Θείε Γιώργο...
("Ο Πότης εξακολουθεί να μας είναι έτσι αμελής..."
Έτσι άρχιζε το γράμμα μετά από τα χαιρετίσματα. Το γράμμα της 13-10-34, του θείου μου του Γιώργου (που πέθανε πριν γεννηθώ), αδερφού της μητέρας μου, προς τους γονείς μου.
Ήτανε ποιητής.
Πήρα τ' όνομά του.)
Αν ζούσες σήμερα, θα 'σουνα θείε, εκατόν έντεκα ετών.
Η ψυχή σου όμως είναι εδώ.
Όλα τ’ αδέρφια σου έχουν πεθάνει πια.
Ο αδερφός σου ο αμελής, ο Πότης, τώρα,
εκεί, κοντά σου τακτικός πολύ θα είναι
αλλιώς δε θα 'χει τι να κάνει εκεί πέρα.
(Αμελής... Για τους άλλους βέβαια...)
Μετά έρχονται προς τα εκεί δίνοντας αγκωνιές το ένα στ' άλλο
θέση γυρεύοντας στο χώρο
τ' ανήψια σου, κι ύστερα,
σπρώχνοντας κι εκείνα τον αέρα,
ανέμελα και υπερήφανα και ζωηρά τα 'γγόνια σου και τα δισέγγονά σου.
Κι ανάμεσα σ’ όλους εγώ.
Που τ’ όνομά σου μου δωσαν
μιας και πέθανες όσο εγώ εκυοφορούμην.
Και που κι εγώ είμαι ποιητής όπως και συ.
Η μητέρα μου και αδερφή σου απέξω εθυμόταν ένα ποίημα-
εκείνο που 'χες γράψει για το βασιλιά..
Με δέος τ' άκουγα κάθε φορά θαυμάζοντας το στίχο, το ρυθμό, το μέτρο και τη μελωδία του.
Ίδιο σκουλήκι και τους δυο μάς τρώει θείε.
Δόξα δεν είχες σαν ποιητής.
Δεν πρόλαβες.
Πρόλαβες όμως να μου δώσεις τη σκυτάλη.
Μα εγώ ισχνός-το βλέπεις απ' αυτό το γράμμα μου.
Κι εγώ σε ποιον θα δώσω τη σκυτάλη τάχα; Τίποτα στον ποιητικό ορίζοντα της οικογένειας δε βλέπω.
Πάλι μπορεί κάτι σκιαγμένο να 'ναι από το φόβο των σημερινών Καιρών.
Μιλάω σαν εγώ να καθορίζω ποιος θα με αντικαταστήσει, λες και δε γίνονται όλα ερήμην μας όπως τα ποιήματα ερήμην γράφονται των ποιητών.\
Τα σπίτια στη Σπάρτη, ξέρεις, τα πήρε όλα ο «αμελής» Πότης.
Ο πατέρας σου ήθελε να μείνουνε στους Φιλαίους.
Τέλος όλα ρημάξανε.
Και πρώτα οι Φιλαίοι.
Φιλοδοξίες των ζωντανών...
Α! Μοίρασμα που θα 'κάνες εσύ!
Ή μοίρασμα που θα 'κανα εγώ!
Αν κάτι είχαμε για να μοιράσουμε.
Ίσως όμως ακριβώς
γιατί έτσι θα τα εμοιράζαμε,
γι αυτό και τίποτα δεν μες εδόθη.
Σε φαντάζομαι θείε
πάνω από το φυσερό, στο μαγαζί του παππού μου και πατέρα σου
να ιδρώνεις λιώνοντας κασσίτερο για κόλλημα.
Έτσι έλιωνε και σένα η ζωή σου στη φλόγα της αρρώστιας.
«Υπερκόπωση" είπαν.
"Φυματίωση" λέμε εμείς οι γιατροί.
Ναι-δε στο είπα-έγινα γιατρός.
Χωρίς να το θέλω.
Έπρεπε να ζήσω.
Κι η μοίρα η κακή με βόηθησε σ' αυτό.
Σε μακαρίζω θείε.
Αν ζούσες θα με καταλάβαινες- τίποτα απ' ό,τι επθυμεί κανείς δεν το 'χει.
Τώρα είμαι στο χωριό-απ' όπου και σου γράφω. Μόνος αν κι έχω τόσους συγγενείς.
