Σάββατο 3 Ιουνίου 2023

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
                         ή
            ΣΤΟ ΝΕΡΟΧΎΤΗ

Είμαι η θλίψη του ποιητή.
Η σκια του.
Ο εαυτός του ο κρυφός.
Ο λώρος του ο ομφάλιος με τον κόσμο.

Μια νύχτα, χρόνια πριν, του Αύγουστου,
που το φεγγάρι εγέμιζε τις μπαταρίες του
στις μπρίζες του θεού,
είδα τ’ αδέλφια του
που ήρθαν
τις αυτοκρατορικές
πορφύρες τους φορώντας
και του ’κλεψαν το τσίγκινό του το τετράτροχο-
το μόνο τ’ όχημά του
το λαμαρινένιο.
Και το ’βαλαν μαζί με τ’ άλλα τα δικά τους.

«Αδέλφια είναι», είπε,
«μια πράξις εντελώς αδελφική θα ειν’ αυτή…»
Και το εξέχασε.

Και μαζί του
«είναι αδερφός», είπαν κι αυτοί γελώντας,
«μια πράξις εντελώς αδελφική ειν’ αυτή…»

Την άλλη νύχτα ξαναβγήκανε
πήγαν στο κτίριο που τους χάρτινους
διαβόλους των θνητών φυλάει,
του ποιητή εζωγραφήσαν τη γραφή
και τους δικούς του χάρτινους εκλέψανε διαβόλους-
για να πληρώσουνε μ’ αυτούς
θεραπευτήριο ένα για τετράτροχα-
γιατί το χρώμα κάπου στο κλεμμένο
δεν τους άρεσε τετράτροχο
κι όλο το δέρμα του αλλάξανε.

Αυτό,
που σαν ανέκδοτο του Αδύνατου λέγεται μόνο
και σαν Υπερβολής υπερβολή,
ή μες σε παραμύθια ευφάνταστα
πολύ αν ψάξεις ίσως βρεις,
αυτό,
να χαραχτεί έκανε καλά μες  στων Καιρών τις Δέλτους
η λέξη «αδέρφια» για τον ποιητή:
δεν ήταν μόνος του στον κόσμο-είχε αδέρφια!
Και τη ματιά του στρέφοντας στα ουράνια:
«σ’ ευχαριστώ Θεέ μου» είπε,
«που αδελφάκια μου ’χεις δώσει».

Και κάποτε, κει που καθόταν,
θυμότανε την τύχη την καλή του
και εδάκρυζε…

Μα η χαρά η πλήρης και η οριστική ήρθε όταν
τον φώναξαν τ’ αδέλφια του μια μέρα
και δείχνοντάς του το τετράτροχό του: «αν θες
μπορείς και συ να κάνεις με αυτό μια βόλτα κακομοίρη»
του είπανε.
Τότε μαζί κι εγώ κι αυτός εσκύψαμε στο χώμα,
στ’ αδέρφια εμπρός,
και τους καταφιλήσαμε τα πόδια.

Κι αυτή τους την απόδειξη αγάπης
ποτέ δεν την ξεχάσαμε
μον’  με συμπόνια
τους άτυχους σκεφτόμαστε ανθρώπους
που ανάδελφους
ο παντοδύναμος έχει αφήσει.

Και από τότε κι ύστερα
μόνο τη λέξη ακούγοντας ο ποιητής «αδέρφια»
τόσο η αγάπη κι η αγαλλίαση τα στήθια του γεμίζουν που,
ως και την ίδια εμένα απομακρύνοντας,
για να μη τόσο ασφυκτικά τις νιώθει,
ξερνάει ευθύς μες στον χρυσό του νεροχύτη.