ΠΟΛΥ ΤΟΥ ΠΑΕΙ
Εσύ; Καλέ μου αδελφούλη πέρνα.
Έλα να ζεσταθείς κοντά στο τζάκι.
Ελα-το ξεροβόρι έξω θερίζει.
Έλα και νέα ευχάριστα σου έχω...
Δε στο 'χα πει αδελφούλη πως θα 'ρχόνταν;
Ήρθε σαν ζήτουλας και σαν βρωμιάρης.
Στάθηκε εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας
Και μου εζήταγε τα ποιήματα του
που κρύβω στο κρεβάτι από κάτου.
Ξέρεις, τα κουρελόχαρτα εκείνα
που μάτσα μου ’στέλνε να του φυλάω
στα ξένα όταν πήγε κι εγυρνούσε..
Ήρθε-ειπωμένα στο 'χα ότι θα 'ρθει.
Στο έμπα εστάθηκε λοιπόν της πόρτας
και μόνο που στα γόνατα δεν πέφτει,
να μου μιλάει με παρακάλια αρχίζει.
"Μου πήρατε", μου είπε, "τα λεφτά μου.
Με διώξατε απ’ το σπίτι που ο πατέρας
Σε μένα έλεγε πάντα πως θ’ αφήσει.
Μου κλέψατε το αυθτοκίνητό μου.
Όλα σας χάρισμα και δεν τα θέλω.
Μα σας ζητάω πίσω την ψυχή μου-
όσα κομμάτια της έχω κλεισμένα
μες σ' όσους στίχους μου σας έχω στείλει
για να 'ναι δω-σε σας-ασφαλισμένα..."
Τέτοιες βλακείες κάμποσες ακόμα
είπε, και καρτερούσε ορθός στην πόρτα.
Τον έδιωξα άδειον όπως είχε έρθει.
Όπως τα θέλαμε γινήκαν όλα.
Έλα αδερφέ μου κι έχει κρύο έξω.
Έλα να ζεσταθείς με μία φλόγα
που όχι ξύλα μα χαρτιά θ' ανάψουν-
εκείνα τα παλιόχαρτα-εκείνα
τα χαρτοκούρελά του-για φαντάσου:
χα! Μια ψυχή θα μας ζεστάνει απόψε!,.
Να! Στη φωτιά τα ρίχνω να τα φάει...
Έτσι θα χρησιμέψουνε σε κάτι...
Να! Φούντωσαν! Και πες τώρα αδελφούλη
ζέστα γλυκύτερη ποτέ έχεις νιώσει;
Του 'πα πως τα χαρτιά του «εχαθήκαν»
κι ας πήγαινε αν ήθελε να τα ’βρει.
Έτσι και συ-αν και σε σένα έρθει-
πες του-αν και πολύ του πάει νομίζω
του άθλιου να του δίνουμε εξηγήσεις...
Έτσι και συ αν θα σου έρθει πες του…
-Έμαθα ότι έστειλε ακόμα
Το γιο του τα χαρτιά να σου ζητήσει.
-Ναι. Τον ξαπόστειλα κι αυτόν το βλάκα,
Πως τα χαρτιά τα πήγα λέγοντάς του
Στο σπίτι το έρημο, εκεί, στη Σίφνου.
Τόχαψε. Δεν εσκέφτηκε ο βλάκας
Πως τα βρωμόχαρτα θάχαν ασφάλεια
Μόνο στο σπίτι ετούτο, το δικό μου,
Που μέσα του άνθρώποι τόσοι ζούμε,
Και δέχτηκε πως είναι ασφαλισμένα
Μες σ΄ ακατοίκητοι κι έρμο ένα σπίτι
Μιας περιοχής γεμάτη όπου είναι
Με μετανάστες απ’ τον κόσμον όλο…
-Μπορεί και να μην τόχαψε αδελφούλα,
Μα να είπε «τι με νιάζει αυτό εμένα,
Εγώ κοιτάω τις δουλειές μου μόνο».
-Μπορεί κι αυτό. Και ξέρεις, του είπα ακόμα
Ότι τη σύνταξη του …αδερφού μας,
Να μη σε κείνονε να τήνε δίνει,
αλλά να του την κλέβει. Ξέρεις πόσο
στο χρήμα σημασία μεγάλη δίνει
που τον πατέρα του όχι μονάχα,
μα και τον εαυτό του, όπου τόβρει,
για να το αποκτήσει θα πουλούσε.
Και μου είπε θα το κάνει. Στο βρακί μου
Δε ξέρουν όλοι πως τον έχω δέσει,
Και ότι αυτός ό,τι του πω θα κάνει;
-Μπράβο αδελφούλα. Έξοχη ιδέα.
-Αμ τι;.. Τι λες; Να βάλω για να φάμε;…
---