Μόνος αν κι έχω τόσους γνώριμους.
Μόνος,
με τη γη μας να γυρνάει κουβαλώντας πάνω της
οχτώ δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Τότε θα ήσασταν τέσσερα.
Σήμερα οχτώ.
Οχτώ εκατομμύρια δυστυχίες!
Για έναν ποιητή βεβαίως η μοναξιά...τι να στα λέω, εσύ τα ξέρεις...
Δεν ειν' αυτό.
Είναι που όλα, ως κι η Μοναξιά, είναι κενά και ψεύτικα.
Είναι όνειρα μιας φαντασιάς ανύπαρκτης κι αυτής.
Είναι που, τώρα που σου γράψω,
κανένα χέρι κανενός δεν γράφει,
κανένας νους δε σκέφτεται.
Μπροστά μου, ούτε χαρτί ούτε μολύβι.
Τίποτα-δεν υπάρχει, και, θείε, μια εικασία είμαι κι εγώ.
Το μόνο που αιστάνομαι να υπάρχει, αχάλαστο, μοναδικό κι ακέριο, ό,τι κι αν είναι αυτό, είναι η ταύτισή μας θείε Γιώργο.
Κι ακόμα που είμαστε κι οι δυο νεκροί,
ή, αν προτιμάς (απ' τη σκοπιά σου έτσι αν το θέλεις) που είμαστε κι οι δύο ζωντανοί.
Και τώρα να! Σου γράφω απ' το χωριό.
Είναι ωραία τόσο η φύση εδώ!
Μα πρέπει να το ξέρεις.
Ήσουνα στο γάμο της αδερφής σου και μητέρας μου
Που έγινε εδώ.
Όλα είναι ίδια όπως τότε.
Τα βουνά πέρα, οι λόφοι δίπλα μας, τα δέντρα λίγο πιο μεγαλωμένα μόνο,
οι τριανταφυλλιές,
το ηλιοβασίλεμα,
και το μοναχικό δέντρο στην κορφή του απέναντι λόφου...
Μου είπαν ότι είναι εκεί για διακόσια χρόνια.
Είδες ό,τι είδα. ‘Ισως κιόλας
Να το τραγούδησες…
Μόνον οι άνθρωποι αλλάξανε.
Μα ποιος υπολογίζει τους ανθρώπους;
Και το χωριό δεν είναι εκεί που ήτανε.
Ήρθε πιο κάτω-μια διακοσριά μέτρα
για να 'ναι πιο κοντά στον Κούβελο-
ξέρεις, στων χωριανών τα περιβόλια.
Η μετακόμιση έγινε όταν είχαμε δικτατορία.
"Τι άλλο θα 'χαμέ" θα πεις.
Ναι. Όμως δε θα ξέρεις τα ονόματα των δικτατόρων όλων.
Να τα σπουδαιότερα-κεινών που κράτησαν για χρόνια:
Καραμανλής, Παπανδρέου Γιώργος, Παπαδόπουλος, Παπαντρέου Αντρέας, Σημίτης.
Και το σαράντα είχαμε τον δεύτερο παγκόσμιο- άλλη μια πάλη ανάμεσα ληστών ποιος τα περσότερα θ' αρπάξει.
Όταν γεννήθηκες
Άρχισε ο πρώτος.
Με τη δική μου γέννα άρχισε ο δεύτερος παγκόσμιος.
(Μήπως είμαστε πολεμοχαρείς θείε;…)
Σήμερα έμεινα στο σπίτι.
Ψάχνοντας τα χαρτιά μου
εβρήκα τα κλειδιά
για τα συρτάρια του μεταλλικού γραφείου.
Μέσα σ' αυτά
η αυτοβιογραφία του πατέρα μου.
Κι ανάμεσα στα φύλλα της το γράμμα σου. Ημερομηνία: δεκατρείς δεκάτου τριαντατέσσερα (θεωρώ βέβηλο
να μπάζω αριθμούς στα ποιήματά μου-
εσύ το 'χες αυτό;).
Κι έτσι όπως είμαι μόνος είπα να κάτσω να σου γράψω.
Σε λίγο έρχομαι κι εγώ.
Πες μου τι θέλεις να σου φέρω.
Από κείνους που ήξερες. Γιατί από τότε
Ποιητής κανείς αξιόλογος δε βγήκε.
Γεια σου θείε.