Γενάρης 2015
ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ….
Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Τον Αλέξη είτε ψηφίστε
ή στην πάντα τον αφήστε
κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε οι καημένοι.
Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ!
ΑΞΊΕΣ ΚΑΙ ΨΉΦΟΙ
Θεέ μου! Παναγίτσα μου! Τόσο πολύ αξίζω
που όλοι οι πολιτικοί βαλθήκαν να με σώσουν
κι απ’ το αισχρό Μνημόνιο ζητούν να με γλιτώσουν;
Κι αν ναι, γιατί εγώ θλίβομαι και δεν πανηγυρίζω;
Αυτά λέω και χαίρομαι,
ότι αξίζω επαίρομαι
και ευτυχής πετώ
στον έβδομο ουρανό.
…Μα πάλι, λέω, δεν ειν’ αυτοί που έτσι με καταντήσανε:
μ’ ενός Μνημόνιου να γυρνώ στην πλάτη μου το βάρος
και να μην έχω ούτε καν διαμαρτυρίας το θάρρος;
Τι; Τώρα αυτοί ανανήψανε και ήθος αποκτήσανε;
Και με αυτό ζαλίζομαι
και πιο βαθιά βυθίζομαι
στο τέλμα που με άδειασαν
αφού με ξεπαράδιασαν.
ΤΟ ΡΈΜΑ
(στον Βενιζέλο)
Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.
Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.
Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,
το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
ελπίζοντας το κόμμα σου
τρίτο να βγει δι αυτών.
Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Η φωνή του η στυγνή τ’ αυτιά τρυπάει
σαν λαιμός λαμαρινένιος να μιλάει.
Κι αν μιλώντας, κάποιος βλέπει και τη φάτσα του,
σιγουρεύει: καλικάντζαρου ειν’ η ράτσα του.
Δεξιόστροφο κοχλία μας θυμίζει
που μονάχα εξυμνεί και σαλιαρίζει.
Από κάποια υγρά υπόγεια έξω βγαίνοντας
γλοιώδη αφήνει γύρω ίχνη σουλατσέρνοντας.
Δεξιότερος του Σάχη της Περσίας
της ανίερης συμμετέχει πανδαισίας
που μπροστά του απ’ τη Δεξά μονίμως στρώνεται
ώστε κάθε της αγύρτης να ματσώνεται.
Κι όλο λέει-λέει-λέει και γρυλλίζει
κι όλο γύρω από τα ίδια τριγυρίζει-
βλέπει δίκια όπου τ’ Άδικο εστιάζεται
και ειρήνη όπου πόλεμος ’τοιμάζεται.
Κι αν ειπείς για λευτεριά κι αξιοπρέπεια
ω! εκείνον δεν τον νοιάζουνε τα τέτοια-
λευτεριά είναι γι αυτόν η εκμετάλλευση
κι αξιοπρέπεια η κακοήθης της μετάλλαξη…
Ω! Καλέ μας! ω! Φασίστα μας Τραγάκη,
να γελούσες ας σε βλέπαμε λιγάκι…
αλλά όχι!..όχι… όχι… μην το κάνεις-
μη το γέλιο μισητό κι αυτό μας κάνεις…
ΕΚΛΟΓΈΣ
Αν έβγει η Νου Δυο
θα τρώμε πού και πού.
Αν έβγει η ΔΗΜΑΡ
νεράκι και χορτάρ’.
Με το ΠΑΣΟΚ θα τρώει
ο Άκης και το σόϊ.
Με τον Καμένο αν πάμε
θα φασιστοπεινάμε.
Με Τσίπρα, κάθε μέρα
κοπανιστόν αέρα.
Με το Μιχαλολιάκο
απ’ την εληά μον’ δάκο.
Θα τρώμε με ΑΝΤΑΡΣΎΑ
μόνο στη φαντασία.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΊΑ ΞΑΝΆ
φαί ποτέ ξανά.
Κι αν πεις με το Γιωργάκη
όχι μονάχα νηστικούς
όλο θα μας κρατάει
μα θα ξεράσει με αυτόν
κι ότι από χρόνους αλλουνούς
ο έλλην έχει φάει.
Με άλλα λόγια νηστικοί
εις το εξής θα μένουμε
και θα μας επιτρέπεται
μονάχα ν’ ανασαίνουμε.
Γλιτώνουμε έτσι οριστικά
από της μάσας τη σκλαβιά
κι απ’ όσα το φαϊ της
κουβάλαγε μαζί της.
Και πια θα καταργήσουμε
την τουαλέτα ευθύς-
βάσανο από τα μέγιστα
που υφίσταται καθείς.
Δίαιτες δε θα χρειάζονται
για να ’μαστε λεπτοί
και μάλιστα η διαφορά
αμέσως θα ’ναι απτή.
Χοντροί δε θα υπάρχουνε
και οι αρρώστιες πάνε
που του μεγάλου πάχους μας
απότοκες μετράνε.
