ΟΙ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
(από το ΓΚΛΕΝΑΡΒΟΝ)
Ο παππούς
προδότης του λαού και της πατρίδας του
με τις πληγές ακόμα της ψυχής μας ανοιχτές
και τους νεκρούς μας άθαφτους
μας επαράδωσε αλυσόδετους στους Άγγλους.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο γιος
προδότης του λαού και της πατρίδας του
ζωσμένος το αλεξίσφαιρο γιλέκο του-
τάχα πως κινδυνεύει ο γελοίος-
και μ' ένα τσούρμο αλήτες από πίσω του,
με τα πλεμόνια του γεμάτα υποσχέσεις,
πανούργος κι άπληστος σαν αρχηγός Αυλής Θαυμάτων
στα πόδια μπρος μας πέταξε των ευρωπαίων
αφού εφοδίασε πρώτα τον καθένα μας με βούρτσες
μπογιές και μ' ένα κασελάκι.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο εγγονός
πιστός στις παραδόσεις της οικογένειάς του
και στου λαού του ίδιου πάντα υπολογίζοντας
τη διανοητικήν αναπηρία
τα νύχια του ακονίζει,
στρατολογεί αθόρυβα λακέδες
και σκάβει το λαγούμι του για να βρεθεί
κάτω από την καρέκλα του πρωθυπουργού
ώστε την ώρα την κατάλληλη,
να ορθωθεί
και πια
γεμάτος λάσπη, σκότος και σκουλήκια
να κάτσει πάνω της.
Για να πετάξει τώρα το λαό κι αυτός
σε ποιανού νέου όρνιου τάχα νύχια;