ΑΔΕΛΦΙΑ
Ο αδελφός
μετρώντας το χρυσάφι του και τη μικρόνοιά του
"πολύ τον ανεχτήκαμε αδελφούλα*
κάνει
και το μικρό του ορθώνοντας κεφάλι:
"Τα λεφτά φύγανε.
Πάει και τέλειωσε.
Κι αν δεν του είπα πως του άφησε η μητέρα μου λεφτά
είναι γιατί
έτσι κι αλλιώς
όλα θα φεύγανε σε υποχρεώσεις.
Όπως και έγινε-και συ το είδες αδελφούλα.
Και τώρα να μας λέει και κλέφτες.,.
Ε! όχι! Πάει πολύ!
Από δω κι ύστερα δε θέλω ούτε να τον δω!
Πολύ τον ανεχτήκαμε αδελφούλα!"
Η "αδελφούλα"
μετρώντας την υποκρισία και το ασήμι της
"Εγώ"
κάνει
"και τι δεν έκανα γι αυτόν...
μα κάθε οικογένεια έχει κι έναν άχρηστον
που ικανός για τίποτα δεν είναι.
Ήθελε και μερίδιο από τα σπίτια-
όμως τα σπίτια είναι δικά μας...
Εσύ καλά το ξέρεις αδελφούλη-όχι;
Ας έκανε λεφτά δικά του
αντί να περιμένει από κληρονομιές...
Τέλος.
Ας κάνει ό,τι θέλει.
Μόνο να προσπαθήσω
αδιάφορη να δείχνω στους κοινούς γνωστούς
ή πιο καλά ν' αφήνω να φανεί-
με τρόπο που καλά πολύ τον ξέρω-
πως δίχως να του πάρουμε ουτ' εγώ
ούτε και συ βέβαια τίποτα
αυτός να… έτσι...
από ιδιοτροπία του, όλο ζητάει…"
Κι ο άχρηστος,
των στίχων του τα πόδια
και τη φτώχεια του μετρώντας,
"αφού",
λέει,
"δεν αντιμάχομαι,
δε γίνεται σε τίποτα να φταίω".
Και βήμα βήμα
ήρεμος
πάει στον προορισμό του .