Κι εσύ! Γυρεύοντας πήγαινες. Ήταν ανάγκη να το πεις παιδί μου;
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ που κοιτάζει αμίλητος και αμήχανος ως τώρα, δείχνοντάς του τον Μπερνάρ)
Ξεχάστηκα Πωλ..Ο άλλος μου γιος-ο Μπερνάρ. Ο παντρεμένος που σου είπα.
ΠΩΛ
Χαίρω πολύ.
(στον Μπερνάρ)
Ο φίλος μου ο κύριος Πωλ.
ΜΠΕΡΝΑΡ
(στον Πωλ)
Χάρηκα.
ΠΙΕΡ
(στον Μπερνάρ χαριτολογώντας και χαϊδεύοντάς του το πηγούνι)
Μα κι αυτό το παιδάκι δεν κάθεται ήσυχο.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Ωχ! Μη πατέρα. Πονάει.
ΠΙΕΡ
Συγνώμη.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Μου ξέφυγε πατέρα και της το είπα. Όμως ήτανε πράγματι πολύ αλμυρό.
ΛΙΖ
Και λοιπόν; Έπρεπε να την προσβάλεις; Έλα τώρα, μην στενοχωριέσαι. Σε ένα μήνα θα περπατάς πάλι καλά. Και μετά από αυτή τη φορά θα βάλεις μυαλό ελπίζω.
ΠΩΛ
(που μέχρι τώρα παρακολουθεί απορημένος, στον Πιερ)
Η γυναίκα του τού τα έκανε αυτά;
ΠΙΕΡ
Ναι.
ΠΩΛ
Επειδή της είπε ότι το φαγητό είχε πολύ αλάτι;
ΠΙΕΡ
Ναι. Δεν άκουσες;
ΠΩΛ
Και ο Μπερνάρ έκατσε να τον δείρει η γυναίκα του;
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ)
Τι εννοείς; Τι να έκανε;
(χαμογελαστός, στον Μπερνάρ)
Και να τα αποτελέσματα!
ΠΩΛ
Με συγχωρείτε, όμως δεν αντιστάθηκε; Δεν την εμπόδισε;
ΜΠΕΡΝΑΡ
(ενοχλημένος)
Τι εννοείτε κύριε;
ΠΩΛ
Αυτό που είπα. Να την εμπόδιζες. Να της έπιανες τα χέρια. Να αμυνόσουν... Στην ανάγκη να την χτυπουσες κι εσύ…
ΜΠΕΡΝΑΡ
(στον Πωλ, σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι ακούει)
Τι λέτε κύριε; Να χτυπήσω γυναίκα;
(στον Πιερ, δείχνοντας με τα μάτια του τον Πωλ, περιφρονητικά)
Τέτοιους φίλους έχεις πατέρα; Να τους χαίρεσαι.
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ)
Να χτυπήσει γυναίκα; Το σκέφτηκες αυτό που είπες Πωλ;  
(τονίζοντας τα λόγια του)
Να χτυ-πή-σει γυ-ναί-κα;
(στον Μπερνάρ, λοξοκοιτάζοντας τον Πωλ)
Ο φίλος μου έχει μείνει στα παλιά παιδί μου.  Και μάλιστα για πολλά πράγματα.
(σιγά)
Θα σου πω αργότερα…
(ξαφνικά αλλάζοντας θέμα)
Αλήθεια δεν σου είπα. Τον Άντολφ τον δάγκωσε ένα σκυλί...
ΜΠΕΡΝΑΡ
(ανήσυχος ξαφνικά)
Δεν πιστεύω να το χτύπησε ο Αντόλφ…
(Πιερ και Λιζ σκύβουν το κεφάλι)
Όχι!.. Το χτύπησε κι αυτός;
ΠΙΕΡ
Δυστυχώς παιδί μου το χτύπησε…Το έχουν πάει όμως ήδη στην κλινική.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Είναι σοβαρά;..
ΠΙΕΡ
Ο αστυνομικός μου είπε ότι κουτσαίνει από το πίσω δεξί του ποδαράκι…
ΜΠΕΡΝΑΡ
(εξουθενωμένος)
Ω! Θεέ μου!
ΠΙΕΡ
Και κάτι έχει πάθει το ματάκι του… δεν ξέρουμε ακόμα…
ΜΠΕΡΝΑΡ
Δεν μπορώ να το πιστέψω-ο Αντόλφ…
ΠΩΛ
(σηκώνεται)
Πιερ μόλις θυμήθηκα ότι έχω κλείσει ένα σοβαρό ραντεβού και πρέπει να φύγω.
ΠΙΕΡ
Α! Κρίμα! Με αυτά και μ’ αυτά που μας βρήκανε δεν προλάβαμε να τα πούμε… Στο καλό φίλε μου. Και να μη χαθούμε.
ΠΩΛ
Όχι βέβαια.
(υποκλίνεται στην Λιζ)
Κυρία Λιζ...
(στον Μπερνάρ)
Γεια σου Μπερνάρ, χάρηκα για τη γνωριμία.
(στον Πιερ)
Γεια σου φίλε μου.
ΠΙΕΡ
Γεια σου Πωλ.
ΛΙΖ
Στο καλό κύριε Πωλ.
(Ο Πωλ βγαίνει)
ΠΙΕΡ
(κλείνει την πόρτα)
Αγροίκος ήτανε, αγροίκος έμεινε αυτός ο άνθρωπος!

ΑΥΛΑΙΑ