Και τότε θα βαφτίζεται
το μανεκέν «Τουίγκι»,
όχι αν είναι αδύνατο
μα αν έχει λίγο ξύγκι.
Κλείνουν τα φαστφουντάδικα,
κλείνουν τα εστιατόρια,
και πάρτι καθημερινά
θα στήνουν τα κοκόρια.
Θα πεταχτούνε στ’ άχρηστα
οι χύτρες, τα τηγάνια
και δε θα φκιάνουν κακαβιά
τα πλοία στα λιμάνια.
Τέρμα οι στομαχόπονοι,
οι αϋπνίες τα βράδια,
και πια δε θα γεμίζουνε
τα γένια μας με λάδια.
Τόσα καλά οι εκλόγές
ετούτες θα μας φέρουνε
που πόσο μας βοηθήσανε
κι οι ίδιες δεν το ξέρουνε.
Κι όταν ο Χάρος θα ερθεί
να πάρει τη ζωή μας
για να τη βρει δε θα ’χει πια
να ψάξει στο κορμί μας,
αφού είτε είμαστε σοφοί
είτε χαζοί, είτε φρόκαλα,
θα έχουν μείνει από μας
μόνο πετσί και κόκαλα
και η ζωή μας προ καιρού
θα είναι τελειωμένη
γιατί απ’ την αναφαγιά
θα ζούμε πεθαμένοι.
Ο ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΙ Η ΕΛΛΆΔΑ
ή
Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
«Γιώργη, γιατί έρεψες τη χώρα;
Γιατί; Γιατί;»
«ΣΎΡΙΖΑ θάναι», λέει ο Γιώργος
και περπατεί.
Ανάβει η φτώχια, η ανέχεια
κι η δυστυχιά .
Να’ βρισκε ο Γιώργης μια κρυψώνα
μία σπηλιά!…
Μα να ο Λοβέρδος ο μακελάρης.
«Έλα», του λέει.
Κι ο δόλιος Γιώργος πάει κοντά του
και όλο κλαίει.
Μα ο μακελάρης πάει για ψήφους.
Τον παραιτεί.
«Δε θ΄ ανασάνω», λέει ο Γιώργος.
«Γιατί, γιατί;»
«Γιώργο, που κίνησες να φτάσεις;»
«Να δοξαστώ»
«Αφού ακόμα είσαι δω κάτου
ξέχαστο αυτό!»
-«Εγώ είμαι βλάκας. Είμαι βλάκας.
Τι έφταιξα εγώ;
Ο ουρανός μακριά μου μένει.
Γι’ αυτό είμαι δω.
Πότε ξεκίνησα; είναι χρόνοι…
για δυο, για τρεις…
Πρώτη φορά μου νιώθω έτσι-
τόσο βαρύς»
«Να η Διεθνής σου. Φίλησέ τη
να δροσιστείς».
Σκύβει ο Γιώργος όμως εκείνη
φεύγει ευθύς.
Οι μήνες πέρασαν, τα χρόνια,
φεύγει ο καιρός
στον ίδιο τόπο μένει ο Γιώργος
κι ας τρέχει εμπρός.
Να τα Μνημόνια! να τα μέτρα!
μά πού ευρώ;
Χτυπιέται όλος από Ευρώπη,
κι απ’ το Λαό.
«Γιώργη, γιατί έρεψες τη χώρα
τη σπλαχνικιά;
Γιατί ως τρίτη έχεις χρεώσει
το Λαό γενιά;»
Η χώρα μίλαε στον αέρα
– τ’ ακούς, τ’ ακούς;-
και τραγουδούσε νύχτα μέρα
τους ταπεινούς:
«Τους πήρες σπίτι και χωράφι
και τις γιορτές
και ρέει το αίμα τους ποτάμι
απ΄ τις πληγές.
Σακάτες ήτανε μα ολόρθοι
ως τη χρονιά,
το Δου Νου Του που έχεις φέρει
Γιώργο φονιά!».
«Με περιμένει η μαμά μου
που μ’ αγαπά.
κι αλί μου-είμαι ορφανούλι
από μπαμπά.
Ξεκίνησα ένα καλοκαίρι
σαν αρχηγός
κι ήρθε και μ’ ηύρε ο χειμώνας.
Κι ούτε ουραγός…
Και τώρα πάλι Αλωνάρης
Πότε ήρθε; πώς;
«Τρισέ, σταμάτησε το λόγγο
που τρέχει εμπρός.
Το δρόμο δε θα βγάλω ο δόλιος
κι ας προσπαθώ.
Πιστός κανένας δε μου μένει
και θα χαθώ.»
Και πέφτει ο Γιώργος απ’ του Δίκιου
τ’ άγριο σπαθί.
Μακριά του στέκουνε οι φίλοι
κι ολοι οι γνωστοί.
Εκεί τριγύρω ούτε Μέρκελ,
ή Σαρκοζί.
Και με το Γιώργο η βλακεία
μον’ πάει μαζί.